Συνεχίζουμε τη σειρά που ψάχνει τις αρχαίες λέξεις στον λόγο μας.
Στα πρώτα στάδια κάθε γλώσσας τα ονόματα των πραγμάτων είναι σχεδόν πάντα περιγραφές: τα ονομάζουμε από αυτό που κάνουν, από αυτό με το οποίο μοιάζουν, ή απλώς μετράμε τα μέρη τους. Με τον καιρό η φθορά της προφοράς συμπιέζει τη λέξη, τα συστατικά της συγχωνεύονται, και η περιγραφή γίνεται αδιαφανής. Ο ομιλητής πια δεν ακούει έναν χαρακτηρισμό· ακούει ένα όνομα. Η ετυμολογία σε αυτές τις περιπτώσεις κάνει κάτι πολύ απλό: ξεκολλάει τα κομμάτια που είχαν κολλήσει.
τράπεζα: το τετράποδο
Η αρχαία λέξη τράπεζα είναι σύνθετη, αν και δεν φαίνεται καθόλου. Προέρχεται από ένα *τετράπεζα, δηλαδή από το τετρα- («τέσσερα») και τη λέξη πέζα, που σήμαινε «πόδι, βάση» και συγγενεύει με το ποῦς. Το «τραπέζι» είναι, κυριολεκτικά, το τετράποδο.
Ξέρουμε ότι οι ίδιοι οι αρχαίοι είχαν συνείδηση αυτής της σύνθεσης, γιατί την έκαναν αστείο: σε κωμωδία του Αριστοφάνη διατυπώνεται η απορία «και πού θα βρω εγώ τρίποδη τράπεζα;» — μια αντίφαση όρων, αφού η τράπεζα εξ ορισμού έχει τέσσερα.
Να σημειωθεί ότι η ετυμολογία αυτή, αν και είναι η καθιερωμένη, δεν είναι απόλυτα βέβαιη: κάποιοι μελετητές συνδέουν το πρώτο συνθετικό με το «τρεις», παρατηρώντας ότι τα πρώιμα τραπέζια είχαν τρία πόδια.
Πώς το τραπέζι έγινε τράπεζα
Το σημερινό τραπέζι προέρχεται από το υποκοριστικό τραπέζιον, «τραπεζάκι» — άλλη μια περίπτωση στη σειρά μας όπου το μικρό έφαγε το μεγάλο.
Και η ίδια η αρχαία λέξη πήρε δεύτερη ζωή. Οι αργυραμοιβοί, οι άνθρωποι που άλλαζαν και δάνειζαν νομίσματα, δούλευαν πάνω σε πάγκους — σε τράπεζες. Η λέξη πέρασε από το έπιπλο στο επάγγελμα και από το επάγγελμα στο ίδρυμα. Ακριβώς το ίδιο συνέβη και στα ιταλικά με το banco, από όπου το αγγλικό bank.
Τι λέμε στ' αλήθεια
Όταν λέμε «κάθισε στο τραπέζι», λέμε ετυμολογικά «κάθισε στο τετραποδάκι».
Και υπάρχει ένας απόγονος που δεν τον υποψιάζεται κανείς: ο τραπεζίτης. Στα αρχαία η λέξη σήμαινε τον τραπεζίτη με τη σημερινή έννοια, αλλά και το γομφίο — το πίσω δόντι, εκείνο με την πλατιά, επίπεδη επιφάνεια σαν τραπέζι. Η οδοντιατρική ορολογία το κράτησε μέχρι σήμερα.
Πηγές
Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη), λ. τραπέζι, τράπεζα
LSJ, λ. τράπεζα, τραπέζιον