Η επιστήμη επιβεβαιώνει πλέον ότι η διατροφή επηρεάζει καθοριστικά την εμφάνιση γνωστικών διαταραχών σε όλη μας τη ζωή.
Φαίνεται ωστόσο ότι και οι επιλογές της μητέρας προς το βρέφος μπορούν να προκαλέσουν μακροπρόθεσμες συνέπειες. Οι ειδικοί στρέφουν το ενδιαφέρον τους στα πολύ πρώιμα στάδια της ζωής, υπογραμμίζοντας ότι οι συνθήκες στις πρώτες ημέρες μετά τη σύλληψη είναι ικανές να επηρεάσουν τον οργανισμό δεκαετίες αργότερα.
Ειδικότερα, μια πρόσφατη έρευνα που είδε το φως της δημοσιότητας στο npj Aging καταδεικνύει ότι ο περιορισμός της ζάχαρης κατά τις πρώτες 1.000 ημέρες ζωής από τη σύλληψη συνδέεται με σημαντικά μειωμένες πιθανότητες εμφάνισης της νόσου Αλτσχάιμερ. Παράλληλα, το ίδιο χρονικό διάστημα συσχετίστηκε με χαμηλότερο κίνδυνο εκδήλωσης άνοιας από οποιαδήποτε αιτία, καθώς και συγκεκριμένων ψυχικών διαταραχών.
Το ιστορικό «φυσικό πείραμα» στη μεταπολεμική Βρετανία
Η έρευνα βασίστηκε σε μια μοναδική ιστορική συγκυρία. Κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και τα χρόνια που ακολούθησαν, η ζάχαρη τελούσε υπό αυστηρό δελτίο στο Ηνωμένο Βασίλειο, με τα παιδιά κάτω των δύο ετών να μην τη γεύονται καθόλου. Μετά την κατάργηση του περιορισμού τον Σεπτέμβριο του 1953, η κατανάλωση ζάχαρης στους ενήλικες εκτοξεύθηκε, σημειώνοντας σχεδόν διπλασιασμό. Αυτή η απόλυτη και ξαφνική μεταβολή έδωσε την ευκαιρία στους επιστήμονες να αντιπαραβάλουν πληθυσμιακές ομάδες που γεννήθηκαν ελάχιστα πριν και ελάχιστα μετά την άρση του μέτρου.
Στο πλαίσιο αυτό, αναλύθηκαν δεδομένα από 60.394 πολίτες που ήρθαν στον κόσμο μεταξύ 1951 και 1956 και καταγράφονται στη βρετανική βάση UK Biobank. Οι συμμετέχοντες κατηγοριοποιήθηκαν με βάση το αν ο περιορισμός της ζάχαρης αφορούσε μόνο τη ζωή στη μήτρα, την εγκυμοσύνη και την πρώιμη παιδική ηλικία ταυτόχρονα, ή καμία από τις δύο περιόδους.
Τι έδειξαν τα αποτελέσματα
Σύμφωνα με τα στοιχεία, συγκριτικά με όσους δεν είχαν βιώσει περιορισμό στην πρόσληψη ζάχαρης, όσοι πέρασαν τις πρώτες 1.000 ημέρες μετά τη σύλληψή τους σε αυτό το καθεστώς εμφάνισαν:
- 46% χαμηλότερο κίνδυνο νόσου Αλτσχάιμερ,
- 27% χαμηλότερο κίνδυνο άνοιας από οποιαδήποτε αιτία,
- 20% μικρότερο κίνδυνο αγχώδους διαταραχής,
- 11% μικρότερο κίνδυνο κατάθλιψης.
Αντιθέτως, δεν παρατηρήθηκε κάποια αντίστοιχη συσχέτιση όσον αφορά τη νόσο Πάρκινσον.
Επιπρόσθετα, οι ερευνητές εξέτασαν μαγνητικές τομογραφίες εγκεφάλου από 9.053 συμμετέχοντες, με στόχο να εντοπίσουν ενδείξεις νευροβιολογικής γήρανσης. Λαμβάνοντας υπόψη παραμέτρους όπως η γενετική προδιάθεση και το οικογενειακό ιστορικό, διαπίστωσαν ότι οι εγκέφαλοι των ατόμων που είχαν εκτεθεί στον περιορισμό της ζάχαρης έδειχναν, κατά μέσο όρο, περίπου 0,39 χρόνια νεότεροι από την πραγματική τους ηλικία. Ακόμη, καταγράφηκε μεγαλύτερος όγκος σε κρίσιμες περιοχές για τη μνήμη και τις γνωστικές διεργασίες, όπως ο ιππόκαμπος και ο θάλαμος.
«Τα ευρήματα αυτού του φυσικού πειράματος υποδηλώνουν ότι ο περιορισμός της ζάχαρης στην πρώιμη ζωή συνδέεται με ηπιότερη νευροβιολογική γήρανση και χαμηλότερο κίνδυνο άνοιας και ψυχιατρικών διαταραχών», αναφέρουν οι συγγραφείς της μελέτης.
Παρ' όλα αυτά, οι επιστήμονες είναι φειδωλοί και αποφεύγουν να κάνουν λόγο για τεκμηριωμένη σχέση αιτίας και αποτελέσματος.
«Τα ευρήματα χρειάζεται να επιβεβαιωθούν σε σύγχρονες πληθυσμιακές ομάδες, με λεπτομερή καταγραφή της διατροφής κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής, προτού αξιοποιηθούν για τη διαμόρφωση κλινικών συστάσεων ή πολιτικών δημόσιας υγείας», επισημαίνουν.
Συνολικά, τα δεδομένα ενισχύουν την άποψη ότι η διατροφική ισορροπία κατά την κύηση και την αρχή της ζωής ενδέχεται να διαμορφώνει τη μελλοντική υγεία του εγκεφάλου, χωρίς ωστόσο να τεκμηριώνεται πως η μειωμένη κατανάλωση ζάχαρης αποτέλεσε από μόνη της τον αποκλειστικό προστατευτικό παράγοντα.