Είναι Παρασκευή βράδυ. Έχεις αποφασίσει να μείνεις σπίτι. Είσαι κουρασμένος, έχεις παραγγείλει κάτι να φας και, μέχρι πριν από λίγα λεπτά, ήσουν απολύτως ευχαριστημένος με την απόφασή σου.
Ανοίγεις όμως το Instagram.
Ένας φίλος βρίσκεται σε ένα μπαρ. Μια παρέα έχει πάει σε συναυλία. Κάποιος άλλος ανεβάζει φωτογραφίες από ένα ταξίδι. Ένας γνωστός που είχες χρόνια να δεις βρίσκεται σε ένα πάρτι όπου φαίνεται να είναι όλοι.
Και ξαφνικά ο καναπές που πριν από λίγο σου φαινόταν υπέροχος αρχίζει να μοιάζει με λάθος επιλογή.
«Μήπως έπρεπε να είχα βγει;»
«Γιατί δεν πήγα κι εγώ;»
«Μήπως όλοι περνούν καλύτερα από μένα;»
«Μήπως χάνω κάτι;»
Αυτό είναι, στην πιο απλή του μορφή, το FOMO.
Τα αρχικά προέρχονται από τις αγγλικές λέξεις Fear Of Missing Out και θα μπορούσαμε να το αποδώσουμε στα ελληνικά ως «φόβος ότι χάνω κάτι» ή «φόβος ότι μένω έξω από όσα συμβαίνουν».
Δεν αφορά όμως μόνο τα πάρτι και τις εξόδους.
Μπορεί να αφορά τις σχέσεις, την καριέρα, τα ταξίδια, τις παρέες, τα χρήματα, ακόμη και τις μεγάλες αποφάσεις της ζωής.
Και στην εποχή των social media έχει αποκτήσει μια πρωτοφανή δύναμη.
Δεν φοβάσαι ότι δεν περνάς καλά – Φοβάσαι ότι κάποιος άλλος περνά καλύτερα
Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του FOMO.
Μπορεί να περνάς μια χαρά.
Μέχρι να δεις τι κάνουν οι άλλοι.
Δεν χρειάζεται δηλαδή να είσαι δυστυχισμένος για να εμφανιστεί. Αρκεί να δημιουργηθεί η υποψία ότι υπήρχε μια καλύτερη επιλογή από αυτήν που έκανες.
Το Cambridge Dictionary περιγράφει το FOMO ως την ανησυχία ότι μπορεί να χάσουμε συναρπαστικές εμπειρίες στις οποίες συμμετέχουν άλλοι άνθρωποι, ένα συναίσθημα που ενισχύεται ιδιαίτερα από όσα βλέπουμε στα κοινωνικά δίκτυα.
Και εδώ βρίσκεται η παγίδα.
Γιατί πλέον γνωρίζουμε σχεδόν σε πραγματικό χρόνο τι κάνουν εκατοντάδες άλλοι άνθρωποι.
Παλαιότερα, αν έμενες σπίτι ένα Σάββατο βράδυ, απλώς έμενες σπίτι.
Σήμερα μπορείς μέσα σε δέκα λεπτά να δεις είκοσι διαφορετικές εκδοχές του Σαββάτου που θα μπορούσες να ζεις.
Και κάπως έτσι αρχίζει η σύγκριση.
Το Instagram δεν σου δείχνει τη ζωή – Σου δείχνει τις καλύτερες στιγμές της
Υπάρχει όμως μια μεγάλη λεπτομέρεια που ξεχνάμε όταν κάνουμε scroll.
Συγκρίνουμε ολόκληρη τη δική μας καθημερινότητα με τις επιλεγμένες στιγμές των άλλων.
Εσύ γνωρίζεις τη δική σου ζωή από μέσα.
Γνωρίζεις το άγχος σου, τους λογαριασμούς σου, τις απογοητεύσεις σου, τη βαρεμάρα σου, τις ανασφάλειές σου, τις Κυριακές που δεν έχεις διάθεση να σηκωθείς από τον καναπέ.
