Σε μια ιστορική αλλαγή του πλαισίου γύρω από το τέλος της ζωής, η Γαλλία έθεσε σε ισχύ τη νομοθεσία που επιτρέπει, υπό συγκεκριμένες και αυστηρές προϋποθέσεις, την ιατρικώς υποβοηθούμενη διαδικασία τερματισμού της ζωής ασθενών με ανίατες παθήσεις και αφόρητη οδύνη.
Η εφαρμογή του νόμου έρχεται έπειτα από πολυετή δημόσια και πολιτική συζήτηση, η οποία ανέδειξε ένα από τα δυσκολότερα ερωτήματα που καλείται να απαντήσει μια σύγχρονη κοινωνία: μέχρι πού φτάνει το δικαίωμα του ανθρώπου να αποφασίζει για το τέλος της ζωής του και ποιος πρέπει να έχει την ευθύνη να κρίνει εάν μια τέτοια επιλογή είναι πραγματικά ελεύθερη και συνειδητή;
Ποιοι μπορούν να υποβάλουν αίτημα
Η δυνατότητα δεν αφορά οποιονδήποτε ασθενή ούτε παρέχεται αυτομάτως μετά την υποβολή σχετικού αιτήματος.
Ο ενδιαφερόμενος πρέπει να είναι ενήλικος, Γάλλος πολίτης ή μακροχρόνιος κάτοικος της χώρας και να πάσχει από νόσο που έχει χαρακτηριστεί ανίατη και προκαλεί σοβαρό και αφόρητο πόνο.
Η ιατρική αξιολόγηση αποτελεί το πρώτο κρίσιμο στάδιο. Ο γιατρός οφείλει να εξετάσει την κατάσταση του ασθενούς και τους λόγους για τους οποίους ζητεί τη διαδικασία, ενώ στη συνέχεια αρμόδιο όργανο εξετάζει εάν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Η λογική του νόμου είναι ότι η επιλογή δεν μπορεί να αποτελεί αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας απόγνωσης, πίεσης από το περιβάλλον ή αδυναμίας πρόσβασης σε κατάλληλη φροντίδα.
Δυνατότητα υπαναχώρησης μέχρι την τελευταία στιγμή
Ακόμη και μετά την έγκριση του αιτήματος προβλέπεται χρονικό διάστημα αναμονής τουλάχιστον δύο ημερών.
Την ημέρα της διαδικασίας ο ασθενής καλείται να επιβεβαιώσει εκ νέου τη βούλησή του.
Παράλληλα, μπορεί να ανακαλέσει τη συγκατάθεσή του οποιαδήποτε στιγμή.
Η πρόβλεψη αυτή θεωρείται κρίσιμη, καθώς επιχειρεί να εξασφαλίσει ότι η απόφαση παραμένει συνειδητή και σταθερή μέχρι το τέλος.
Κατά κανόνα, ο ίδιος ο ασθενής θα πρέπει να χορηγεί τη θανατηφόρα ουσία. Εάν, όμως, η σωματική του κατάσταση δεν του επιτρέπει να το κάνει, προβλέπεται η δυνατότητα συνδρομής επαγγελματία υγείας.
Τι ίσχυε μέχρι σήμερα
Η Γαλλία είχε ήδη αναγνωρίσει τη δυνατότητα διακοπής θεραπειών που παρατείνουν τεχνητά τη ζωή, καθώς και τη βαθιά και συνεχή καταστολή ασθενών μέχρι τον θάνατο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.
Δεν υπήρχε, ωστόσο, αντίστοιχη δυνατότητα ενεργού ιατρικής υποβοήθησης για τον τερματισμό της ζωής.
Για τον λόγο αυτό, ορισμένοι Γάλλοι ασθενείς που επιθυμούσαν μια τέτοια επιλογή αναζητούσαν λύσεις σε χώρες του εξωτερικού όπου υπήρχε διαφορετικό νομοθετικό πλαίσιο.
Ο νέος νόμος αλλάζει πλέον ριζικά αυτό το δεδομένο.
Η παρέμβαση του Συνταγματικού Συμβουλίου
Ιδιαίτερη σημασία έχει η απόφαση του Συνταγματικού Συμβουλίου της Γαλλίας, το οποίο επικύρωσε τον βασικό κορμό της νομοθεσίας, ζητώντας όμως διευκρινίσεις και εγγυήσεις σε επιμέρους σημεία.
Στο επίκεντρο βρέθηκε η λεγόμενη «ρήτρα συνείδησης».
