Οι αμοιβές, ειδικά στα πρώτα χρόνια, δεν είναι ιδιαίτερα ελκυστικές. Η αναπλήρωση σημαίνει συχνά μετακινήσεις, ακριβά ενοίκια και αβεβαιότητα. Η γραφειοκρατία και οι απαιτήσεις αυξάνονται, ενώ το κοινωνικό κύρος του επαγγέλματος δεν είναι αυτό που ήταν κάποτε.
Κι όμως, χιλιάδες άνθρωποι εξακολουθούν να επιλέγουν την εκπαίδευση. Και αυτό είναι κάτι που δεν μπορούν να το καταλάβουν όσοι κάνουν χολερικά σχόλια σε ομάδες εκπαιδευτικών στα κοινωνικά δίκτυα: «ας κάνατε άλλη δουλειά», «παραιτηθείτε», «αν δεν σας αρέσει να πάτε αλλού»…
Τα κίνητρα δεν είναι ίδια για όλους. Κάποιος αγαπά το γνωστικό του αντικείμενο και θέλει να το μεταδώσει. Κάποιος άλλος επιλέγει την επαφή με τα παιδιά και τους εφήβους. Άλλος αναζητά μια εργασία με κοινωνική χρησιμότητα και άλλος τη σχετική ασφάλεια που μπορεί να προσφέρει ένας μόνιμος διορισμός. Συνήθως όλα αυτά συνυπάρχουν.
Αν δεν είμαστε «άνθρωποι της ηδονής χωρίς ψυχή» μπορούμε να δούμε έναν έφηβο ή μια έφηβη που θέλει να σπουδάσει κάτι ή να πέρασε σε μια σχολή και εκεί μέσα να του γεννήθηκε το ενδιαφέρον να το διδάξει; Γιατί τέτοια σκληρότητα απέναντι σε ανθρώπους που σπουδάζουν, μορφώνονται, ξοδεύονται και φεύγουν από το σπίτι τους… για να μάθουν τα παιδιά γράμματα;
Εδώ βρίσκεται και το παράδοξο της εκπαιδευτικής εργασίας: οι συνθήκες μπορεί να γίνονται δυσκολότερες, αλλά το ίδιο το περιεχόμενο της δουλειάς εξακολουθεί να ασκεί ισχυρή έλξη.
Ο εκπαιδευτικός βλέπει έναν μαθητή να καταλαβαίνει κάτι που μέχρι χθες του φαινόταν αδύνατο, ένα παιδί να αποκτά αυτοπεποίθηση, έναν νέο άνθρωπο να ανακαλύπτει ένα βιβλίο, μια επιστήμη ή μια ιδέα. Η εργασία του μπορεί να του προσφέρει κάτι που δεν μετριέται εύκολα: την αίσθηση ότι αυτό που κάνει έχει νόημα.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η ικανοποίηση μπορεί να αντικαταστήσει τον μισθό. Η αγάπη για τα παιδιά δεν πληρώνει το ενοίκιο και η κοινωνική προσφορά δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για κακές εργασιακές συνθήκες.
Ταυτόχρονα, τα κίνητρα έχουν αλλάξει επειδή άλλαξε και η κοινωνική θέση του επαγγέλματος. Κάποτε ο εκπαιδευτικός συνδεόταν περισσότερο με κοινωνικό κύρος και ασφαλή επαγγελματική αποκατάσταση. Σήμερα μπορεί να προηγούνται χρόνια αναπλήρωσης, μετακινήσεων και συνεχούς συλλογής προσόντων.
Γι' αυτό και ίσως το σημαντικότερο ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο «γιατί κάποιος γίνεται εκπαιδευτικός;», αλλά:
Τι πρέπει να προσφέρει μια κοινωνία ώστε τα καλύτερα μυαλά της και οι πιο ταλαντούχοι άνθρωποι να θέλουν να γίνουν εκπαιδευτικοί;
Τι πρέπει να προσφέρει μια κοινωνία ώστε αυτός/-η που θέλει να γίνει εκπαιδευτικός να θέλει, δέκα ή είκοσι χρόνια αργότερα, να παραμείνει εκπαιδευτικός;
Γιατί κανένα εκπαιδευτικό σύστημα δεν μπορεί να στηρίζεται για πάντα μόνο στο φιλότιμο και στην αγάπη των ανθρώπων για τη δουλειά τους.