Πρόσφατα ανέβηκε στην ψηφιακή βιβλιοθήκη διδακτικών βιβλίων «Μελίσπη» το βιβλίο της Βυζαντινής και Μεσαιωνικής Ιστορίας Β΄ Γυμνασίου (εκδόσεις Πεδίο) από τους συγγραφείς Νικολέττα Γιαντσή, Κατερίνα Κωνσταντινίδου, Νίκο Λινάρδο, Μαρίλια Λυκάκη και Γεώργιο Πάλλη, στους οποίους αξίζουν πολλά συγχαρητήρια για το έργο που επιτέλεσαν, με το οποίο και ανανεώνουν σε σημαντικό βαθμό την πρόσληψη του Βυζαντίου στη μαθητιώσα νεολαία. Ο γράφων, διδάσκων για πολλά χρόνια το συγκεκριμένο αντικείμενο στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και έχοντας και ο ίδιος ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ευαισθησία και προσωπική έρευνα πάνω σε αυτό, προχωρά εδώ σε μια πρώτη αποτίμησή του βιβλίου, αποφεύγοντας για λόγους οικονομίας τις παραπομπές και υποσημειώσεις και με τη σημείωση φυσικά ότι κάθε διδακτικό βιβλίο δοκιμάζεται και καταξιώνεται στην πράξη. Ελλείψει άλλου, νέου διδακτικού εγχειριδίου η αξιοποίηση του συγκεκριμένου καθίσταται μονόδρομος του παραχρόνου για όλα τα Γυμνάσια της χώρας, γι’ αυτό και είναι σημαντική η κριτική αποτίμησή του όσο και η κατά σημεία σύγκρισή του με το ισχύον διδακτικό εγχειρίδιο της ιστορίας Β΄ Γυμνασίου του Ιωάννη Δημητρούκα και Θουκυδίδη Ιωάννου.
Ξεκινώντας από τα θετικά στοιχεία του νέου εγχειριδίου, θα συμπεριλαμβάναμε σε αυτά οπωσδήποτε καταρχάς τους συνολικά 24 χάρτες του, που είναι και πολύ πιο ολοκληρωμένοι και παραστατικοί έναντι των 14 χαρτών του εν χρήσει διδακτικού βιβλίου, με μία εξαίρεση στην οποία θα γίνει λόγος παρακάτω. Υπάρχουν ακόμη καλύτερες και οπτικά πιο ξεκάθαρες χρονογραμμές, οι οποίες και προτάσσονται στην αρχή κάθε κεφαλαίου. Θετική είναι και η παράθεση των ειδικών όρων του κάθε κεφαλαίου στο τέλος του με αρκετά κατατοπιστικό τρόπο («γλωσσάρι»). Όσον αφορά τις εικόνες, στο νέο βιβλίο υπάρχουν συνολικά περίπου 118 έναντι 85 του παλαιού με έμφαση στις μικρογραφίες χειρογράφων και στη βυζαντινή αρχιτεκτονική (κυρίως εκκλησίες). Έπειτα η αφήγηση είναι σε αρκετές περιπτώσεις πολύ πιο τεκμηριωμένη και γίνεται πολύ καλύτερη ανάλυση κομβικών γεγονότων, όπως η άλωση του 1204 – στην οποία το τωρινό βιβλίο αφιερώνει 47 λέξεις όλες κι όλες – η άλωση του 1453, η επισήμανση του «Ακάθιστου Ύμνου» και της «Κυριακής της Ορθοδοξίας», η στοιχειοθετημένη αναφορά στην Καταλανική Κομπανία, η ανάδειξη της σημασίας της βουβωνικής πανώλης στο ύστερο Βυζάντιο ως έναν από τους παράγοντες αποδυνάμωσής του, η παράθεση πηγών για τη βυζαντινή κουζίνα, τη βυζαντινή πολεμική τέχνη και στρατηγική, τη διπλωματία και πολλά άλλα. Επιπλέον οι ερωτήσεις στο τέλος κάθε κεφαλαίου έχουν σαφή προσανατολισμό στην καλλιέργεια της κρίσης και της ιστορικής συνείδησης του μαθητή, ορισμένες είναι ερευνητικού χαρακτήρα και άλλες δίνουν προεκτάσεις στη σύγχρονη εποχή προσφέροντας