Το παράπονο που καταπίνουν οι γυναίκες για να μη χαλάσει η ηρεμία του σπιτιού
Κάνουν, φροντίζουν, προβλέπουν, θυμούνται, οργανώνουν – Κι όμως, όταν κάποια στιγμή ρωτήσουν «κι εγώ;», μια ολόκληρη οικογενειακή ισορροπία μπορεί ξαφνικά να ενοχληθεί
Υπάρχει ένα παράπονο που κατοικεί σε πολλά σπίτια χωρίς να ακούγεται δυνατά. Δεν είναι απαραίτητα το παράπονο μιας δυστυχισμένης γυναίκας, ούτε υπάρχει πάντοτε ένας αυταρχικός άνδρας απέναντί της. Μπορεί να υπάρχει αγάπη, συντροφικότητα, μόρφωση, σύγχρονες αντιλήψεις, ακόμη και η ειλικρινής πεποίθηση όλων ότι «εδώ μέσα είμαστε ίσοι».
Κι όμως, κάπου ανάμεσα στα πλυντήρια, στα ψώνια, στο φαγητό, στα παιδιά, στους ηλικιωμένους γονείς, στα ραντεβού, στις γιορτές, στις οικογενειακές υποχρεώσεις και στις εκατό μικρές λεπτομέρειες που κάνουν ένα σπίτι να λειτουργεί, υπάρχει συχνά μια γυναίκα που αναρωτιέται σιωπηλά:
«Εμένα ποιος με φροντίζει;»
Και πολλές φορές δεν το λέει.
Γιατί ξέρει ότι ένα παράπονο μπορεί να χαρακτηριστεί γκρίνια. Μια διεκδίκηση μπορεί να ερμηνευτεί ως εγωισμός. Ένα «όχι» μπορεί να θεωρηθεί απότομο. Μια στιγμή θυμού μπορεί να γίνει απόδειξη ότι «υπερβάλλει».
Έτσι συνεχίζει.
Όχι επειδή δεν έχει φωνή.
Αλλά επειδή έχει μάθει να χρησιμοποιεί τη φωνή της με τέτοιο τρόπο ώστε να μη διαταράσσει τις ισορροπίες των άλλων.
Η γυναίκα που «τα προλαβαίνει όλα» πληρώνει συχνά ακριβό τίμημα
Έχουμε συνηθίσει να θαυμάζουμε τη γυναίκα που τα καταφέρνει όλα.
Εργάζεται, μεγαλώνει παιδιά, φροντίζει το σπίτι, μαγειρεύει, οργανώνει, θυμάται, βοηθά τους γονείς της, κρατά επαφή με συγγενείς και φίλους, γνωρίζει τι λείπει από το ψυγείο, πότε πρέπει να πληρωθεί ένας λογαριασμός, πότε έχει το παιδί οδοντίατρο και τι πρέπει να αγοραστεί για το σχολείο.
Αλλά πίσω από το «τα προλαβαίνει όλα» κρύβεται μια ερώτηση που σπανίως κάνουμε:
Γιατί πρέπει να τα προλαβαίνει όλα;
Και ακόμη περισσότερο: γιατί θεωρούμε αυτονόητο ότι κάποιος θα πρέπει να έχει συνεχώς στο μυαλό του όλα αυτά;
Γιατί η φροντίδα ενός σπιτιού δεν είναι μόνο η σκούπα, το πλυντήριο και το μαγείρεμα. Είναι και η αόρατη διοίκηση της καθημερινότητας.
Να αντιλαμβάνεσαι τι χρειάζεται πριν στο ζητήσουν.
Να θυμάσαι.
Να προβλέπεις.
Να οργανώνεις.
Να διατηρείς σχέσεις.
Να καταλαβαίνεις πότε ένα παιδί δεν είναι καλά.
Να σκέφτεσαι τι θα φάει η οικογένεια αύριο ενώ όλοι τρώνε το σημερινό φαγητό.
Αυτό το αόρατο φορτίο είναι κουραστικό ακριβώς επειδή δεν τελειώνει ποτέ.
«Μα εγώ βοηθάω στο σπίτι»
Είναι μια φράση που ακούγεται συχνά από άνδρες που πραγματικά θεωρούν τον εαυτό τους ισότιμο σύντροφο.
«Εγώ βοηθάω».
Μόνο που μέσα σε αυτή τη φαινομενικά καλοπροαίρετη φράση κρύβεται ολόκληρη η παλιά αντίληψη.
Γιατί “βοηθάς”;
Όταν δύο άνθρωποι ζουν σε ένα σπίτι, μεγαλώνουν παιδιά και μοιράζονται μια ζωή, οι δουλειές του σπιτιού δεν ανήκουν στον έναν ώστε ο άλλος να τον «βοηθά».
