Εκπαίδευση 0

Η επαρχία αδειάζει. Το σχολείο θα μένει αμέτοχο;

θρανια
Google Logo Μάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις. Βάλε το alfavita.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google
Η εκπαίδευση οφείλει να δώσει στους νέους και στις νέες όχι μόνο τη δυνατότητα να φύγουν, αλλά και τους λόγους, τις γνώσεις και τις ευκαιρίες για να μπορούν κάποτε να επιστρέψουν

Υπάρχει ένα σημείο πέρα από το οποίο η δημογραφική συρρίκνωση μιας περιοχής παύει να αποτελεί απλώς ένα στατιστικό πρόβλημα και μετατρέπεται σε ζήτημα επιβίωσης. Για πολλές περιοχές της ελληνικής περιφέρειας φαίνεται ότι έχουμε ήδη πλησιάσει επικίνδυνα αυτό το σημείο. Οι νέες ηλικίες μειώνονται, ο πληθυσμός γερνά, επαγγελματικές και κοινωνικές δραστηριότητες περιορίζονται και ολόκληρες τοπικές κοινωνίες δυσκολεύονται σταδιακά να ανανεώσουν το ανθρώπινο δυναμικό τους.

Απέναντι σε αυτή την εξέλιξη συζητούμε συνήθως για οικονομικά κίνητρα, επενδύσεις, φορολογικές ελαφρύνσεις, υποδομές και νέες θέσεις εργασίας. Όλα αυτά είναι απολύτως αναγκαία. Ωστόσο, δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή πολιτική για την επιστροφή των νέων αν η εκπαίδευση μένει έξω από τον σχεδιασμό. Τα νέα παιδιά δεν αποφασίζουν ξαφνικά στα τριάντα τους αν ένας τόπος έχει μέλλον γι’ αυτά. Αυτή η εικόνα οικοδομείται από τα σχολικά τους χρόνια: από το αν γνωρίζουν τις δυνατότητες του τόπου τους, αν βλέπουν σε αυτόν πεδία δημιουργίας, αν διαθέτουν τις δεξιότητες για να αξιοποιήσουν τους πόρους του και αν έχουν μάθει να θεωρούν την περιφέρεια τόπο προοπτικής και όχι απλώς αφετηρία αναχώρησης. Γι’ αυτό η εκπαιδευτική πολιτική αποτελεί και κρίσιμη διάσταση της περιφερειακής ανάπτυξης.

Για πολλές δεκαετίες, η απόκτηση όσο το δυνατόν καλύτερης εκπαίδευσης υπήρξε για τα παιδιά της ελληνικής επαρχίας ένας δρόμος χειραφέτησης και κοινωνικής κινητικότητας. Η χαρακτηριστική οικογενειακή προτροπή «να μάθεις γράμματα, για να φύγεις» εξέφραζε μια ιστορική πραγματικότητα. Το σχολείο και αργότερα το πανεπιστήμιο άνοιγαν ορίζοντες που η τοπική κοινωνία συχνά δεν μπορούσε να προσφέρει. Έδωσαν σε χιλιάδες νέους τη δυνατότητα να σπουδάσουν, να εργαστούν, να γνωρίσουν άλλους κόσμους και να διεκδικήσουν μια διαφορετική ζωή.

Αυτή η κατάκτηση δεν πρέπει ούτε να αμφισβητηθεί ούτε να αναστραφεί. Η κινητικότητα είναι μορφή ελευθερίας. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η φυγή γίνεται σχεδόν η μοναδική μορφή επιτυχίας που το εκπαιδευτικό και κοινωνικό μας σύστημα μπορεί να φανταστεί για έναν νέο της περιφέρειας.

Η πρόκληση της εποχής μας είναι επομένως διαφορετική. Χρειάζεται να προσθέσουμε στο δικαίωμα της αναχώρησης και ένα εξίσου σημαντικό δικαίωμα: τη δυνατότητα της επιστροφής. Οι νέοι και οι νέες αναμένεται να έχουν το δικαίωμα να σπουδάσουν, να εργαστούν αλλού, να αποκτήσουν εμπειρίες και γνώσεις και, εφόσον το θελήσουν, να επιστρέψουν στον τόπο τους χωρίς να αισθανθούν ότι αυτή η επιλογή συνεπάγεται παραίτηση από τις φιλοδοξίες τους.