την ευκαιρία για τον αντίστοιχο προβληματισμό και τον διάλογο παρελθόντος – παρόντος. Τέλος – και με την αξιοποίηση του κωδικού QR – υπάρχουν πολλές περισσότερες πηγές – παραθέματα στη διάθεση του διδάσκοντος αλλά και ωραιότατες διαδραστικές ασκήσεις για τους μαθητές, όπως ασκήσεις κλειστού τύπου, επανάληψης, εμπέδωσης της ύλης και αναστοχασμού και με επιπλέον χάρτες, εννοιολογικούς πίνακες, κρυπτόλεξα, παιχνίδια, πρόσθετο και ποικίλο πληροφοριακό υλικό με εικόνες, ηχητικά αρχεία και άλλα (παρεμπιπτόντως, το κρυπτόλεξο με κωδικό QR της σελ. 89 μου ζητούσε ειδική εφαρμογή για να ανοίξει…).
Σημεία κριτικής:
Α. εικόνες. Απ΄ όλες τις απεικονίσεις βυζαντινών καλλιτεχνημάτων υπάρχει μόλις μία φορητής εικόνας και καμία ελεφαντοστέινου έργου, μάλιστα απουσιάζει ακόμα και η ρητή αναφορά στην ελεφαντουργία στο οικείο κεφάλαιο της βυζαντινής τέχνης, σε αντίθεση με το νυν εγχειρίδιο, στο οποίο απεικονίζονται και τρία βυζαντινά ελεφαντουργήματα. Επιπλέον, αν και ορθώς αναδεικνύεται η σχέση του Βυζαντίου με την αρχαία ελληνική γραμματεία και τέχνη (βλέπε ιδιαίτερα σσ. 81-82, 137) δεν υπάρχει καμία αντίστοιχη εικόνα βυζαντινού καλλιτεχνήματος που να αναδεικνύει στα μάτια του μαθητή αυτή τη σχέση. Θα αρκούσε, ίσως, η απεικόνιση του περίφημου βυζαντινού ελεφάντινου κιβωτιδίου από το Veroli (10ος – 11ος αιώνας, σήμερα στο Μουσείο Βικτώριας και Αλβέρτου), με τις παραστάσεις της απαγωγής της Ευρώπης από τον Δία, του Βελλεροφόντη με τον Πήγασο, της Ιφιγένειας, του διονυσιακού θιάσου και άλλων μορφών, ή του βυζαντινού ελεφάντινου κιβωτιδίου του Darmstadt (10ος αι.) με τις αλληγορικές παραστάσεις από τον μύθο του Ηρακλή αλλά και του Αλέξανδρου του ψευδο-Καλλισθένη ως βυζαντινού αυτοκράτορα στη γνωστή σκηνή της ουράνιας ανόδου του σε άρμα με γρύπες. Το κλασικό βιβλίο του Weitzmann, Greek Mythology in Byzantine Art, παρέχει πλείστα ακόμη τέτοια παραδείγματα. Ακόμη, στη σελίδα 81 και στο κεφάλαιο για τη Μακεδονική Αναγέννηση εμφανίζεται ως εικόνα η γνωστή μεταγενέστερη κομνήνεια ψηφιδωτή σύνθεση με τον Ιωάννη Β΄ Κομνηνό και τη σύζυγό του Ειρήνη – Πιρόσκα της Ουγγαρίας εκατέρωθεν της βρεφοκρατούσας Παναγίας. Αντ’ αυτής, θα μπορούσε να μπει η επίσης στην Αγία Σοφία Κωνσταντινούπολης ευρισκόμενη ψηφιδωτή σύνθεση του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου και της Ζωής εκατέρωθεν του ένθρονου Χριστού που εντάσσεται χρονολογικά στην περίοδο της Μακεδονικής Αναγέννησης και να μετακινηθεί το ψηφιδωτό με τον Ιωάννη Β΄ στο κεφάλαιο για τους Κομνηνούς. Τέλος, στην εικόνα του ψηφιδωτού της σελίδας 94 θα πρέπει να διορθωθεί η λεζάντα ως προς το απεικονιζόμενο πρόσωπο που είναι ο πρωτότοκος γιος του Ιωάννη Β΄ Κομνηνού Αλέξιος – και όχι η Άννα Κομνηνή - πιθανότατα επ’ αφορμή της ανακήρυξής του ως συναυτοκράτορα (1122).