Ανήκουν και στους δύο.
Το ίδιο ισχύει για τα παιδιά.
Ο πατέρας που περνά το απόγευμα με τα παιδιά του δεν «τα κρατάει».
Είναι πατέρας.
Η γλώσσα αποκαλύπτει μερικές φορές στερεότυπα που η συνείδησή μας πιστεύει ότι έχει ήδη ξεπεράσει.
Και στις προοδευτικές οικογένειες;
Ίσως εκεί βρίσκεται η πιο ενδιαφέρουσα αντίφαση.
Τα παλιά πρότυπα δεν ζουν μόνο μέσα σε παραδοσιακές οικογένειες.
Μπορούν να επιβιώνουν μια χαρά μέσα σε σπίτια ανθρώπων που πιστεύουν στην ισότητα, συζητούν για δικαιώματα, απορρίπτουν τον σεξισμό και θεωρούν αυτονόητο ότι μια γυναίκα πρέπει να εργάζεται και να είναι ανεξάρτητη.
Γιατί οι κοινωνικές αντιλήψεις αλλάζουν συχνά γρηγορότερα από τις καθημερινές συνήθειες.
Μπορεί ένας άνδρας να πιστεύει απολύτως στην ισότητα των φύλων και ταυτόχρονα να μη γνωρίζει ποιο νούμερο παπούτσι φορά το παιδί του.
Μπορεί να μαγειρεύει δύο φορές την εβδομάδα, αλλά κάποιος άλλος να έχει αποφασίσει τι θα μαγειρευτεί τις υπόλοιπες πέντε, να έχει ελέγξει τι υπάρχει στο σπίτι και να έχει κάνει τα ψώνια.
Μπορεί να συμμετέχει στις δουλειές, αλλά να περιμένει κάποιος να του πει ποιες δουλειές πρέπει να γίνουν.
Και αυτός ο «κάποιος» εξακολουθεί πολύ συχνά να είναι η γυναίκα.
Όταν διεκδικεί, ξαφνικά «άλλαξε»
Υπάρχει όμως κάτι ακόμη βαθύτερο.
Μια γυναίκα μπορεί να είναι επί χρόνια υπομονετική, διαθέσιμη, εξυπηρετική και πρόθυμη να βάζει τις ανάγκες των άλλων λίγο πιο πάνω από τις δικές της.
Όλοι τη θεωρούν υπέροχη.
Μέχρι να αρχίσει να λέει «όχι».
Μέχρι να ζητήσει χρόνο για τον εαυτό της.
Μέχρι να πει ότι δεν θέλει να αναλάβει άλλη μία υποχρέωση.
Μέχρι να απαιτήσει μεγαλύτερη συμμετοχή από τον σύντροφο ή τα παιδιά της.
Τότε μπορεί να ακούσει:
«Έχεις αλλάξει».
Και πράγματι έχει αλλάξει.
Έπαψε να θεωρεί φυσιολογικό να εξαφανίζεται για να είναι όλοι οι υπόλοιποι ευχαριστημένοι.
Αυτό όμως που για εκείνη είναι διεκδίκηση, για ένα περιβάλλον συνηθισμένο στη διαρκή διαθεσιμότητά της μπορεί να μοιάζει με ανατροπή.
Δεν ενοχλεί απαραίτητα η αλλαγή του χαρακτήρα της.
Ενοχλεί η αλλαγή μιας βολικής ισορροπίας.
Το «γιατί εγώ;» που δύσκολα λέγεται
Κάπου εκεί γεννιέται το μικρό παράπονο.
Γιατί εγώ πρέπει να θυμάμαι;
Γιατί εγώ πρέπει να ζητήσω να γίνει κάτι που όλοι βλέπουν ότι χρειάζεται;
Γιατί εγώ πρέπει να καταλάβω ότι κάποιος στενοχωριέται;
Γιατί εγώ πρέπει να τηλεφωνήσω;
Γιατί εγώ πρέπει να οργανώσω;
Γιατί όταν κάποιος άλλος κουράζεται δικαιούται να ξεκουραστεί, ενώ όταν κουράζομαι εγώ πρέπει πρώτα να τελειώσουν όλα;
Δεν πρόκειται πάντοτε για μεγάλες συγκρούσεις.
Συχνά πρόκειται για εκατοντάδες μικρές στιγμές.
Και ίσως γι' αυτό είναι δυσκολότερο να εξηγηθούν.
Γιατί όταν τις απομονώσεις, καθεμία μοιάζει ασήμαντη.
Όλες μαζί όμως μπορούν να γίνουν μια ολόκληρη ζωή.