Για να γίνει όμως αυτό, δεν αρκεί να δημιουργηθούν εκ των υστέρων ορισμένες θέσεις εργασίας ή να δοθούν κάποια οικονομικά κίνητρα. Πρέπει από πολύ νωρίτερα ο νέος άνθρωπος να γνωρίζει τον τόπο του όχι μόνο ως τόπο καταγωγής, αλλά και ως χώρο δυνατοτήτων αλλά και περιορισμών.

Ένα σοβαρό προειδοποιητικό σήμα δημογραφικής υφής

Τα δημογραφικά δεδομένα είναι ήδη ανησυχητικά. Στη Δυτική Ελλάδα, για παράδειγμα, ο μόνιμος πληθυσμός μειώθηκε μεταξύ των απογραφών του 2011 και του 2021. Ακόμη σημαντικότερη είναι η μεταβολή στη σύνθεσή του: οι ηλικιακές ομάδες 20-29 και 30-39 ετών μειώθηκαν αισθητά, ενώ οι μεγαλύτερες ηλικίες αυξήθηκαν.

Οι αριθμοί αυτοί δεν αφορούν μόνο το μέγεθος του πληθυσμού. Αφορούν τη δυνατότητα μιας κοινωνίας να αναπαράγεται οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά. Όταν μειώνονται σταθερά οι ηλικίες στις οποίες δημιουργούνται οικογένειες, επιχειρήσεις, νέες επαγγελματικές δραστηριότητες και κοινωνικές πρωτοβουλίες, αποδυναμώνεται σταδιακά ολόκληρο το τοπικό οικοσύστημα. Μια περιοχή δεν χάνει απλώς κατοίκους. Χάνει ανθρώπους που θα μπορούσαν να στελεχώσουν τα σχολεία, τα νοσοκομεία, τις επιχειρήσεις και την αυτοδιοίκηση, να αναλάβουν γεωργικές ή κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις, να εισαγάγουν νέες τεχνολογίες, να δημιουργήσουν υπηρεσίες, να συμμετάσχουν σε συλλογικές δραστηριότητες και να συλλάβουν νέες ιδέες.

Αν αυτή η διαδικασία συνεχιστεί για αρκετό διάστημα, δημιουργεί έναν αυτοτροφοδοτούμενο μηχανισμό συρρίκνωσης. Η μείωση του πληθυσμού περιορίζει τις υπηρεσίες και τις επαγγελματικές ευκαιρίες, ενώ η μείωση των ευκαιριών ενθαρρύνει ακόμη περισσότερους νέους να φύγουν.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο η εκπαίδευση οφείλει να αποτελέσει μέρος της συζήτησης και της αναζήτησης λύσεων.

Τι γνωρίζουν οι μαθητές και οι μαθήτριες για τον τόπο τους;

Το ερώτημα είναι απλό, αλλά δύσκολο να απαντηθεί: τι γνωρίζει πραγματικά ένα δεκαοκτάχρονο παιδί για την περιοχή στην οποία μεγάλωσε όταν ολοκληρώνει τη σχολική του εκπαίδευση;

Μπορεί να έχει διδαχθεί σημαντικές γνώσεις από πολλές επιστήμες, αλλά να γνωρίζει ελάχιστα για την οικονομική και παραγωγική φυσιογνωμία του τόπου του. Μπορεί να μη γνωρίζει ποια προϊόντα παράγονται, ποιες επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται, ποιες ειδικότητες έχουν ζήτηση, ποιες ανάγκες παραμένουν ακάλυπτες, ποιοι φυσικοί πόροι υπάρχουν, ποιες νέες δραστηριότητες θα μπορούσαν να αναπτυχθούν.