Β. Χάρτες. Στο σύνολο των πραγματικά εξαιρετικών χαρτών, - συμπεριλαμβανομένου και ενός τοπογραφικού της βυζαντινής Κωνσταντινούπολης – υπάρχει και ένας προβληματικός στη σελ. 29, ο χάρτης των θεμάτων κατά τον 8ο αιώνα, με ανακρίβεια στην απεικόνιση των συνόρων του βυζαντινού κράτους μεταξύ Νέστου και Στρυμόνος, όπου ο χάρτης δείχνει ολόκληρη την Ανατολική Μακεδονία μέχρι και την παραλιακή ζώνη εκτός συνόρων κατά τον 8ο αιώνα. Μάλιστα λίγο παραπάνω υπάρχει η ένδειξη «Βουλγαρικό Χανάτο», οπότε και ο αναγνώστης του χάρτη μένει με την εντύπωση πως κατά τον 8ο αιώνα οι Βούλγαροι είχαν κατακτήσει ολόκληρη την Ανατολική Μακεδονία και το Βουλγαρικό Χανάτο επεκτείνονταν ως την ακτογραμμή του σημερινού νομού Καβάλας, αποκόπτοντας την Κωνσταντινούπολη από τη Θεσσαλονίκη. Καταρχάς ο χάρτης αυτός έρχεται σε αντίθεση με έναν άλλο χάρτη που παρατίθεται λίγο παρακάτω στη σελ. 33, όπου τα όρια του πρώτου Βουλγαρικού Χανάτου προς νότο τοποθετούνται σωστά λίγο πιο κάτω από τον Δούναβη. Αν πάλι στην περίπτωση του χάρτη της σελ. 29 υπονοείται απώλεια του ελέγχου της περιοχής εξαιτίας των σλαβικών επιδρομών και την εγκατάσταση των λεγόμενων Στρυμονιτών Σλάβων στη περιοχή του Στρυμόνα, αυτό είναι κάτι που δεν τεκμηριώνεται από τις πηγές, ούτε από τα αρχαιολογικά δεδομένα. Τα σλαβικά τοπωνύμια που βρίσκονται στο βόρειο και δυτικό Παγγαίο – όχι όμως και στο ανατολικό – καθώς και στο βόρειο τμήμα του Συμβόλου όρους με βάση μεταγενέστερα αγιορείτικα έγγραφα από τον 11ο αιώνα και εξής φανερώνουν την πλήρη ενσωμάτωση των Σλάβων στη βυζαντινή κοινωνία και τον προχωρημένο εξελληνισμό τους. Άλλωστε, με την εκστρατεία του Ιουστινιανού Β΄ κατά Σλάβων και Βουλγάρων το έτος 688 και τη συνακόλουθη ίδρυση της Κλεισούρας Στρυμόνος φαίνεται πως τα σλαβικά φύλα της περιοχής είχαν ήδη υποταχθεί στην κεντρική διοίκηση. Εξάλλου, για να αποδειχθεί η απώλεια ελέγχου της περιοχής κατά τον 8ο αιώνα, πρέπει να τεκμηριωθεί η κατάλυση της επί τόπου Ρωμαίων αρχής και αυτό σημαίνει κατάκτηση των βυζαντινών κάστρων / πόλεων της παραλιακής ζώνης που ήταν η Νεάπολη / Χριστούπολη (βυζαντινή Καβάλα), οι Φίλιπποι και η Αμφίπολη. Η Αμφίπολη μαρτυρείται ως έδρα επισκοπής κατά την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο το 692 μαζί με αυτήν των Φιλίππων. Για τη Χριστούπολη δεν υπάρχει καμία απολύτως ένδειξη – γραπτή πηγή ή αρχαιολογικό τεκμήριο – που να μαρτυρά πως κατά τον πρώιμο μεσαίωνα ή αργότερα κατακτήθηκε ποτέ από Σλάβους ή Βούλγαρους. Αντιθέτως, είναι η Χριστούπολη που γύρω στο 836 τίθεται