Μια ιδιαίτερα ασυνήθιστη και «σκοτεινή» επιστημονική μελέτη επανεξετάζει τον κανιβαλισμό υπό το πρίσμα της βιολογίας και της εξέλιξης, επιχειρώντας να εξηγήσει γιατί το φαινόμενο έχει καταλήξει σε παγκόσμιο ανθρώπινο ταμπού.
Την έρευνα υπογράφουν ο Μίχαλ Μίσιακ από το Πανεπιστήμιο του Βρόκλαβ στην Πολωνία και ο Πετρ Τούρετσεκ από το Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα. Οι δύο επιστήμονες χρησιμοποίησαν μαθηματικά μοντέλα για να διερευνήσουν τις συνέπειες της κατανάλωσης ανθρώπινης σάρκας, καταλήγοντας σε ιδιαίτερα ανησυχητικά συμπεράσματα για τη μακροπρόθεσμη επιβίωση των πληθυσμών.
Σύμφωνα με τα ευρήματά τους, ο άνθρωπος μπορεί μεν ενεργειακά να αντιστοιχεί σε ένα «μέσο γεύμα», ωστόσο το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι οι θερμίδες, αλλά ο υψηλός κίνδυνος μετάδοσης ασθενειών. Όπως εξηγούν οι ερευνητές, τα παθογόνα έχουν πολύ μεγαλύτερη ευκολία να μεταδοθούν όταν ο «ξενιστής» έχει παρόμοια βιολογική δομή, κάτι που αυξάνει δραματικά τον κίνδυνο μόλυνσης.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις πριονικές ασθένειες, παθολογικές πρωτεΐνες που δεν καταστρέφονται ούτε με το μαγείρεμα και μπορούν να προκαλέσουν θανατηφόρες νευρολογικές παθήσεις. Χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα αποτελεί η κούρου, μια ασθένεια που είχε εμφανιστεί στη φυλή Φόρε της Παπούας Νέας Γουινέας, όπου τελούνταν τελετουργικός κανιβαλισμός νεκρών συγγενών.
Το μοντέλο των επιστημόνων δείχνει ότι όσο αυξάνεται η κατανάλωση ανθρώπινου ιστού μέσα σε έναν πληθυσμό, τόσο ενισχύεται εκθετικά και η εξάπλωση θανατηφόρων ασθενειών, οδηγώντας τελικά σε πιθανή πληθυσμιακή κατάρρευση.
Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι αυτοί οι βιολογικοί κίνδυνοι πιθανόν έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του ισχυρού κοινωνικού ταμπού γύρω από τον κανιβαλισμό, το οποίο λειτουργεί –όπως σημειώνουν– και ως μηχανισμός εξελικτικής προστασίας των ανθρώπινων κοινωνιών.
«Οι κοινότητες που δεν περιόρισαν τον κανιβαλισμό δεν επιβίωσαν», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μίσιακ, υπογραμμίζοντας πως τα κοινωνικά ταμπού συχνά έχουν βαθιές βιολογικές και επιβιωτικές ρίζες.