Τη ζωή του άλλου όμως τη βλέπεις μέσα από φωτογραφίες.
Το ταξίδι.
Το καινούργιο σπίτι.
Το πάρτι.
Το ωραίο εστιατόριο.
Τον έρωτα.
Την επαγγελματική επιτυχία.
Δεν βλέπεις συνήθως τις δύο ώρες αναμονής στο αεροδρόμιο πριν από τη φωτογραφία στη Σαντορίνη. Δεν βλέπεις τον καβγά του ζευγαριού πριν από τη selfie. Δεν βλέπεις την ανασφάλεια πίσω από την επαγγελματική ανακοίνωση.
Και έτσι μπορεί να δημιουργηθεί μια τεράστια ψευδαίσθηση:
«Όλοι ζουν. Εγώ απλώς παρακολουθώ».
Το FOMO δεν αφορά μόνο τους νέους
Συχνά αντιμετωπίζουμε το FOMO σαν ακόμη μία λέξη της Generation Z.
Δεν είναι όμως τόσο απλό.
Το συναίσθημα υπήρχε πολύ πριν αποκτήσει όνομα.
Ο άνθρωπος πάντοτε συνέκρινε τη ζωή του με τη ζωή των άλλων. Πάντοτε αναρωτιόταν εάν πήρε τη σωστή απόφαση, εάν βρέθηκε στη σωστή παρέα, εάν επέλεξε τον σωστό δρόμο.
Η τεχνολογία δεν δημιούργησε αυτή την ανθρώπινη τάση.
Της έδωσε όμως ένα κινητό τηλέφωνο και σύνδεση 24 ώρες το εικοσιτετράωρο.
Η έρευνα συνδέει το FOMO με τη διαρκή επιθυμία να παραμένουμε συνδεδεμένοι με το κοινωνικό μας δίκτυο, ενώ η συχνή παρακολούθηση social media και μηνυμάτων μπορεί να λειτουργεί ως προσπάθεια να καθησυχάσουμε την ανησυχία ότι κάτι χάνουμε.
«Μήπως έπρεπε να είχα κάνει κάτι άλλο στη ζωή μου;»
Υπάρχει όμως και ένα βαθύτερο FOMO.
Δεν αφορά το πάρτι που έχασες χθες.
Αφορά τη ζωή που φοβάσαι ότι δεν έζησες.
Βλέπεις έναν παλιό συμφοιτητή να έχει κάνει καριέρα στο εξωτερικό και σκέφτεσαι:
«Μήπως έπρεπε να είχα φύγει κι εγώ;»
Βλέπεις κάποιον να ταξιδεύει διαρκώς:
«Μήπως έχασα τα καλύτερά μου χρόνια δουλεύοντας;»
Βλέπεις έναν φίλο να δημιουργεί οικογένεια:
«Μήπως άργησα;»
Και κάποιος που έχει οικογένεια βλέπει τον ελεύθερο φίλο του να ταξιδεύει:
«Μήπως εκείνος τελικά ζει περισσότερο;»
Αυτό είναι το ύπουλο στοιχείο του FOMO.
Πάντα υπάρχει μια ζωή που δεν διάλεξες.
Όποιον δρόμο κι αν ακολουθήσεις, υπάρχουν δεκάδες άλλοι που εγκατέλειψες.
Και τα social media μάς επιτρέπουν πλέον να παρακολουθούμε καθημερινά ανθρώπους που φαίνεται να ζουν ακριβώς αυτές τις εναλλακτικές ζωές.
Το FOMO μάς δυσκολεύει ακόμη και να απολαύσουμε αυτό που επιλέξαμε
Υπάρχει ένα παράδοξο.
Ο φόβος μήπως χάσουμε κάτι μπορεί τελικά να μας κάνει να χάσουμε αυτό που ήδη συμβαίνει.
Βγαίνουμε για φαγητό και κοιτάμε ποιος βρίσκεται αλλού.