Ακόμη λιγότερο πιθανό είναι να έχει διερευνήσει με συστηματικό τρόπο πώς οι νέες τεχνολογίες μπορούν να μετασχηματίσουν την οικονομία της περιοχής του. Η ψηφιακή γεωργία, τα γεωγραφικά συστήματα πληροφοριών, οι αισθητήρες, τα drones, η τεχνητή νοημοσύνη, το ηλεκτρονικό εμπόριο και οι σύγχρονες μορφές ενεργειακής και περιβαλλοντικής διαχείρισης παρουσιάζονται συνήθως ως γενικά στοιχεία ενός τεχνολογικού μέλλοντος. Σπανιότερα συνδέονται με ένα συγκεκριμένο χωράφι, μια μικρή επιχείρηση, έναν τοπικό συνεταιρισμό, έναν ορεινό προορισμό, έναν πολιτιστικό πόρο ή ένα πραγματικό πρόβλημα της περιοχής.

Έτσι, μπορεί να δημιουργείται ένα παράδοξο: οι μαθητές και οι μαθήτριες γνωρίζουν τον κόσμο, αλλά όχι τον τόπο στον οποίο ζουν. Και όταν έρθει η στιγμή να φανταστούν το επαγγελματικό τους μέλλον, είναι φυσικό να το τοποθετούν σχεδόν αποκλειστικά αλλού.

Ο ΟΟΣΑ χρησιμοποιεί πλέον τον όρο place-sensitive curriculum, δηλαδή ένα πρόγραμμα σπουδών που λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες, ανάγκες και δυνατότητες ενός τόπου. Η συζήτηση αυτή έχει μεγάλη σημασία, διότι μας υποχρεώνει να προσεγγίσουμε την εκπαίδευση όχι μόνο ως μηχανισμό μετάδοσης γενικών γνώσεων, αλλά και ως θεσμό που διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι και οι νέες αντιλαμβάνονται τη σχέση τους με τον χώρο στον οποίο μεγάλωσαν.

Αν το σχολείο αναπαράγει την αντίληψη ότι η μεγάλη πόλη αποτελεί τον κατεξοχήν χώρο προόδου και η περιφέρεια έναν χώρο περιορισμένων δυνατοτήτων, τότε συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας συγκεκριμένης εικόνας επιτυχίας. Και αυτή η εικόνα έχει πραγματικές δημογραφικές συνέπειες.

Από τη γνώση του τόπου στη δυνατότητα παρέμβασης

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ένα ακόμη μάθημα τοπικής ιστορίας ούτε μια εξιδανικευμένη παρουσίαση της ιδιαίτερης πατρίδας. Ο στόχος πρέπει να είναι πολύ περισσότερο απαιτητικός.

Οι μαθητές και οι μαθήτριες χρειάζεται να μάθουν να παρατηρούν τον τόπο τους, να αναγνωρίζουν τόσο τις δυνατότητες όσο και τις αδυναμίες του και, κυρίως, να αποκτούν την εμπειρία ότι μπορούν να συμμετέχουν στη βελτίωσή του.

Ένα εγκαταλειμμένο δημόσιο κτίριο, μια περιοχή που θα μπορούσε να αποκτήσει τουριστική ή πολιτιστική χρήση, ένα τοπικό προϊόν χωρίς οργανωμένη ταυτότητα, ένα περιβαλλοντικό πρόβλημα, μια δυσκολία πρόσβασης για ανθρώπους με αναπηρία ή μια μικρή επιχείρηση που χρειάζεται ψηφιακό μετασχηματισμό μπορούν και οφείλουν να αποτελέσουν αφετηρίες εκπαιδευτικής εργασίας. Οι μαθητές και οι μαθήτριες θα μπορούσαν να συγκεντρώνουν δεδομένα, να συνομιλούν με ειδικούς και κατοίκους, να μελετούν τεχνολογικές δυνατότητες, να υπολογίζουν κόστος, να συγκρίνουν λύσεις και να διατυπώνουν τεκμηριωμένες προτάσεις.

