Στην κοινή γλώσσα, «σαρδάμ» ονομάζουμε τη γλωσσική παραδρομή ή το γλωσσικό ολίσθημα, δηλαδή το ακούσιο μπέρδεμα που μπορεί να συμβεί την ώρα που μιλάμε. Αυτός είναι και ο ορισμός που δίνει το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
Αλλά γιατί το λέμε σαρδάμ;
Σύμφωνα με την πιο διαδεδομένη εκδοχή, η λέξη συνδέεται με τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Αχιλλέα Μαδρά, μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία των πρώτων χρόνων του ελληνικού κινηματογράφου. Το επώνυμό του, ΜΑΔΡΑΣ, αν αναγραμματιστεί, δίνει ΣΑΡΔΑΜ.
Και εδώ αρχίζει η ωραία ιστορία.
Ο Μαδράς ήταν γνωστός για τις γλωσσικές παραδρομές και τα μπερδέματα που έκανε στον προφορικό του λόγο και στις θεατρικές του εμφανίσεις. Έτσι, σύμφωνα με την παράδοση που επικράτησε, κάποιος πήρε το επώνυμό του, το ανέτρεψε και δημιούργησε τη λέξη που έμελλε να χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα: Μαδράς → σαρδάμ.
Ο Αχιλλέας Μαδράς υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες του πρώιμου ελληνικού σινεμά, με θεατρική και κινηματογραφική δραστηριότητα. Ανάμεσα στις γνωστότερες δημιουργίες του βρίσκεται η «Μαρία η Πενταγιώτισσα». Επειδή, όταν έπαιζε έκανε λάθη, για να το διακωμωδήσει ονόμασε την κατάσταση αυτή με αναγραμματισμό του ονόματός του.
Η περίφημη ιστορία του αναγραμματισμού δεν θεωρείται απολύτως ιστορικά αποδεδειγμένη. Νεότερες αναφορές επισημαίνουν ότι δεν έχει εντοπιστεί σχετική μαρτυρία σε κείμενα της εποχής του Μαδρά και ότι η σύνδεση του ονόματός του με το «σαρδάμ» ενδέχεται να διαδόθηκε αργότερα ως ένα εξαιρετικά πετυχημένο ευφυολόγημα.
Αληθινή μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια ή ένας γλωσσικός μύθος που έγινε τόσο καλός ώστε να μοιάζει αληθινός; Ίσως τελικά αυτό να έχει μικρότερη σημασία. Η λέξη πέρασε στην καθημερινή μας γλώσσα και έμεινε.
Και κάπως έτσι, κάθε φορά που ένας παρουσιαστής μπερδεύει δύο λέξεις, ένας πολιτικός κολλάει σε μια φράση, ένας εκπαιδευτικός λέει άλλο από αυτό που ήθελε ή εμείς οι ίδιοι μπερδεύουμε τις συλλαβές μας, χαμογελάμε και λέμε:
«Έκανε σαρδάμ!»
Μια μικρή λέξη για ένα μικρό γλωσσικό ατύχημα, με μια ολόκληρη ιστορία του ελληνικού θεάτρου και του κινηματογράφου κρυμμένη –ή, έστω, θρυλικά κρυμμένη– μέσα στις έξι συλλαβές της.