Μία από τις σημαντικότερες δικαστικές αναμετρήσεις στην ιστορία των κοινωνικών δικτύων βρίσκεται σε εξέλιξη στις ΗΠΑ, με τη Meta να βρίσκεται αντιμέτωπη με κατηγορίες ότι σχεδίασε το Facebook και κυρίως το Instagram με χαρακτηριστικά που μπορούσαν να δημιουργήσουν εξαιρετικά ισχυρούς μηχανισμούς προσκόλλησης στους ανήλικους χρήστες.
Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, 29 αμερικανικές πολιτείες στρέφονται κατά της εταιρείας, υποστηρίζοντας ότι η Meta γνώριζε τους πιθανούς κινδύνους που αντιμετώπιζαν παιδιά και έφηβοι, αλλά δεν έλαβε τα απαραίτητα μέτρα προστασίας. Οι διεκδικούμενες κυρώσεις, σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, θα μπορούσαν να φτάσουν ακόμη και σε εξαιρετικά υψηλά ποσά, μετατρέποντας την υπόθεση σε μια δίκη με συνέπειες που πιθανόν να ξεπεράσουν κατά πολύ τη συγκεκριμένη εταιρεία.
Η φράση που περιγράφει μια ολόκληρη εποχή
Ιδιαίτερο βάρος είχε η κατάθεση του Arturo Béjar, πρώην στελέχους και μηχανικού ασφαλείας της Meta, ο οποίος βρέθηκε στο επίκεντρο της πρώτης ημέρας της διαδικασίας.
Η φράση που αποδίδεται στον ίδιο είναι εντυπωσιακή ακριβώς επειδή είναι τόσο απλή: το Instagram, σύμφωνα με τη δική του περιγραφή, πέρασε από το να αποτελεί «ένα προϊόν που χρησιμοποιείς» σε «ένα προϊόν που σε χρησιμοποιεί».
Και ίσως εδώ βρίσκεται η ουσία ολόκληρης της υπόθεσης.
Γιατί ένα κοινωνικό δίκτυο δεν πουλά απλώς φωτογραφίες, βίντεο ή επικοινωνία. Το πολυτιμότερο αγαθό του είναι η προσοχή.
Όσο περισσότερο παραμένει κάποιος στην οθόνη, τόσο περισσότερες αναρτήσεις βλέπει, τόσο περισσότερες πληροφορίες δίνει μέσω της συμπεριφοράς του και τόσο μεγαλύτερη γίνεται η οικονομική αξία της παραμονής του στην πλατφόρμα.
Το κρίσιμο ερώτημα λοιπόν είναι: πού τελειώνει ο καλός σχεδιασμός ενός προϊόντος και πού αρχίζει η χειραγώγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς;
Το κινητό δεν μας λέει ποτέ «φτάνει»
Η μεγάλη διαφορά των κοινωνικών δικτύων από τα περισσότερα προϊόντα του παρελθόντος είναι ότι δεν διαθέτουν φυσικό τέλος.
Μια εφημερίδα τελειώνει στην τελευταία σελίδα. Μια ταινία έχει τίτλους τέλους. Ένα βιβλίο έχει τελευταίο κεφάλαιο.
Το feed όμως δεν τελειώνει ποτέ.
Κάνεις μία κίνηση με το δάχτυλο και εμφανίζεται κάτι καινούργιο. Άλλη μία κίνηση και έρχεται ακόμη ένα βίντεο. Ύστερα άλλο ένα.
Και ακριβώς επειδή ο χρήστης δεν γνωρίζει τι θα εμφανιστεί μετά, συνεχίζει να ψάχνει.
Μπορεί να είναι κάτι αδιάφορο. Μπορεί όμως το επόμενο βίντεο να είναι αστείο, εντυπωσιακό ή συγκινητικό. Αυτή η αβεβαιότητα είναι που κάνει το scrolling τόσο ισχυρό ως συνήθεια.
Ο άνθρωπος λέει «άλλο ένα».
Και πολλές φορές, χωρίς να το καταλάβει, έχουν περάσει είκοσι ή τριάντα λεπτά.
Γιατί το ζήτημα είναι σοβαρότερο όταν πρόκειται για παιδιά
Όταν όμως απέναντι στον αλγόριθμο βρίσκεται ένας ενήλικος, υπάρχει τουλάχιστον θεωρητικά ένας ώριμος άνθρωπος που μπορεί να αντιληφθεί τη διαδικασία και να βάλει όρια.
Όταν απέναντί του βρίσκεται ένα παιδί 12, 13 ή 15 ετών, το ζήτημα αλλάζει.