υπό τη διοίκηση του Καίσαρος Μωσελέ, γαμπρού του αυτοκράτορα Θεόφιλου (829-842) και από τη Χριστούπολη περνά με ασφάλεια ο άγιος Γρηγόριος Δεκαπολίτης το 833. Στους ίδιους τους Φιλίππους, τα πρόσφατα αρχαιολογικά ευρήματα από τις ανασκαφές του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου (οικιστικές νησίδες 3,4,6,7) φανερώνουν βιοτεχνικές εγκαταστάσεις – υαλουργείο και οινοποιείο με συνολικά τρεις λινούς και δεκάδες πίθους - του 7ου αιώνα, πινάκια τύπου terra sigillata του 7ου ως αρχές 8ου αι., νομίσματα των αυτοκρατόρων Αναστασίου, Φωκά, Ηράκλειου, Θεόφιλου και μεταγενέστερων αυτοκρατόρων, βυζαντινούς αμφορείς του 8ου και 9ου αιώνα, εισηγμένη από την Κωνσταντινούπολη πολυτελή εφυαλωμένη κεραμική με λευκό πηλό του 8ου – 10ου αιώνα, το βαλανείο σε χρήση ως τον 10ο αιώνα και το οκτάγωνο ως τον 11ο, μολυβδόβουλα βυζαντινών αξιωματούχων και πολλά άλλα τεκμήρια που φανερώνουν τη χρήση του χώρου και τον έλεγχο της πόλης από τον ελληνικό πληθυσμό και τις βυζαντινές αρχές, ακόμη κι αν συνεξετάσουμε την πρωτοβουλγαρική επιγραφή γραμμένη στα ελληνικά που βρέθηκε στους Φιλίππους και που, σύμφωνα με τον καθηγητή Γεώργιο Βελένη, μαρτυρά παροχή στρατιωτικής βοήθειας των Βουλγάρων στους Έλληνες κατά την περίοδο 836-852.
Γ. Πηγές. Σύμφωνα με την πρώτη πηγή που παρατίθεται στη σελ. 10 με τίτλο «Βυζαντινός ή Ρωμαίος;», ο μαθητής οδηγείται στο συμπέρασμα πως αυτοί που σήμερα ονομάζουμε «βυζαντινούς» αυτοαποκαλούνταν «Ρωμαίοι». Ο ορισμός αυτός, που αποτελεί κοινό τόπο σε σύγχρονες αναφορές, είναι μεν ακριβής δεν είναι ωστόσο πλήρης. Καταρχάς, η ίδια η συγγραφέας του συγκεκριμένου παραθέματος, η βυζαντινολόγος Averil Cameron, σε ένα άλλο της βιβλίο (Η αξία του Βυζαντίου, σελ. 127) τονίζει πως μετά το 1204 «…άρχισαν οι Βυζαντινοί να χρησιμοποιούν τον όρο «Έλληνες» για να αναφέρονται στον εαυτό τους· συναντούμε επίσης τον όρο «Γραικός»…» και φυσικά ο όρος «Γραικός» ταυτίζεται απόλυτα σε εθνοτικό πλαίσιο με τον όρο «Έλλην». Η αναφορά αυτή βέβαια της Cameron δεν είναι απολύτως σωστή, διότι μετά το 1204 δεν «άρχισε», αλλά επιτάθηκε η χρήση του όρου «Έλληνας» ως στοιχείου αυτοπροσδιορισμού των Βυζαντινών, - πλάι πάντα στον κυρίαρχο όρο «Ρωμαίος»: ο Πρίσκος, ως συμμετέχων στην πρεσβεία στον Αττίλα το 448 περιγράφει τη συνάντησή του με κάποιον που τον χαιρέτισε στα ελληνικά και του εξήγησε πως «Γραικός μέν εἶναι τό γένος» (P.G. 113: 725). Ο Προκόπιος (6ος αι.) χρησιμοποιεί επίσης τον όρο «Έλληνες» για να αναφερθεί στους σύγχρονούς του Βυζαντινούς. Οι κάτοικοι της Κυζίκου τον 