Το περίμενα πως και πως αυτό το πανηγύρι – όχι μόνο εγώ, όλα τα παιδιά και φυσικά οι μεγάλοι. Του Άη Γιάννη, του Ριγανά στο τέλος του Αυγούστου ήταν το μέγα γεγονός. Ήταν το καλύτερο πανηγύρι του χωριού μας και όλης της περιοχής. Από πολλά χωριά έρχονταν εδώ κόσμος και κοσμάκης. Γέμιζαν όλα τα χωράφια ακόμα και πολύ μακριά από την εκκλησία. Και καμαρώναμε, μικροί και μεγάλοι, που γινόταν αυτό το συμμάζεμα στο χωριό μας, στην Αυγή ή για τους παλιότερους Κάτω Λουκάβιτσα.
Εδώ όλοι μπορούσαν να πουλήσουν, να αγοράσουν, να διασκεδάσουν και οι μικροί να παίξουν. Μια εβδομάδα κρατούσε στα παλιά χρόνια μέχρι τα δεκαετία του 1960 πριν έρθει η λίμνη του Πηνειού. Οι πατεράδες μας πουλούσαν και αγόραζαν ζώα, οι μανάδες αγόραζαν εμπορεύματα για το σπίτι και τα παιδιά. Ο παιδόκοσμος εύρισκε ό,τι παιχνίδια μπορούσε να φανταστεί. Ήταν το πανηγύρι της αγοράς κάποιου παιχνιδιού: της πλαστικής μπάλας, της καραμούτζας, της κούρσας… Παίζαμε και κανένα παιχνίδι: να σημαδέψεις με το πλαστικό ντουφέκι, να βάλεις κρίκους στα παπάκια…
Και οι μεγάλοι θα διασκέδαζαν – μια ανάπαυλα χαράς στις σκληρές δουλειές του καλοκαιριού – στις ξύλινες ταβέρνες με μπόλικη γουρνοπούλα να δίνει και να παίρνει, το κρέας στη λαδόκολλα, ντομάτα, ψωμί, τυρί και άφθονο κρασί και το βράδυ στα όργανα του Νίκου του Βασιλάκη. Αυτά τα καλά μετά τη νηστεία – εκεί κυρίως κουκιά βραστά.
Την προηγούμενη χρονιά μας είχε πάει η μάνα μας, τα τρία αδέλφια τότε, εμένα και τις δύο μεγαλύτερες αδελφές μου και βγάλαμε και τις πρώτες μας φωτογραφίες. Μας είχε στήσει ο φωτογράφος στον τοίχο της εκκλησίας. Εμείς είμαστε μπροστά στη φωτογραφική μηχανή φοβισμένα, και παρά το γεγονός ότι μας έδινε θάρρος, παραμείναμε σφιγμένα μέχρι τέλος.
Α είχαμε και κάτι ακόμα. Μας είχαν πάει οι μανάδες μας το βράδυ της παραμονής και κοιμηθήκαμε στρωματσάδα σε κουρελούδες μέσα στην εκκλησία και όσες δεν πρόλαβαν έστησαν έξω στο προαύλιο. Δεν είχες που να περάσεις. Δεν ξέρω τι ήταν, τάμα, παράδοση ή έθιμο. Η πιτσιρικαρία πάντως το διασκεδάζαμε. Λέγαμε ανέκδοτα, ιστορίες με φαντάσματα. Πείραζε ο ένας τον άλλον. Με τα πόδια μας βρίσκαμε το κεφάλι του άλλου, επινοούσαμε κάθε διαβολιά. Μέχρι να αποκοιμηθούμε καλοπερνούσαμε.
Την επόμενη χρονιά – από ό,τι φαίνεται – είχα μεγαλώσει πολύ. Με είχε βάλει ο πατέρας μου να φυλάω τα αλώνια με τη σταφίδα. Αν παρουσιαστούν κάποια σύννεφα, να αρχίσω να τη σκεπάζω, έτσι ώστε να είναι σχεδόν έτοιμα τα αλώνια και όταν θα ερχόταν ο πατέρας μου να τα σκεπάσουμε καλά δένοντας τις άκρες των πανιών. Τι μεγάλη πρόκληση, να κάθεσαι τώρα στη σταφίδα και να ξέρεις ότι δύο χιλιόμετρα εκεί πέρα στο Τζαμί που φαινόταν να γίνεται χαμός.
Κινούσα συνέχεια τον ουρανό. Ήταν αθώος. Πουθενά ούτε κάποιο μικρό άσπρο συννεφάκι δεν φαινόταν. Πέρασε από το δρόμο ο φίλος μου ο Νίκος, μου φώναξε “έλα πάμε”. Που να κρατηθώ… Στην αρχή κοιτούσα κάθε τόσο τον ουρανό. Μετά ξεχάστηκα. Είχαν μαζευτεί κάποια ανάλαφρα ασπρουδερά σύννεφα αλλά απ’ αυτά που δεν τους δίνεις σημασία.
Μετά …πάει ο ουρανός. Δεν υπήρχε στο μυαλό μου. Σουρούπωνε. Εμφανίστηκε ο πατέρας μου με ένα καλάμι στο χέρι. Όλα άλλαξαν. Το πανηγύρι εξαφανίστηκε από τη σκέψη μου. Με έβαλε μπροστά και με περιποιόταν με το καλάμι. Άλλοτε του ξέφευγα, άλλοτε με έφτανε. “Μα δεν έγινε καμιά ζημιά” σκεπτόμουνα γεμάτος παράπονο. Μικρός ήμουνα, στην Γ΄ Τάξη του Δημοτικού θα πήγαινα. Αλλά τότε ήταν αλλιώς ο κόσμος. Και τα παιδιά ήταν στις δουλειές, στα χωράφια ή στα ζώα.
Τελικά έχασα και τις άλλες μέρες. Δεν τολμούσα να ζητήσω να πάω ξανά τις επόμενες ημέρες. Έμεινε η χρονιά του με την πίκρα. Ήταν όμως η πίκρα, που σε δυνάμωνε, που έκανες το παράπονο κίνητρο, που ονειρευόσουν και έλεγες στον εαυτό σου και ότι θα φτιάξω τη ζωή μου να είναι όμορφη. Και κάπως τακτοποιούσες την αδικία. Ναι το ένιωθα σαν αδικία…