Συνεχίζουμε τη σειρά που ψάχνει τις αρχαίες λέξεις στον λόγο μας.
Η γλώσσα είναι φτωχή σε λέξεις και πλούσια σε μεταφορές. Αντί να πλάθει νέο λεξιλόγιο για κάθε νέο πράγμα, δανείζεται το όνομα κάποιου γνωστού με παρόμοιο σχήμα ή λειτουργία — και μετά από λίγες γενιές η παρομοίωση ξεχνιέται και μένει μόνο το όνομα. Στη νεοελληνική οι περιπτώσεις είναι αμέτρητες: το ποντίκι του υπολογιστή, το μάτι της κουζίνας, το πόδι του τραπεζιού. Το ίδιο έγινε και πριν από δεκαπέντε αιώνες, με τη διαφορά ότι εκείνες τις μεταφορές δεν τις βλέπουμε πια καθόλου.
κάραβος: το καρκινοειδές
Στα αρχαία ελληνικά ο κάραβος δεν ήταν πλοίο. Ήταν ζώο: είδος αστακού ή καραβίδας, ένα καρκινοειδές με σκληρό κέλυφος. Η λέξη επιβιώνει άθικτη σε αυτή τη σημασία μέχρι σήμερα, σε δύο τουλάχιστον λέξεις που δεν τις συνδέουμε ποτέ με τη θάλασσα των πλοίων: καραβίδα και, στα ιταλικά και τα ισπανικά, οι αντίστοιχοι όροι για τον αστακό.
Πώς ο αστακός έγινε πλοίο
Η μεταφορά είναι οπτική. Ένα σκάφος με καμπυλωτό, καμαρωτό σκαρί, τραβηγμένο στην αμμουδιά, μοιάζει με το κυρτό κέλυφος ενός καρκινοειδούς — και τα κουπιά που το κινούν από τα πλάγια συμπληρώνουν την εικόνα.
Έτσι σχηματίστηκε το υποκοριστικό καράβιον για ένα μικρό σκάφος, και από εκεί το μεσαιωνικό καράβι. Η λέξη ταξίδεψε και έξω: πέρασε στη λατινική ως carabus για ένα ελαφρύ βαρκάκι, και από τη μεσογειακή ναυτική γλώσσα προέκυψε αργότερα η πορτογαλική caravela — η καραβέλα με την οποία διασχίστηκε ο Ατλαντικός.
Τι λέμε στ' αλήθεια
Όταν λέμε «καράβι», ετυμολογικά λέμε «καραβιδάκι».
Και η επίσημη αρχαία λέξη για το πλοίο, η ναῦς, δεν χάθηκε — άλλαξε μόνο θέση. Ζει σε όλη τη σχετική ορολογία: ναυτικός, ναυτιλία, ναυπηγείο, ναυάγιο, ναύλος, ακόμη και στη ναυτία, τη ζάλη που παθαίνει κανείς πάνω στο καράβι.
Πηγές
Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη), λ. καράβι
LSJ, λ. κάραβος