10ο αιώνα καυχιόνταν πως ήταν άποικοι από την Ελλάδα, επομένως διατηρούσαν περήφανα τη συνείδηση της αρχαιοελληνικής καταγωγής τους και την ίδια εποχή ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ Πορφυρογέννητος αναφέρεται στους Γραικούς της Πελοποννήσου και της Προποντίδας (Πρός τόν ἴδιον υἱόν Ῥωμανόν, Περί Θεμάτων). Στους αιώνες που ακολουθούν - και ανεξάρτητα από τη διάσταση του «παγανιστή» που μπορούσε να διατηρεί ο όρος σε διαφορετικά συμφραζόμενα - είναι πραγματικά δεκάδες τα παραδείγματα της χρήσης του όρου «Έλληνες» ως προσδιορισμού των Βυζαντινών. Αυτές τις αναφορές τις συναντάμε σε συγγραφείς όπως ο Ψελλός, η Άννα Κομνηνή, ο Τζέτζης, ο ανώνυμος του «Τιμαρίωνα», ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, ο Νικήτας Χωνιάτης, ο Ιωάννης Απόκαυκος, ο άγιος Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης, ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρης (στους δύο τελευταίους δυστυχώς το νέο σχολικό βιβλίο δεν κάνει ούτε μία αναφορά, παρότι ο πρώτος υπήρξε κυριολεκτικά σωτήρας και στυλοβάτης του μεσαιωνικού ελληνισμού μετά το σοκ της άλωσης του 1204 και ο δεύτερος, φιλόσοφος –βασιλιάς ο ίδιος, υπήρξε ουσιαστικά ο πατέρας του νεοελληνικού εθνισμού), ο πατριάρχης Γρηγόριος Β΄ Κύπριος, ο Θεόδωρος Μετοχίτης, ο Μανουήλ Χρυσολωράς, ο Βησσαρίων, ο Ιωάννης Αργυρόπουλος, ο Γεώργιος Σχολάριος, ο Δούκας, ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης και πολλοί άλλοι, ανάμεσα στους οποίους και ο Πλήθων, τον οποίο εύστοχα στο νέο σχολικό βιβλίο τον συναντάμε σε άσκηση στη σελ. 114. Είναι σημαντικό να σημειωθεί πως από τους παραπάνω συγγραφείς ορισμένοι κάνουν ξεκάθαρες αναφορές σύνδεσης των Βυζαντινών με τους αρχαίους Έλληνες προβάλλοντάς τους ως προγόνους και φορείς της ίδιας γλώσσας και του ίδιου υψηλού πολιτισμού με τους Βυζαντινούς – στοιχείο περηφάνιας για τους τελευταίους ως κληρονόμους ακριβώς των αρχαίων. Η Θεοδώρα Παπαδοπούλου, ερευνώντας τις αναφορές των όρων «Ρωμαίος», «χριστιανός», «Έλληνας» και «Γραικός» στις βυζαντινές πηγές κυρίως κατά τον 11ο ως το πρώτο μισό του 13ου αιώνα, καταλήγει πως οι όροι αυτοί αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο πάντοτε παρόν, με διακριτά αλλά ισχυρά αλληλένδετα και αναπόσπαστα συστατικά μέρη και πως μετά από μια μακρά επεξεργασία οι παραπάνω όροι καταλήγουν να ταυτίζονται. Για να ξαναγυρίσουμε στην Cameron, στο εν λόγω βιβλίο της ασκεί γόνιμη κριτική στις απόψεις του Καλδέλλη και – παρόλο που προβαίνει και η ίδια σε επιμέρους λάθη ως προς το πώς αντιλαμβάνονταν