Η γυναίκα συχνά φροντίζει ακόμη και την ατμόσφαιρα
Υπάρχει και μια δουλειά που δεν μπαίνει σε κανέναν κατάλογο οικιακών υποχρεώσεων.
Η διαχείριση των συναισθημάτων.
Να μην τσακωθούν τα παιδιά.
Να μην παρεξηγηθεί ο σύντροφος.
Να μη στενοχωρηθούν οι γονείς.
Να μη χαλάσει το οικογενειακό τραπέζι.
Να θυμηθεί τα γενέθλια.
Να αγοράσει το δώρο.
Να κάνει την πρώτη κίνηση μετά τον καβγά.
Να βρει τις κατάλληλες λέξεις.
Να καταπιεί ίσως και κάτι που την πείραξε επειδή «δεν είναι τώρα η στιγμή».
Με άλλα λόγια, πολλές γυναίκες δεν φροντίζουν μόνο να είναι καθαρό και όμορφο το σπίτι.
Φροντίζουν να είναι όμορφο και το συναισθηματικό κλίμα μέσα στο σπίτι.
Και κάποτε κουράζονται να είναι ο άνθρωπος που απορροφά όλους τους κραδασμούς.
Δεν θέλει να γίνει αρχηγός. Θέλει να μην είναι υπηρέτης
Η λύση βέβαια δεν είναι ένας πόλεμος ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες.
Ούτε κάθε οικογένεια είναι ίδια, ούτε κάθε άνδρας αδιάφορος, ούτε κάθε γυναίκα καταπιεσμένη.
Υπάρχουν άνδρες που έχουν προχωρήσει πολύ περισσότερο από τα πρότυπα με τα οποία μεγάλωσαν και οικογένειες που έχουν κατακτήσει πραγματικά ισότιμες σχέσεις.
Το ζήτημα είναι να κοιτάξουμε με ειλικρίνεια τις μικρές συμπεριφορές που επιβιώνουν ακόμη και όταν πιστεύουμε ότι έχουμε ξεπεράσει τα παλιά στερεότυπα.
Γιατί η ισότητα δεν αποδεικνύεται στις μεγάλες δηλώσεις.
Αποδεικνύεται Τρίτη βράδυ, όταν όλοι έχουν κουραστεί.
Ποιος σηκώνεται από τον καναπέ;
Ποιος βλέπει ότι τελείωσε το γάλα;
Ποιος σκέφτεται τι θα φάνε αύριο;
Ποιος θυμάται την υποχρέωση του παιδιού;
Ποιος θεωρεί ότι ο ελεύθερος χρόνος του είναι αυτονόητος και ποιος αισθάνεται ενοχές όταν ζητήσει δύο ώρες για τον εαυτό του;
Η πραγματική ισότητα αρχίζει εκεί όπου τελειώνουν οι διακηρύξεις και αρχίζει η καθημερινότητα.
«Κι εγώ;»
Ίσως τελικά αυτό να είναι το παράπονο που δυσκολεύονται περισσότερο να πουν πολλές γυναίκες.
Όχι «δεν σας αγαπώ».
Όχι «δεν θέλω να σας φροντίζω».
Αλλά:
«Θέλω κάποιος να θυμάται ότι υπάρχω κι εγώ».
Να μη χρειάζεται να φτάσει στα όριά της για να γίνει αντιληπτό ότι κουράστηκε.
Να μη θεωρείται αγένεια όταν θέτει ένα όριο.
Να μη χαρακτηρίζεται γκρίνια κάθε παράπονο.
Να μην πρέπει να δικαιολογεί την ανάγκη της για προσωπικό χρόνο.
Να μπορεί να πει «σήμερα δεν μπορώ» χωρίς να αισθανθεί ότι εγκαταλείπει τους ανθρώπους που αγαπά.
Και κυρίως να μη χρειάζεται να είναι συνεχώς καλή, ήρεμη, υπομονετική και διαθέσιμη για να θεωρείται καλή γυναίκα, καλή σύζυγος ή καλή μητέρα.
Γιατί η γυναίκα που διεκδικεί τον χώρο της δεν αγαπά λιγότερο την οικογένειά της.
Απλώς αποφάσισε ότι μέσα στην οικογένεια πρέπει να υπάρχει χώρος και για την ίδια.
Και ίσως η πιο ώριμη μορφή αγάπης να αρχίζει ακριβώς εκεί: όταν μια οικογένεια δεν χρειάζεται πλέον μια γυναίκα που καταπίνει το παράπονό της για να διατηρεί τις ισορροπίες, αλλά ανθρώπους που αλλάζουν τις ισορροπίες ώστε να μη χρειάζεται κανείς να καταπίνει τον εαυτό του.