Νέα τροπή λαμβάνει η δικαστική υπόθεση που αφορά περισσότερους από δέκα διαδηλωτές, οι οποίοι συνελήφθησαν μετά την πορεία για την επέτειο του Πολυτεχνείου το 2019. Παρότι είχαν απαλλαγεί αμετάκλητα από τις κατηγορίες που τους είχαν αποδοθεί –με έναν εξ αυτών να αθωώνεται σε δεύτερο βαθμό–, βρίσκονται εκ νέου αντιμέτωποι με τη Δικαιοσύνη, αυτή τη φορά για κακουργηματικές πράξεις που σχετίζονται με τα ίδια περιστατικά.
Η νέα δικογραφία περιλαμβάνει τις κατηγορίες της έκρηξης από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπινη ζωή και της απόπειρας πρόκλησης σκοπούμενης βαριάς σωματικής βλάβης από κοινού. Παράλληλα, αποδίδονται και πλημμεληματικές πράξεις που αφορούν την κατοχή και προμήθεια εκρηκτικών υλών, καθώς και τη διατάραξη κοινής ειρήνης, οι οποίες, ωστόσο, έχουν πλέον παραγραφεί.
Η υπόθεση ανάγεται στα γεγονότα που ακολούθησαν την ολοκλήρωση της πορείας του Πολυτεχνείου το 2019. Αν και η κινητοποίηση είχε εξελιχθεί χωρίς σοβαρά επεισόδια, αργότερα το ίδιο βράδυ πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες αστυνομικές επιχειρήσεις στα Εξάρχεια, με αποτέλεσμα τη σύλληψη δεκάδων ατόμων.
Οι συλληφθέντες είχαν καταγγείλει ότι υπέστησαν βίαιη μεταχείριση κατά τη σύλληψή τους, υποστηρίζοντας ότι δέχθηκαν χτυπήματα από αστυνομικούς, παρά το γεγονός ότι δεν προέβαλαν αντίσταση. Σύμφωνα με τις ίδιες καταγγελίες, οδηγήθηκαν στο πάρκινγκ της οδού Μπουμπουλίνας, όπου παρέμειναν δεμένοι με χειροπέδες, γονατισμένοι και φωτογραφήθηκαν με κινητά τηλέφωνα αστυνομικών, ενώ, όπως ανέφεραν, έγιναν αποδέκτες προσβλητικών και σεξιστικών σχολίων.
Αντίστοιχες αναφορές είχαν γίνει και για όσα ακολούθησαν στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής, με τους κρατούμενους να κάνουν λόγο για απειλές, λεκτική βία και νέες επιθέσεις σε όσους ζητούσαν ιατρική βοήθεια ή διαμαρτύρονταν. Ιδιαίτερη βαρύτητα είχαν δώσει και στις συνθήκες διεξαγωγής των σωματικών ερευνών, υποστηρίζοντας ότι οι γυναίκες υποχρεώθηκαν να γδυθούν σε χώρο χωρίς να διασφαλίζεται η ιδιωτικότητά τους.
Στην αρχική ποινική διαδικασία οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι δεν παραπέμφθηκαν για τα κακουργήματα, καθώς δεν κρίθηκε ότι υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις. Ωστόσο, οι σχετικές κατηγορίες δεν τέθηκαν στο αρχείο, γεγονός που επέτρεψε την εκ νέου αξιολόγησή τους σε μεταγενέστερο στάδιο της ανάκρισης.
Η εισαγγελική πρόταση που έχει πλέον κατατεθεί προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση. Εισηγείται να μη στοιχειοθετηθεί η κατηγορία της έκρηξης, να κριθεί απαράδεκτη η δίωξη για την απόπειρα πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης λόγω δεδικασμένου ή εκκρεμοδικίας και να παύσει οριστικά η δίωξη για τα πλημμελήματα, καθώς έχουν υποπέσει σε παραγραφή.
Στο σκεπτικό της εισαγγελικής πρότασης επισημαίνεται ότι, παρότι υπάρχουν αναφορές για ομάδα 50 έως 70 ατόμων που επιτέθηκε σε αστυνομικές δυνάμεις μετά το τέλος της πορείας με πέτρες, φωτοβολίδες και βόμβες μολότοφ, δεν προκύπτει αποδεικτικό υλικό που να συνδέει συγκεκριμένα τους κατηγορούμενους με αυτές τις ενέργειες.
Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, κανένας από τους μάρτυρες δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ποιος από τους κατηγορούμενους προκάλεσε έκρηξη ή συμμετείχε στις συγκεκριμένες επιθέσεις, ενώ ούτε οι μεταγενέστερες καταθέσεις των αστυνομικών κατά την ακροαματική διαδικασία προσέφεραν νέα στοιχεία που να ενισχύουν το κατηγορητήριο.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται επίσης στη διαπίστωση ότι η απλή παρουσία κάποιου στη διαδήλωση ή ακόμη και η παρουσία του στον χώρο όπου σημειώθηκαν τα επεισόδια δεν αρκεί, από μόνη της, για να θεμελιώσει ποινική ευθύνη χωρίς εξατομικευμένα αποδεικτικά στοιχεία.
Η εισαγγελέας επικαλείται, τέλος, και την αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, σύμφωνα με την οποία δεν αποδείχθηκε η ενεργός συμμετοχή των συγκεκριμένων προσώπων στις επιθέσεις κατά των αστυνομικών ούτε προέκυψε ότι προέβαλαν αντίσταση κατά τη σύλληψή τους, καθώς δεν αναγνωρίστηκαν από τους μάρτυρες ως δράστες συγκεκριμένων πράξεων.
Με βάση τα παραπάνω, η εισαγγελική πρόταση καταλήγει ότι η νέα ποινική δίωξη αφορά τα ίδια πραγματικά περιστατικά που έχουν ήδη κριθεί δικαστικά και εισηγείται να εφαρμοστούν οι αρχές του δεδικασμένου, αποκλείοντας την εκ νέου ποινική αξιολόγηση για τα ίδια γεγονότα.