Συνεχίζουμε τη σειρά που ψάχνει τις αρχαίες λέξεις στον λόγο μας.
Η δημοτική δεν διαφέρει από τη λόγια μόνο στο λεξιλόγιο· διαφέρει και στους ήχους που ανέχεται. Η λαϊκή προφορά συστηματικά διέλυσε τα δύσκολα συμφωνικά συμπλέγματα: το -κτ- έγινε -χτ-, το -πτ- έγινε -φτ-, το -σθ- έγινε -στ-. Έτσι δημιουργήθηκαν ζεύγη που ζουν παράλληλα μέχρι σήμερα — νύκτα και νύχτα, ἑπτά και εφτά, κτίζω και χτίζω. Ο ομιλητής τα νιώθει ως δύο διαφορετικά υφολογικά επίπεδα, σπάνια όμως ως δύο πρόσωπα της ίδιας λέξης. Και σε μερικές περιπτώσεις, το ένα από τα δύο αποκόπηκε τόσο, που δεν το αναγνωρίζουμε καν.
λεπτόν: το πιο μικρό νόμισμα
Οι αρχαίοι είχαν αρκετές λέξεις για το χρήμα: χρήματα, ἀργύριον, νόμισμα. Καμία τους δεν έδωσε τη λέξη που χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητα.
Η λέξη που επικράτησε βγήκε από το επίθετο λεπτός — «ψιλός, μικρός, ισχνός». Το ουδέτερό του, λεπτόν, ουσιαστικοποιήθηκε στα ελληνιστικά χρόνια και δήλωσε ένα νόμισμα ελάχιστης αξίας, το μικρότερο που κυκλοφορούσε. Είναι αυτό ακριβώς που δίνει η χήρα στο γνωστό ευαγγελικό επεισόδιο: δύο λεπτά, το ελάχιστο δυνατό ποσό.
Ο πληθυντικός λεπτά πέρασε στη λαϊκή προφορά, το -πτ- έγινε -φτ-, και προέκυψαν τα λεφτά.
Τι λέμε στ' αλήθεια
Όταν λέμε «λεφτά», δεν λέμε «χρήματα». Λέμε τα ψιλά — τα κέρματα του πουγκιού, τη μικρότερη δυνατή υποδιαίρεση.
Η ελληνική δηλαδή ονόμασε το χρήμα από το φτωχότερο κομμάτι του, όπως θα το έκανε κάποιος που δεν είχε ποτέ αρκετό. Και το λόγιο αδερφάκι επιβιώνει δίπλα-δίπλα, ακέραιο: το ένα ευρώ έχει εκατό λεπτά.
Υπάρχει και τρίτος συγγενής, από άλλη γωνιά: το λεπτό του ρολογιού. Είναι η ίδια λέξη, μεταφρασμένη από το λατινικό pars minuta prima — «το πρώτο μικρό μέρος» της ώρας. Το «λεπτό» του χρόνου και τα «λεφτά» της τσέπης είναι, στην καταγωγή τους, η ίδια λέξη με την ίδια σημασία: το ψιλοκομμένο.
Πηγές
Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη), λ. λεφτά, λεπτό
LSJ, λ. λεπτόν
Βικιλεξικό, λ. λεφτά, λεπτόν