Στο επιδραστικό του άρθρο με τίτλο «Το ΟΧΙ της Ανατροπής», ο Δήμαρχος Αθηναίων έφερε στην επιφάνεια την τάση του λεγόμενου «πολιτικού καπιταλισμού».
Ο όρος «πολιτικός καπιταλισμός» συνδέεται πρωτίστως με τη σκέψη του Μαξ Βέμπερ και αναφέρεται σε μορφές οικονομικής δραστηριότητας στις οποίες η απόκτηση κέρδους εξαρτάται σημαντικά από την πολιτική εξουσία. Κατά τη βεμπεριανή προσέγγιση, σε αντίθεση με τον ιδεατό τύπο του ανταγωνιστικού καπιταλισμού, όπου το κέρδος προκύπτει κυρίως από την παραγωγικότητα, την καινοτομία και την επιτυχία στην αγορά, στον πολιτικό καπιταλισμό η πρόσβαση στο κράτος μπορεί να αποτελεί καθοριστική πηγή οικονομικού πλεονεκτήματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε σχέση κράτους και επιχειρήσεων είναι προβληματική.Το κράτος μπορεί να είναι απαραίτητος παράγοντας της οικονομικής ανάπτυξης: δημιουργεί υποδομές, θέτει κανόνες, προστατεύει την ιδιοκτησία και χρηματοδοτεί σημαντικές επενδύσεις. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η κρατική παρέμβαση δεν υπηρετεί γενικούς και καθολικά αποδεκτούς κανόνες, αλλά μετατρέπεται σε μηχανισμό επιλεκτικής δημιουργίας ιδιωτικών προσόδων.
Η πρωταρχική άποψη του Βέμπερ αποτελεί τη βάση για επέκταση των προσεγγίσεων ώστε να καλύπτουν τη σημερινή πραγματικότητα. Τη σύνδεση αυτή βρήκαν να αμφισβητήσουν κάποιοι δημοσιογράφοι, χωρίς, όπως φάνηκε, να διαθέτουν τα απαραίτητα γνωστικά εφόδια (ΤΑ ΝΕΑ, «Εμπιστευτικά», 27/8/2026, «Ενστάσεις», 28/8/2026) .
Αν όμως έκαναν τον κόπο να συμβουλευθούν μια εκτεταμένη βιβλιογραφία-αρθρογραφία επί του θέματος, θα γνώριζαν όχι μόνο τη βεμπεριανή προέλευση, αλλά θα οδηγούνταν οι ίδιοι να διερευνήσουν και να απαντήσουν δημοσιογραφικά στο ερώτημα που έθεσε ο κορυφαίος διανοητής: Πώς ξαναδημιουργείται μια δυναμική παραγωγική οικονομία που μπορεί να στηρίξει συλλογική άνοδο του βιοτικού επιπέδου; Ποια εμπόδια παρεμποδίζουν την εξέλιξη αυτή και οδηγούν στη στασιμότητα, στην οπισθοχώρηση του βιοτικού επιπέδου ή και στην ανέχεια σε μεγάλη κλίμακα;
Το θέμα δεν είναι θεωρητικό , αλλά βαθιά υπαρξιακό. Στο άρθρο του ο Δήμαρχος Αθηναίων μίλησε για μια τάση ανακατανομής εισοδημάτων-πλουτισμού από «κάτω προς τα πάνω», με μεταφορά πόρων από τους πολλούς στην οικονομική ολιγαρχία, οδηγώντας σε διόγκωση ανισοτήτων, αντί της παλαιάς «κοινωνικής ανακατανομής» «από πάνω προς τα κάτω» με μεταφορά πόρων με βάση το «κοινωνικό συμβόλαιο» μιας οικονομίας παραγωγικής και όχι παρασιτικής ή του πελατειακού κράτους, και των προσόδων.
Μια ορισμένη δημοσιογραφία προσπαθεί να αποκρύψει την πραγματικότητα αυτή, που γίνεται εμφανής σε εναγκαλισμούς πολιτικής εξουσίας-επιχειρηματικής προσοδοφορίας από την χρήση ευρωπαικών πόρων τη γεωργία, τα ταμεία ανάκαμψης, στα τραπεζικά funds, μέχρι προνομιακούς όρους εύκολου πλουτισμού μέσω κρατικών υπηρεσιών στην υγεία, στις προμήθειες και αλλού, την αφαίμαξη της τοπικής αυτοδιοίκησης κ.α..
Για όλα αυτά μια μιντιακή «λογική» κάνει πώς δεν καταλαβαίνει. Βλέπει μόνο διαδικασίες αντί της ουσίας, τα επιφαινόμενα αντί των αιτίων, αλλά τίποτα για την ταμπακιέρα. Αντίθετα επιτίθεται εναντίον όσων επιμένουν να τονίζουν τα κακώς κείμενα στο πολιτικο-οικονομικό σύμπλεγμα, όπως συμβαίνει με τις συνεχείς αδόκιμες επιθέσεις κατά του δημάρχου αθηναίων.
Άδικος κόπος. Γιατί το μόνο που «καταφέρνουν» είναι να γίνεται φανερό σε όλο και περισσότερους, ότι έχει διαμορφωθεί μια ευνοιοκρατική σχέση μεταξύ πολιτικής εξουσίας-ορισμένου μιντιακού κεφαλαίου που εκδηλώνεται με μορφές μονομέρειας, επιλεκτικών σχέσεων με τα ανάλογα ανταλλάγματα και με τους εξουσιοδοτημένους εντολοδόχους. Αλλά το θέμα των σχέσεων αυτών καθώς και τρόποι αντίδρασης, δεν μπορεί να αναλυθεί στο πλαίσιο της παρούσας δημοσίευσης, αλλά χρειάζεται μια άλλη, πιο συγκεκριμένη προσέγγιση..