και αντιλαμβάνονται το Βυζάντιο οι νεότεροι και σύγχρονοι Έλληνες – καταλήγει εμφαντικά: «Οι Βυζαντινοί συνέχισαν να αυτοαποκαλούνται Ρωμαίοι γιατί οι καταβολές του Βυζαντίου βρίσκονταν στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία· η πλειονότητά τους ήταν Έλληνες και η άκρως εκλεπτυσμένη γλώσσα της λογοτεχνίας και της διοίκησής τους ήταν τα ελληνικά, γιατί αυτή ήταν επίσης η γλώσσα του ανατολικού μέρους της ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας…» (σ. 150). Η αναφορά στον πρόλογο του νέου σχολικού βιβλίου πως «Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μετεξελίχθηκε σε ένα ελληνικό μεσαιωνικό κράτος» συνοψίζει άριστα τις παραπάνω παρατηρήσεις, με τη διαφορά ότι μάλλον δε θα διαβαστεί ποτέ από κάποιον μαθητή εξαιτίας ακριβώς της θέσης της.
Ένα ακόμη παράθεμα που θέλει προσοχή βρίσκεται στη σελ. 34 με τίτλο «Η Εξάπλωση των Σλάβων», απόσπασμα από το έργο του Ιωάννη της Εφέσου. Πρόκειται ίσως για την πλέον προβληματική πηγή που θα μπορούσε να επιλεγεί για το ζήτημα της παρουσίας των Σλάβων στην Ελλάδα, ειδικά για ένα σχολικό βιβλίο, καθώς η σύγχρονη έρευνα αποκαλύπτει τις υπερβολές της. Συν τοις άλλοις, ερευνητές όπως οι Charanis, Καραγιαννόπουλος, Χριστοφιλοπούλου έχουν αποδείξει πως ο Ιωάννης της Εφέσου με τον όρο «Ελλάδα» αναφέρεται ουσιαστικά στο Ιλλυρικό, δηλαδή σε ολόκληρη σχεδόν τη Βαλκανική χερσόνησο. Άραγε πόσοι διδάσκοντες θα μπουν στη διαδικασία να κάνουν αυτήν την επισήμανση στους μαθητές τους κατά την αξιοποίηση της παραπάνω πηγής και πόσοι μαθητές θα μείνουν με την εντύπωση πως οι Σλάβοι κατέλαβαν και νέμονταν ανενόχλητοι ήδη πριν από το 584 «ολόκληρη την Ελλάδα»…
Τέλος, αναφορικά με τις πηγές οφείλω να επισημάνω πως στο κεφάλαιο 11 «Ο εκχριστιανισμός των Ρώσων» στη σελίδα 72 υπάρχει δύο φορές η ίδια πηγή με τίτλο «Από τη δεύτερη βυζαντινορωσική συνθήκη» (μία φορά με κείμενο σε πλαίσιο και δεύτερη με QR code). Θα πρότεινα το κείμενο του πλαισίου να αντικατασταθεί με παράθεμα από την ίδια πηγή, δηλαδή το λεγόμενο ρώσικο «Χρονικό του Νέστορος», είτε από τη συμφωνία του 912 με βάση την οποία «έκλεισαν ειρήνη μεταξύ της ελληνικής και της ρωσικής χώρας», αποτέλεσμα των στοχευμένων ενεργειών του αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ΄ του Σοφού, είτε από τον θρύλο της αποστολής των Ρώσων σοφών στην Κωνσταντινούπολη για να γνωρίσουν τη θρησκεία των Ελλήνων («…και πήγαμε στους Έλληνες και μας οδήγησαν εκεί όπου προσκυνούν τον Θεό τους και δεν ξέραμε αν βρισκόμασταν στον ουρανό ή στη γη…»).
