Μπορεί κάποιος να τον έχει πάνω στο δέρμα του και να μην το γνωρίζει. Να μην πονά, να μην έχει πυρετό, να μην παρουσιάζει κανένα εμφανές σύμπτωμα και παρ' όλα αυτά ένας από τους μύκητες που προκαλούν τη μεγαλύτερη ανησυχία στα νοσοκομεία διεθνώς να έχει βρει εκεί ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό καταφύγιο.
Πρόκειται για τον Candida auris, έναν μύκητα που έχει απασχολήσει ιδιαίτερα την επιστημονική κοινότητα λόγω της ικανότητάς του να επιβιώνει, να μεταδίδεται σε χώρους υγειονομικής περίθαλψης και να εμφανίζει αντοχή σε πολλά αντιμυκητιασικά φάρμακα.
Τώρα, νέα επιστημονική μελέτη έρχεται να εξηγήσει καλύτερα ένα από τα μεγάλα μυστικά του:
πώς καταφέρνει να παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα στο ανθρώπινο δέρμα χωρίς το ανοσοποιητικό σύστημα να τον απομακρύνει αποτελεσματικά.
Και η απάντηση φαίνεται ότι βρίσκεται σε ένα σημείο που δύσκολα θα φανταζόταν κανείς.
Στους θύλακες των τριχών.
Το «κρησφύγετο» μέσα στο δέρμα
Επιστήμονες του University of California, San Francisco (UCSF), σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Science, εξέτασαν τον τρόπο με τον οποίο ο Candida auris καταφέρνει να αποικίζει το δέρμα.
Για να κατανοήσουν καλύτερα τη συμπεριφορά του, τον συνέκριναν με έναν άλλο γνωστό μύκητα, τον Candida albicans.
Η διαφορά που παρατήρησαν ήταν εντυπωσιακή.
Σε πειράματα σε ποντίκια, ο Candida albicans εξαφανίστηκε από το δέρμα μέσα σε λίγες ημέρες.
Ο Candida auris, όμως, έκανε κάτι εντελώς διαφορετικό.
Παρέμεινε.
Και όχι απλώς στην επιφάνεια.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι μπορούσε να εγκαθίσταται στους θύλακες των τριχών, δημιουργώντας ουσιαστικά μια «φωλιά» που του επέτρεπε να επιβιώνει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Αυτό το χαρακτηριστικό μπορεί να αποτελεί ένα από τα κλειδιά για να κατανοήσουμε γιατί ο συγκεκριμένος μύκητας είναι τόσο επίμονος.
Δεν κρύβεται απλώς – «μπερδεύει» και το ανοσοποιητικό
Η ανακάλυψη όμως δεν σταματά εκεί.
Ο Candida auris φαίνεται ότι διαθέτει έναν ιδιαίτερα αποτελεσματικό τρόπο να επηρεάζει την αντίδραση του ίδιου του οργανισμού.
Κανονικά, όταν το δέρμα έρχεται αντιμέτωπο με ορισμένους μύκητες, ενεργοποιεί μηχανισμούς άμυνας που βοηθούν στην απομάκρυνσή τους.
Στην περίπτωση του Candida albicans, για παράδειγμα, ενεργοποιείται ένα ανοσολογικό σήμα που ονομάζεται ιντερλευκίνη-17 (IL-17).
Η συγκεκριμένη αντίδραση ενισχύει την αντιμυκητιασική άμυνα του οργανισμού και συμβάλλει στην ανανέωση της επιφάνειας του δέρματος.
Με απλά λόγια, το δέρμα οργανώνει την άμυνά του και προσπαθεί να ξεφορτωθεί τον εισβολέα.
Ο Candida auris φαίνεται όμως να οδηγεί το ανοσοποιητικό προς διαφορετική κατεύθυνση.
Το «τέχνασμα» με τη χιτίνη
Σύμφωνα με τους ερευνητές, ο μύκητας τροποποιεί το εξωτερικό κυτταρικό του τοίχωμα με τρόπο που εκθέτει περισσότερο τη χιτίνη, μια ουσία που αποτελεί συστατικό του.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα κύτταρα του ανοσοποιητικού να κινητοποιούνται και να παράγουν περισσότερο ένα διαφορετικό σήμα, την ιντερφερόνη-γάμμα (IFN-γ).
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η ανοσολογική απόκριση σχετίζεται περισσότερο με την αντιμετώπιση άλλων τύπων παθογόνων, όπως οι ιοί, και δεν φαίνεται να αποτελεί την αποτελεσματικότερη απάντηση απέναντι στον συγκεκριμένο μύκητα.
Είναι σαν το ανοσοποιητικό να λαμβάνει το σωστό μήνυμα ότι «υπάρχει εισβολέας», αλλά να στέλνει τα λάθος όπλα για να τον αντιμετωπίσει.
Και υπάρχει ακόμη μία συνέπεια.
Η αυξημένη παρουσία ιντερφερόνης-γάμμα φαίνεται ότι καταστέλλει ορισμένους από τους φυσικούς αντιμυκητιασικούς μηχανισμούς του δέρματος, μεταξύ των οποίων και εκείνους που σχετίζονται με την IL-17.
