Η ρητορική της ακροδεξιάς περιστρέφεται κυρίως γύρω από το μεταναστευτικό, την ασφάλεια και την ανύπαρκτη «woke ατζέντα». Όμως για εκατομμύρια ανθρώπους η καθημερινότητα καθορίζεται από πολύ πιο υλικά προβλήματα: ακρίβεια και στέγη.
Στην Ελλάδα, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, για το φτωχότερο 20% των νοικοκυριών τρόφιμα και στέγαση απορροφούν το 54,4% των συνολικών δαπανών. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 τα ελληνικά νοικοκυριά διέθεταν περίπου 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, έναντι 19% στην ΕΕ.
Η στεγαστική κρίση αφορά πλέον όχι μόνο τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα, αλλά νέους που δεν μπορούν να φύγουν από το πατρικό σπίτι, οικογένειες, εκπαιδευτικούς που δυσκολεύονται να βρουν κατοικία εκεί όπου διορίζονται και μεγάλα τμήματα της μεσαίας τάξης.
Κι όμως, η ακροδεξιά ρητορική αναζητά συχνά αλλού τις μεγάλες απειλές: στους μετανάστες και στη «woke ατζέντα». Κατασκευάζεται έτσι μια «πόλη των παραισθήσεων», όπου οι Έλληνες καλούνται να πιστέψουν ότι κινδυνεύουν πρωτίστως από αυτούς, ενώ η πραγματική ανασφάλεια βρίσκεται στην οικονομική καθημερινότητά τους. Από τον μισθό που δεν φτάνει να βγει ο μήνας, μέχρι το ταμείο του super market και το ενοίκιο του σπιτιού ή του καταστήματος.
Η Ισπανία είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στις 2 Οκτωβρίου 2026, PP, Vox, Junts και UPN καταψήφισαν κυβερνητικά μέτρα για τη στέγαση που περιλάμβαναν προστασία ευάλωτων ενοικιαστών από τις εξώσεις. Η κοινοβουλευτική ήττα ήρθε μέσα σε κλίμα μαζικών κινητοποιήσεων για τη στεγαστική κρίση και, τρεις ημέρες αργότερα, ο Πέδρο Σάντσεθ ανακοίνωσε τη διάλυση του Κοινοβουλίου και πρόωρες γενικές εκλογές για τις 29 Νοεμβρίου 2026.
Η στέγη αναδεικνύεται έτσι σε κεντρικό κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα: θα αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό αγαθό ή πρωτίστως ως επενδυτικό προϊόν;
Πίσω από τον θόρυβο για τους μετανάστες και την ανύπαρκτη «woke ατζέντα» παραμένει ένα πολύ πραγματικό ερώτημα:
Ποιος πληρώνει την κρίση και ποιος κερδίζει από αυτήν;