Μια τέτοια διαδικασία θα άλλαζε ουσιαστικά και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ενεργό πολιτειότητα. Η συμμετοχή στα κοινά δεν μαθαίνεται μέσα από τη θεωρητική περιγραφή των θεσμών. Καλλιεργείται όταν ο νέος άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι η γνώση του μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να επηρεάσει πραγματικές καταστάσεις. Η σχέση με τον τόπο ενισχύεται με τον ίδιο τρόπο. Δεν δημιουργείται επειδή ζητούμε από τα παιδιά να αγαπούν τον τόπο τους. Δημιουργείται όταν τον γνωρίζουν σε βάθος, κατανοούν τις αντιφάσεις του, μπορούν να φανταστούν πώς θα μπορούσε να γίνει καλύτερος και αποκτούν τα εφόδια για να παρέμβουν ενεργά στη ζωή του, να διεκδικήσουν αλλαγές και να συμμετάσχουν στη διαμόρφωση του μέλλοντός του.

Η τεχνολογία στην υπηρεσία της τοπικής ανάπτυξης

Ιδιαίτερη σημασία έχει εδώ η σχέση τεχνολογίας και περιφερειακής ανάπτυξης.

Ένας περιορισμός που εντοπίζεται στη δημόσια συζήτηση στις μέρες μας είναι ότι οι δυνατότητες της τεχνολογίας παρουσιάζονται συχνά ως ένα ζήτημα που αφορά κυρίως τις μεγάλες πόλεις, τα ερευνητικά κέντρα ή τις μεγάλες επιχειρήσεις. Στην πραγματικότητα, πολλές από τις σημαντικότερες εφαρμογές της μπορούν να αφορούν άμεσα την περιφέρεια.

Η γεωργία ακριβείας, η παρακολούθηση καλλιεργειών με αισθητήρες και δορυφορικά δεδομένα, η διαχείριση νερού, η πρόληψη φυσικών καταστροφών, οι ενεργειακές κοινότητες, η ψηφιακή προβολή τοπικών προϊόντων, οι εφαρμογές πολιτιστικού τουρισμού και οι υπηρεσίες εξ αποστάσεως μπορούν να μεταβάλουν ουσιαστικά τις δυνατότητες μιας περιοχής.

Τις προοπτικές αυτές καλούνται να αντιλαμβάνονται οι μαθητές και οι μαθήτριες πριν εγκαταλείψουν το σχολείο.

Δεν χρειάζεται να γνωρίζουν μόνο ποια επαγγέλματα υπάρχουν σήμερα. Χρειάζεται να μάθουν να διερευνούν ποια επαγγέλματα μπορούν να δημιουργηθούν αύριο.

Εδώ βρίσκεται ίσως και η σημαντικότερη σύνδεση ανάμεσα στην εκπαίδευση και την τοπική ανάπτυξη: η εκπαίδευση δεν πρέπει απλώς να προσαρμόζεται στην υπάρχουσα οικονομία. Πρέπει να δημιουργεί ανθρώπους ικανούς να μετασχηματίσουν αυτή την οικονομία.

Τι μας δείχνουν άλλες ευρωπαϊκές περιοχές

Υπάρχουν ήδη ενδιαφέροντα παραδείγματα στην Ευρώπη που δείχνουν ότι η σύνδεση εκπαίδευσης, τοπικής οικονομίας και επιστροφής των νέων μπορεί να αποκτήσει συγκεκριμένη μορφή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι απροβλημάτιστη η μεταφορά «ξένων, επιτυχημένων συνταγών» στο ελληνικό συγκείμενο.

Στην Καταλονία, το πρόγραμμα Odisseu αναπτύχθηκε με στόχο την αντιμετώπιση της φυγής νέων από αγροτικές περιοχές. Συνδέει νέα άτομα καθώς και φοιτητές και φοιτήτριες με επιχειρήσεις της περιφέρειας, οργανώνει αμειβόμενες πρακτικές και δημιουργεί μηχανισμούς μέσω των οποίων ένα νέο άτομο μπορεί να γνωρίσει πραγματικές επαγγελματικές δυνατότητες στον τόπο του. Η αξία αυτής της πρακτικής είναι ότι δεν περιορίζεται στην προτροπή προς τα άτομα αυτά να επιστρέψουν. Δημιουργεί τις συνδέσεις που καθιστούν την επιστροφή περισσότερο ρεαλιστική.