Δ. Γλώσσα. Πιστεύω πως σε ορισμένα σημεία, όπως για παράδειγμα στη σελίδα 74, η γλώσσα θα μπορούσε να είναι περισσότερο απλοποιημένη για τον μέσο όρο των μαθητών Β΄ Γυμνασίου.
Τέλος, ακριβώς επειδή απευθυνόμαστε σε παιδιά προεφηβικής ηλικίας δεκατριών ετών, θεωρώ πως η παρουσίαση της ύλης θα μπορούσε επιλεκτικά σε κάποια σημεία να είναι ακόμα πιο «σύγχρονη», με εισαγωγή αποσπασμάτων από κόμικς με θέμα το Βυζάντιο ή και άνοιγμα υπερσυνδέσμων στο διαδίκτυο που παραπέμπουν σε βίντεο και ταινίες στο youtube με θέμα το Βυζάντιο και τη μεσαιωνική Ευρώπη, συνοδευόμενα από αντίστοιχες «βιντεο-ασκήσεις». Ακόμα η προσθήκη μιας μικρής θεματικής ενότητας λαϊκού πολιτισμού, με ένα - δύο βυζαντινά αινίγματα – όπως αυτά που αποθησαυρίζει ο ποιητής Χριστόφορος Μυτιληναίος -, μία –δύο βυζαντινές παροιμίες και παραδόσεις, βυζαντινές παραστάσεις μουσικών οργάνων όπως η λύρα με το δοξάρι ή ευρήματα σαν κι αυτό το πρόσφατο με πούλια και ζάρια από τάβλι (σε βυζαντινό ναυάγιο του 8ου αιώνα στις ακτές της Κροατίας), όλα αυτά μπορούν να λειτουργήσουν θετικά ώστε να οδηγήσουν τους μαθητές μας να αγαπήσουν ακόμη περισσότερο τον βυζαντινό πολιτισμό συνειδητοποιώντας τη σχέση του με νεοελληνική κοινωνία και πέρα από τη θρησκεία. Παρόμοιας συμβολής πιστεύω θα ήταν και κάποια παραθέματα –σε νεοελληνική πάντα απόδοση - από τη βυζαντινή «λογοτεχνία του φανταστικού», όπως για παράδειγμα ο θρύλος της δρακοντοκτονίας του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Αλεξίου Β΄ Κομνηνού που αναφέρει ο Ιωσήφ Λαζαρόπουλος, με συνοδεία αντίστοιχης εικόνας με παράσταση δρακοντοκτονίας του Διγενή από βυζαντινά εφυαλωμένα αγγεία. Ακόμη θα μπορούσε ενδεχομένως να παρατεθεί κάποιο επεισόδιο από τις βυζαντινές εκδοχές του ψευδο-Καλλισθένη με τις φανταστικές περιπέτειες του Αλέξανδρου ή κάποιο από τα «παράξενα» που συμπεριλαμβάνουν στο έργο τους βυζαντινοί χρονογράφοι, όπως ο Ζωναράς.
*Εκπαιδευτικός ΠΕ 02
Ενδεικτική βιβλιογραφία.
- Dimiter Angelov, The Byzantine Hellene, Cambridge University Press, 2019.
- Γεώργιος Βελένης, «Το περιεχόμενο της Πρωτοβουλγαρικής επιγραφής των Φιλίππων», περίληψη, 22ο Διεθνές Συνέδριο Βυζαντινών Σπουδών, Σόφια 2011.
- Averil Cameron, Η αξία του Βυζαντίου, μετάφραση Πέτρος Γεωργίου, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2017.
- Ιορδάνης Γρηγοριάδης – εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια – Ιωάννης Ζωναράς – Επιτομή Ιστοριών, τμ. Α΄, Β΄, Γ΄, εκδόσεις Κανάκη, Αθήνα 1995, 1998, 1999.