Οι έφηβοι βρίσκονται σε μια ηλικία κατά την οποία η κοινωνική αποδοχή αποκτά τεράστια σημασία. Το like, το σχόλιο, η προβολή μιας ανάρτησης ή η σύγκριση με άλλους δεν είναι απλώς μικρές ψηφιακές λειτουργίες. Μπορούν να συνδέονται με την εικόνα που σχηματίζει ένας νέος άνθρωπος για τον ίδιο του τον εαυτό.
«Γιατί εκείνος έχει 10.000 followers και εγώ 300;»
«Γιατί εκείνη έχει περισσότερα likes;»
«Γιατί όλοι φαίνεται να περνούν καλύτερα από εμένα;»
Κάπως έτσι μια εφαρμογή που δημιουργήθηκε για να μοιραζόμαστε στιγμές μπορεί να μετατραπεί σε έναν τεράστιο μηχανισμό κοινωνικής σύγκρισης.
Και το πιο παράδοξο είναι ότι ο χρήστης συγκρίνει συχνά την πραγματική, καθημερινή ζωή του με την πιο προσεκτικά επιλεγμένη στιγμή της ζωής κάποιου άλλου.
Ο αλγόριθμος μαθαίνει τι δεν μπορείς να αγνοήσεις
Υπάρχει όμως ακόμη μία σημαντική διάσταση.
Οι πλατφόρμες δεν δείχνουν το ίδιο περιεχόμενο σε όλους. Παρατηρούν συνεχώς τη συμπεριφορά.
Σε ποια φωτογραφία σταμάτησε κάποιος περισσότερο; Ποιο βίντεο παρακολούθησε μέχρι το τέλος; Σε ποιο γύρισε πίσω; Τι έκανε like; Τι κοινοποίησε;
Με κάθε μικρή κίνηση ο αλγόριθμος μαθαίνει λίγο καλύτερα τι μπορεί να κρατήσει τον συγκεκριμένο χρήστη μπροστά στην οθόνη.
Δεν χρειάζεται καν ο άνθρωπος να δηλώσει τι του αρέσει.
Η συμπεριφορά του το αποκαλύπτει.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το βαθύτερο νόημα της φράσης «το Instagram σε χρησιμοποιεί»: ο χρήστης δεν είναι απλώς ο πελάτης ενός προϊόντος. Είναι ταυτόχρονα και η πηγή των δεδομένων που επιτρέπουν στο ίδιο το προϊόν να γίνει ακόμη αποτελεσματικότερο στο να συγκρατεί την προσοχή του.
Η δίκη δεν αφορά μόνο τη Meta
Γι' αυτό και η συγκεκριμένη δικαστική υπόθεση έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από μια πιθανή οικονομική αποζημίωση.
Αφορά ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίζονται στο μέλλον οι μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες.
Μέχρι πού μπορεί να φτάνει μια εταιρεία στην προσπάθειά της να αυξήσει τον χρόνο παραμονής του χρήστη;
Ποια είναι η ευθύνη της όταν γνωρίζει ότι σημαντικό μέρος του κοινού της αποτελείται από παιδιά;
Και πόσο διαφανής πρέπει να είναι σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι αλγόριθμοι που αποφασίζουν τι θα δούμε;
Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά δεν αφορά μόνο το Instagram ή το Facebook. Αφορά ολόκληρη την ψηφιακή οικονομία της προσοχής.
Το πιο πολύτιμο πράγμα που δίνουμε δωρεάν
Για χρόνια μάθαμε να θεωρούμε τα social media «δωρεάν».
Στην πραγματικότητα, τίποτε δεν είναι απολύτως δωρεάν.
Μπορεί να μη δίνουμε χρήματα για να ανοίξουμε το Instagram, όμως δίνουμε κάτι ίσως ακόμη πολυτιμότερο: χρόνο και προσοχή.
Μερικά δευτερόλεπτα εδώ, πέντε λεπτά εκεί, μια ώρα το βράδυ πριν κοιμηθούμε.
Και αυτά τα λεπτά γίνονται χρόνια ζωής όταν πολλαπλασιαστούν επί εκατομμύρια ανθρώπους.
Ίσως λοιπόν η μεγάλη συζήτηση που ανοίγει αυτή η δίκη να μην αφορά τελικά μόνο το τι έκανε ή δεν έκανε μια εταιρεία.
Αφορά και κάτι που χρειάζεται να αναρωτηθεί κάθε άνθρωπος την επόμενη φορά που θα ανοίξει μηχανικά το κινητό του:
Μπήκα στο Instagram επειδή ήθελα πραγματικά να δω κάτι ή επειδή έμαθα να το ανοίγω χωρίς καν να το σκέφτομαι;
Γιατί υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο να χρησιμοποιούμε ένα εργαλείο και στο να συνηθίζουμε τόσο πολύ την παρουσία του, ώστε τελικά εκείνο να αποφασίζει πότε θα του χαρίσουμε την προσοχή μας.