Πηγαίνουμε διακοπές και βλέπουμε πού πήγαν οι υπόλοιποι.
Βρισκόμαστε σε μια συναυλία και αντί να κοιτάμε τη σκηνή κοιτάμε την οθόνη για να ανεβάσουμε story.
Συναντάμε φίλους και το κινητό βρίσκεται πάνω στο τραπέζι σαν μια μικρή ανοιχτή πόρτα προς όλες τις άλλες πιθανές παρέες.
Είμαστε κάπου.
Αλλά ένα μέρος του μυαλού μας βρίσκεται διαρκώς αλλού.
Και τότε το FOMO γίνεται σχεδόν αυτοεκπληρούμενη προφητεία:
φοβόμαστε τόσο πολύ μήπως χάσουμε τη ζωή, ώστε δεν είμαστε ολοκληρωτικά παρόντες στη ζωή που συμβαίνει μπροστά μας.
Από το «μήπως χάνω κάτι;» στο «μήπως πρέπει να το αγοράσω;»
Το FOMO δεν έχει περάσει απαρατήρητο ούτε από το marketing.
«Μόνο για σήμερα».
«Τελευταία κομμάτια».
«Η προσφορά τελειώνει σε δύο ώρες».
«Όλοι μιλούν γι' αυτό».
«Μην το χάσεις».
Όλα πατούν πάνω στον ίδιο ψυχολογικό μηχανισμό: στην αίσθηση ότι μια ευκαιρία υπάρχει τώρα και, αν δεν αντιδράσουμε αμέσως, κάποιος άλλος θα την αποκτήσει.
Το FOMO έχει μελετηθεί όχι μόνο σε σχέση με τα social media και την προβληματική χρήση smartphone, αλλά και σε σχέση με τη διαφήμιση και το marketing.
Γι' αυτό και ο φόβος της απώλειας μιας εμπειρίας μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε φόβο απώλειας μιας αγοράς, μιας επένδυσης ή μιας ευκαιρίας.
Υπάρχει όμως και το JOMO
Απέναντι στο FOMO εμφανίστηκε τα τελευταία χρόνια ένας άλλος όρος.
JOMO – Joy Of Missing Out.
Η χαρά τού να χάνεις κάτι.
Όχι επειδή απομονώνεσαι από τη ζωή.
Αλλά επειδή αποδέχεσαι κάτι πολύ απλό:
δεν χρειάζεται να βρίσκεσαι παντού.
Δεν χρειάζεται να πας σε κάθε πάρτι.
Δεν χρειάζεται να γνωρίζεις κάθε trend.
Δεν χρειάζεται να απαντήσεις αμέσως σε κάθε μήνυμα.
Δεν χρειάζεται να ταξιδέψεις εκεί όπου ταξιδεύουν όλοι.
Δεν χρειάζεται να μετατρέψεις κάθε Σαββατοκύριακο σε εμπειρία που αξίζει να φωτογραφηθεί.
Μερικές φορές μπορείς απλώς να μείνεις σπίτι.
Και να μη συμβαίνει τίποτα.
Ίσως τελικά δεν χάνουμε τόσα πολλά
Το FOMO μάς ψιθυρίζει συνεχώς ότι η πραγματική ζωή βρίσκεται κάπου αλλού.
Στην άλλη παρέα.
Στην άλλη δουλειά.
Στην άλλη πόλη.
Στο άλλο ταξίδι.
Στην άλλη σχέση.
Στη ζωή κάποιου άλλου.
Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα.
Ενώ κοιτάζουμε συνεχώς από το παράθυρο για να δούμε τι χάνουμε, μπορεί να μη βλέπουμε αυτό που έχουμε μπροστά μας.
Και ίσως η πραγματική πολυτέλεια στην εποχή της αδιάκοπης σύνδεσης να μην είναι να προλαβαίνεις τα πάντα.
Να είναι ακριβώς το αντίθετο.
Να ξέρεις ότι κάπου συμβαίνει κάτι χωρίς εσένα – και να είσαι απολύτως εντάξει με αυτό.