Σε τροχιά νέων αρνητικών επιδόσεων κινείται το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, διευρύνοντας την απόστασή του από τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους. Παρά τις έντονες αντιδράσεις και την κριτική των παραγωγικών φορέων της αγοράς για τις ολιγοπωλιακές πρακτικές, το υψηλό κόστος των προμηθειών και το βαθύ χάσμα μεταξύ των επιτοκίων, η κατάσταση για τους Έλληνες αποταμιευτές και δανειολήπτες επιδεινώνεται. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, οι εγχώριες συστημικές τράπεζες οδήγησαν την Ελλάδα στην τελευταία θέση της Ευρωζώνης όσον αφορά τις αποδόσεις των προθεσμιακών καταθέσεων, ενώ παράλληλα διατηρούν το κόστος χρήματος για χορηγήσεις μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρώπη.
Η υποχώρηση της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή κατάταξη των αποδόσεων υπήρξε ραγδαία κατά το πρώτο τετράμηνο του 2026. Ενώ τον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους η χώρα βρισκόταν στην προτελευταία θέση της Ευρωζώνης με μέση απόδοση 1,13% στις προθεσμιακές καταθέσεις των νοικοκυριών (πάνω μόνο από τη Βουλγαρία που κατέγραφε 1,09%), η εικόνα ανατράπηκε πλήρως τον Απρίλιο.
Μέσα σε δύο μήνες, η Βουλγαρία παρουσίασε άνοδο στο 1,30%, αφήνοντας την Ελλάδα στην τελευταία θέση της Ευρωζώνης με μόλις 1,15%, τη στιγμή που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος σκαρφάλωσε στο 1,91% και η πρωτοπόρος Ολλανδία άγγιξε το 2,45%.
Στον αντίποδα, το κόστος δανεισμού για νοικοκυριά και επιχειρήσεις παραμένει σε απαγορευτικά επίπεδα, κατατάσσοντας τη χώρα στις ακριβότερες της ζώνης του ευρώ.
- Καταναλωτική πίστη: Με βάση τα επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), η Ελλάδα αποτελεί την τρίτη ακριβότερη χώρα στην Ευρωζώνη με επιτόκιο 10,33%, ξεπερνώντας κατά σχεδόν 2,82 ποσοστιαίες μονάδες τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (7,51%), πίσω μόνο από την Εσθονία και τη Λετονία.
- Εταιρικοί πελάτες: Στα μεγάλα επιχειρηματικά δάνεια, το εγχώριο επιτόκιο διαμορφώθηκε τον Απρίλιο στο 4,48% (έκτο υψηλότερο στην Ευρωζώνη, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 3,62%).
- Μικρομεσαία επιχειρηματικότητα: Το μεγαλύτερο βάρος σηκώνουν οι ατομικές επιχειρήσεις, οι οποίες έρχονται αντιμέτωπες με ένα άτυπο «πέναλτι» δανεισμού. Το επιτόκιο εδώ αγγίζει το 5,34% (δεύτερο υψηλότερο στην Ευρωζώνη πίσω από τη Σλοβακία), όταν ο μέσος όρος στην Ευρώπη περιορίζεται στο 4,09%.
Η συνδυαστική εικόνα των καθηλωμένων καταθέσεων και των ακριβών χορηγήσεων οδηγεί σε μια ακραία διεύρυνση της «ψαλίδας» (spread). Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος αποτυπώνουν ανάγλυφα αυτή την αστάθεια μέσα στο 2026. Το χάσμα ξεκίνησε από τις 4,35 μονάδες τον Ιανουάριο, υποχώρησε προσωρινά στις 4,08 μονάδες τον Μάρτιο, για να εκτιναχθεί εκ νέου τον Απρίλιο στις 4,45 εκατοστιαίες μονάδες.
Η νέα αυτή εκτόξευση αποδίδεται αποκλειστικά στην αύξηση των επιτοκίων δανεισμού στο 4,76%, την ώρα που οι αποδόσεις των απλών καταθέσεων παρέμειναν παγωμένες στο πενιχρό 0,31%.
Η ασύμμετρη αυτή πραγματικότητα γίνεται ακόμα πιο σαφής αν συγκριθεί με τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Στην Ευρωζώνη, η μέση διαφορά μεταξύ του κόστους επιχειρηματικού δανεισμού και της απόδοσης των νέων καταθέσεων δεν ξεπερνά τις 1,75 μονάδες. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι η ελληνική επιτοκιακή ψαλίδα είναι 2,5 φορές μεγαλύτερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, αναβιώνοντας ιστορικά υψηλά επίπεδα που παραπέμπουν στις στρεβλώσεις του 2019.