Στη Σκωτία, το Developing the Young Workforce έχει ενισχύσει συστηματικά τη συνεργασία ανάμεσα σε σχολεία, εργοδότες και τοπικές οικονομίες. Οι μαθητές και μαθήτριες έρχονται σε επαφή με επιχειρήσεις και επαγγελματικές διαδρομές πριν ολοκληρώσουν τη σχολική τους εκπαίδευση, ώστε η μετάβαση από το σχολείο στην εργασία να μην αποτελεί μια εντελώς άγνωστη διαδικασία.

Στη Χώρα των Βάσκων, το Urratsbat αξιοποιεί κέντρα επαγγελματικής εκπαίδευσης και ως χώρους επιχειρηματικής επώασης. Όσα νέα άτομα διαθέτουν μια επιχειρηματική ιδέα μπορούν να βρουν συμβουλευτική υποστήριξη, εργαστήρια και εξοπλισμό, ώστε να περάσουν από τη θεωρητική γνώση στη δοκιμή μιας πραγματικής δραστηριότητας.

Παρόμοιες πρωτοβουλίες σε αγροτικές περιοχές της Ισπανίας έχουν δώσει σε νέους και νέες τη δυνατότητα να εντοπίζουν πραγματικά προβλήματα των κοινοτήτων τους και να σχεδιάζουν τεχνολογικές λύσεις.

Τα παραδείγματα αυτά διαφέρουν μεταξύ τους, αλλά έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: αντιμετωπίζουν την εκπαίδευση ως οργανικό μέρος της περιφερειακής ανάπτυξης.

Το σχολείο ως εργαστήριο για το μέλλον του τόπου

Σε αυτή τη λογική θα μπορούσε να κινηθεί και μια νέα ελληνική πρωτοβουλία. Κάθε Γυμνάσιο, Λύκειο και ΕΠΑΛ της περιφέρειας θα μπορούσε να λειτουργεί ως ένα μικρό εργαστήριο για το μέλλον του τόπου. Ζητούμενο δεν είναι να δημιουργηθεί ακόμη ένα ξεχωριστό μάθημα ούτε μια περιστασιακή σχολική δράση. Απαιτείται να οργανωθεί ένας σταθερός μηχανισμός συνεργασίας ανάμεσα στο σχολείο, την τοπική αυτοδιοίκηση, τα πανεπιστήμια, τις επιχειρήσεις, τους παραγωγούς και τους κοινωνικούς φορείς.

Οι μαθητές και μαθήτριες θα μπορούσαν κάθε χρόνο να μελετούν συγκεκριμένα ζητήματα της περιοχής τους, να αξιοποιούν γνώσεις από διαφορετικά μαθήματα, να συνεργάζονται με επαγγελματίες και ερευνητές και να καταλήγουν σε προτάσεις που θα παρουσιάζονται δημόσια. Θα είχε ιδιαίτερη σημασία αυτές οι προτάσεις να μην μένουν στο εσωτερικό του σχολείου. Οι δήμοι και οι τοπικοί φορείς θα μπορούσαν να οργανώνουν διαδικασίες δημόσιας παρουσίασης, αξιολόγησης και, όπου είναι εφικτό, εφαρμογής επιλεγμένων μαθητικών προτάσεων.

Με αυτόν τον τρόπο, ο μαθητικός πληθυσμός θα αποκτούσε κάτι που το σημερινό σχολείο δύσκολα του προσφέρει: την εμπειρία ότι η γνώση μπορεί να μεταβάλει τον πραγματικό κόσμο.

Ο τόπος δεν αλλάζει μόνο με την εκπαίδευση· δύσκολα όμως αλλάζει χωρίς αυτήν

Θα ήταν βέβαια αφελές να πιστέψουμε ότι ένα διαφορετικό σχολείο μπορεί μόνο του να αναστρέψει τη δημογραφική συρρίκνωση. Το σχολείο, άλλωστε, αδυνατεί από μόνο του να συμβάλλει μονομερώς στην επίλυση διαφόρων προβλημάτων που ταλανίζουν την κοινωνία, χωρίς τη συνδρομή και άλλων φορέων ή δρώντων. Οι νέοι και οι νέες θα επιστρέψουν ή θα παραμείνουν σε έναν τόπο μόνο αν υπάρχουν αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας, σύγχρονες υποδομές, υπηρεσίες υγείας, παιδική φροντίδα, κατοικία, μεταφορές, πολιτιστική ζωή και ένα ευρύτερο περιβάλλον που επιτρέπει μια καλή καθημερινότητα.