Με βάση αυτήν, γιατροί, νοσηλευτές αλλά και φαρμακοποιοί μπορούν να αρνηθούν τη συμμετοχή τους στη διαδικασία εφόσον αυτή συγκρούεται με τις προσωπικές, ηθικές ή επαγγελματικές τους πεποιθήσεις.
Το Συμβούλιο αναγνώρισε επίσης ότι, υπό προϋποθέσεις, το ίδιο δικαίωμα μπορεί να αφορά ιδιωτικές μονάδες υγείας – ιδίως όταν η πραγματοποίηση της διαδικασίας βρίσκεται σε σαφή αντίθεση με τον χαρακτήρα ή την αποστολή τους.
Υπάρχει όμως μια κρίσιμη προϋπόθεση: η άρνηση ενός ιδρύματος δεν θα πρέπει να στερεί στην πράξη από τον ασθενή τη δυνατότητα πρόσβασης στη διαδικασία όταν δεν υπάρχει άλλη διαθέσιμη δομή στην περιοχή.
Μακρόν: Μια σημαντική δημοκρατική κατάκτηση
Ο Εμανουέλ Μακρόν υποδέχθηκε θετικά την εφαρμογή του νόμου, παρουσιάζοντάς την ως το αποτέλεσμα μιας μακράς δημοκρατικής συζήτησης γύρω από την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και το τέλος της ζωής.
Για τη γαλλική κυβέρνηση, το νέο πλαίσιο επιχειρεί να προσφέρει μια επιπλέον δυνατότητα στους βαριά πάσχοντες, διατηρώντας παράλληλα ένα σύστημα ελέγχων ώστε να αποτρέπονται καταχρήσεις.
Οι αντιδράσεις: «Κίνδυνος για τους πιο ευάλωτους»
Η κοινωνική αντίδραση, ωστόσο, κάθε άλλο παρά έχει τελειώσει.
Οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στον χώρο της αναπηρίας και της φροντίδας ευάλωτων ανθρώπων εκφράζουν έντονη ανησυχία ότι ένας τέτοιος νόμος μπορεί, ακόμη και χωρίς πρόθεση, να δημιουργήσει πίεση σε ανθρώπους που αισθάνονται ότι αποτελούν «βάρος» για την οικογένεια ή την κοινωνία.
Αντιδράσεις υπάρχουν επίσης από επαγγελματίες υγείας και θρησκευτικούς φορείς, οι οποίοι θεωρούν ότι ο ρόλος της Ιατρικής είναι αποκλειστικά η θεραπεία, η ανακούφιση και η συνοδεία του ασθενούς μέχρι το φυσικό τέλος της ζωής.
Στον αντίποδα, οι υποστηρικτές του νόμου θεωρούν ότι η άρνηση σε έναν άνθρωπο που υποφέρει χωρίς προοπτική θεραπείας να αποφασίσει για το τέλος της ζωής του μπορεί επίσης να αποτελέσει μορφή απώλειας της προσωπικής του αυτονομίας.
Το μεγάλο ερώτημα δεν τελειώνει με έναν νόμο
Η νέα γαλλική νομοθεσία δεν κλείνει τη συζήτηση. Ίσως, αντίθετα, την κάνει ακόμη πιο δύσκολη.
Γιατί πίσω από τους νομικούς όρους βρίσκεται ένα βαθύτερο ερώτημα: ποιο είναι το όριο ανάμεσα στην προστασία της ζωής και στον σεβασμό της ελεύθερης βούλησης ενός ανθρώπου που υποφέρει;
Και υπάρχει ακόμη ένα εξίσου κρίσιμο ζήτημα. Για να είναι πραγματικά ελεύθερη μια τέτοια επιλογή, ο ασθενής θα πρέπει προηγουμένως να έχει πρόσβαση σε υψηλού επιπέδου παρηγορητική φροντίδα, ψυχολογική στήριξη και κοινωνική προστασία. Διαφορετικά, η «επιλογή» κινδυνεύει να μην είναι απολύτως ελεύθερη.
Εκεί βρίσκεται ίσως και η πιο δύσκολη πλευρά της συζήτησης που ανοίγει πλέον η Γαλλία: όχι μόνο στο αν ένας άνθρωπος έχει δικαίωμα να επιλέξει τον θάνατό του, αλλά και στο αν η κοινωνία έχει κάνει προηγουμένως όλα όσα μπορούσε για να του προσφέρει μια ζωή με όσο το δυνατόν λιγότερο πόνο και περισσότερη αξιοπρέπεια.