Έτσι, ο Candida auris αποκτά περισσότερο χώρο για να παραμείνει.
Δημιουργεί τη δική του «φωλιά»
Παράλληλα, η συγκεκριμένη ανοσολογική αντίδραση φαίνεται ότι επιβραδύνει τη φυσιολογική ανανέωση των κυττάρων στους θύλακες των τριχών.
Παλαιότερα και κατεστραμμένα κύτταρα δεν απομακρύνονται με τον φυσιολογικό ρυθμό και αρχίζουν να συσσωρεύονται.
Το αποτέλεσμα;
Δημιουργείται ένα περιβάλλον ιδιαίτερα ευνοϊκό για την παραμονή του μύκητα.
Οι επιστήμονες το περιγράφουν ουσιαστικά σαν μια «φωλιά» μέσα στον θύλακα της τρίχας, όπου ο Candida auris μπορεί να εγκατασταθεί και να επιβιώσει.
Και αυτό μπορεί να εξηγεί γιατί η πλήρης απομάκρυνσή του από το δέρμα αποτελεί τόσο δύσκολο πρόβλημα.
Γιατί φοβίζει τόσο τα νοσοκομεία
Ο Candida auris αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά το 2009 στην Ιαπωνία και μέσα στα επόμενα χρόνια εντοπίστηκε σε πολλές χώρες, προκαλώντας ιδιαίτερη ανησυχία σε νοσοκομεία και άλλες δομές υγειονομικής περίθαλψης.
Χρειάζεται όμως μια σημαντική διευκρίνιση.
Η παρουσία του στο δέρμα δεν σημαίνει ότι κάποιος νοσεί.
Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι αποικισμένος από τον μύκητα χωρίς να παρουσιάζει συμπτώματα ή να αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα υγείας εξαιτίας του.
Ο πραγματικός κίνδυνος εμφανίζεται κυρίως όταν ο Candida auris καταφέρει να περάσει από το δέρμα σε βαθύτερους ιστούς ή στην κυκλοφορία του αίματος.
Και αυτό αφορά ιδιαίτερα ανθρώπους που είναι ήδη σοβαρά ασθενείς, έχουν εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα ή βρίσκονται σε συνθήκες που διευκολύνουν την είσοδο μικροοργανισμών στον οργανισμό.
Για έναν υγιή άνθρωπο, επομένως, η συγκεκριμένη ανακάλυψη δεν αποτελεί λόγο πανικού.
Για ένα νοσοκομείο όμως έχει πολύ διαφορετική σημασία.
Το μεγάλο πρόβλημα της ανθεκτικότητας
Ο Candida auris έχει ένα ακόμη χαρακτηριστικό που τον κάνει δύσκολο αντίπαλο: μπορεί να εμφανίζει ανθεκτικότητα σε αντιμυκητιασικά φάρμακα.
Όταν αυτό συνδυάζεται με την ικανότητά του να παραμένει για μεγάλο διάστημα στο δέρμα και να μεταδίδεται στο περιβάλλον υγειονομικής περίθαλψης, δημιουργείται ένα σύνθετο πρόβλημα για τα νοσοκομεία.
Ένας άνθρωπος μπορεί να φέρει τον μύκητα χωρίς να είναι άρρωστος.
Ο μύκητας μπορεί να επιμένει.
Και εφόσον βρεθούν οι κατάλληλες συνθήκες, μπορεί να περάσει βαθύτερα στον οργανισμό ενός ευάλωτου ασθενούς και να προκαλέσει σοβαρή λοίμωξη.
Γι' αυτό και η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο εγκαθίσταται στο δέρμα είναι τόσο σημαντική.
Μπορεί η «κρυψώνα» του να γίνει η αδυναμία του;
Η νέα ανακάλυψη δεν προσφέρει ακόμη κάποια έτοιμη θεραπεία.
Προσφέρει όμως κάτι εξαιρετικά σημαντικό για την έρευνα: έναν πιθανό νέο στόχο.
Εφόσον οι επιστήμονες γνωρίζουν καλύτερα πώς ο Candida auris εκτρέπει την ανοσολογική απόκριση, μπορούν να εξετάσουν τρόπους ώστε αυτή η διαδικασία να αντιστραφεί.
Μία πιθανή ερευνητική κατεύθυνση είναι να ενισχυθεί ξανά η αποτελεσματική αντιμυκητιασική απόκριση που σχετίζεται με την IL-17.
Μια άλλη είναι να διερευνηθεί εάν μπορεί να στοχευτεί η χιτίνη που φαίνεται να παίζει καθοριστικό ρόλο στο ανοσολογικό «τέχνασμα» του μύκητα.
Προς το παρόν, όλα αυτά παραμένουν ερευνητικές προοπτικές και όχι θεραπείες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην κλινική πράξη.
Η σημασία της ανακάλυψης βρίσκεται αλλού.
Οι επιστήμονες γνωρίζουν πλέον περισσότερα για το πού κρύβεται ο Candida auris και κυρίως για το πώς καταφέρνει να μένει εκεί.
Και στην ιατρική, πολλές φορές, για να νικήσεις έναν δύσκολο αντίπαλο πρέπει πρώτα να ανακαλύψεις το καταφύγιό του.