Η εκπαίδευση, όμως, μπορεί να δημιουργήσει μια κρίσιμη προϋπόθεση: νέους ανθρώπους που γνωρίζουν τον τόπο τους, κατανοούν τις δυνατότητές του, διαθέτουν σύγχρονες δεξιότητες, έχουν δημιουργήσει δίκτυα και μπορούν να φανταστούν τον εαυτό τους ως μέρος της μελλοντικής του ανάπτυξης.

Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από μια νοσταλγική έκκληση επιστροφής στις ρίζες.

Στόχος δεν είναι να πεισθούν τα παιδιά να μείνουν στον τόπο τους. Είναι να διασφαλισθεί ότι, όταν έρθει η ώρα των επιλογών τους, η παραμονή ή η επιστροφή θα αποτελούν πραγματικές δυνατότητες και όχι μορφές αυτοθυσίας.

Γι’ αυτό και η σχέση εκπαίδευσης και τόπου πρέπει να αποτελέσει πλέον κεντρικό θέμα της εκπαιδευτικής και αναπτυξιακής πολιτικής.

Χρειάζεται ένα σχολείο που να ανοίγει τον κόσμο στα παιδιά, χωρίς να εξαφανίζει από τον ορίζοντά τους τον τόπο από τον οποίο ξεκίνησαν. Ένα σχολείο που να τους επιτρέπει να γνωρίσουν άλλες πόλεις, άλλες χώρες, άλλες επιστήμες και άλλες δυνατότητες, αλλά ταυτόχρονα να τα εξοπλίζει ώστε να μπορούν να επιστρέψουν και να μεταφέρουν εκεί γνώσεις, εμπειρίες και δημιουργικότητα.

Γιατί το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι οι νέοι της περιφέρειας φεύγουν για να σπουδάσουν και να γνωρίσουν τον κόσμο.

Το πραγματικό πρόβλημα θα είναι να φτάσουμε κάποτε στο σημείο όπου, ακόμη κι αν θελήσουν να επιστρέψουν, ο τόπος τους δεν θα διαθέτει πλέον ούτε τις ευκαιρίες ούτε τις κοινωνικές και παραγωγικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να τους υποδεχθούν.

Χρειάζεται να δημιουργήσουμε έναν τόπο που θα αξίζει να επιλέξουν. Και σε αυτή την προσπάθεια το σχολείο πρέπει να βρεθεί από την αρχή στο κέντρο του σχεδιασμού. Γιατί σε λίγα χρόνια μπορεί να ανακαλύψουμε ότι ξοδέψαμε τεράστια ποσά για δρόμους, πλατείες και υποδομές, αλλά δεν επενδύσαμε στο σημαντικότερο: στους ανθρώπους που θα έμεναν για να τους δώσουν ζωή.

Η περιφέρεια χάνει ήδη τα παιδιά της. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν πρέπει να αντιδράσουμε. Το ερώτημα είναι αν θα προλάβουμε.

*Γιάννη Μπέτσα, Αναπληρωτή Καθηγητή στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, και

Αριστοτέλη Ζμα, Αναπληρωτή Καθηγητή στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

0 Δείτε τα σχόλια

Όλες οι σημαντικές ειδήσεις στο alfavita.gr

Πίνακες Αναπληρωτών - Προσλήψεις 2026: Όλα τα ονόματα έγκυρα και έγκαιρα στο alfavita

Ήξερες ότι το «χαλί» δεν είναι ελληνική λέξη; Πώς λέγεται στα ελληνικά

Google Logo Μάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις. Βάλε το alfavita.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google
Viber Ακολουθήστε το Αlfavita στο Viber

εκπαίδευση