- Νεκτάριος Δαπέργολας, Σλαβικές εγκαταστάσεις στη Μακεδονία από τον 7ο έως και τον 9ο αιώνα, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2009.
- Νεκτάριος Δαπέργολας, «Τοπωνυμικά και ανθρωπωνυμικά τεκμήρια σλαβικών εγκαταστάσεων στην περιοχή του Παγγαίου κατά τη Μέση Βυζαντινή περίοδο», Βυζαντιακά 28, 2009, σσ. 239-260.
- Γιώργης Έξαρχος, Το Χρονικόν του Νέστορος, Εκδοτικός Οίκος Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2024.
- Σπύρος Ζαχαρόπουλος (εικονογράφηση), Σπύρος Θεοχάρης (σενάριο), Υπέρμαχος 626, εκδόσεις Byzantine Tales, Αθήνα 2026.
- Σπύρος Θεοχάρης (σενάριο), Χρυσαυγή Σακελλαροπούλου (εικονογράφηση), Βασίλειος Βασιλεύς 5: Η Βαράγγειος Φρουρά, εκδόσεις Byzantine Tales, Αθήνα 2026.
- Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου, «Τουρκική προπαγάνδα και 1453: “Rise of the Empires: Ottoman” του Netflix», Νέος Ερμής ο Λόγιος, τ. 23, 2021, σσ. 175-197.
- Δημήτριος Κ. Κουγιουμτζόγλου, Ο Βυζαντινός Μέγας Αλέξανδρος, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2024.
- Σπυρίδωνος Λάμπρου, Νέος Ελληνομνήμων 13, 1916.
- Γιώργος Λεβανιώτης, «Οι μεσαιωνικές σλαβικές εγκαταστάσεις στα ανατολικά της Θεσσαλονίκης (προβλήματα και ερμηνείες)», Γ΄ Επιστημονικό Συμπόσιο «Βυζαντινή Μακεδονία», Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2019, σσ. 165-201.
- Μιχάλης Λυχούνας, Κωνσταντίνος Τσουρής, «Νεάπολις –Χριστούπολις 300 μ.Χ. 1391 μ.Χ.», στο Η Παλιά Πόλη της Καβάλας, τμ. 1, έκδοση Εξωραϊστικός Πολιτιστικός Σύλλογος της Παναγίας «Το Κάστρο», σσ. 30-49, Καβάλα 2005.
- Μανούσος Ορέστης, Παγώνης Νίκος, 1453 (Graphic Novel), εκδόσεις Anubis, Αθήνα 2008.
- Δήμητρα Μόνιου – εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια – Χριστοφόρου Μυτιληναίου Στίχοι Διάφοροι, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2017.
- Μαρία Νυσταζοπούλου – Πελεκίδου, Βυζάντιο και Σλάβοι – Ελλάδα και Βαλκάνια (6ος – 20ος αι.), εκδόσεις Βάνιας, Θεσσσαλονίκη 2001.
- Θεοδώρα Παπαδοπούλου, Συλλογική Ταυτότητα και Αυτογνωσία στο Βυζάντιο – συμβολή στον προσδιορισμό της αυτοαντίληψης των Βυζαντινών κατά την λόγια γραμματεία τους (11ος – αρχές 13ου αι.), διδακτορική διατριβή, σύλλογος προς διάδοση ωφέλιμων βιβλίων (χρυσό μετάλλιο Ακαδημίας Αθηνών), Αθήνα, 2015.
- Πούλου Ναταλία, «Οι Φίλιπποι προς τον πρώιμο μεσαίωνα: μια επανεξέταση των δεδομένων», Βυζαντινά 37, Θεσσαλονίκη 2021, σσ. 113-156.
- Helen Saranti, Byzantium and the Origin of the Modern Greek National Consciousness” – Constantinople and its Legacy, Annual Lecture, Mai 31, 1992, έκδοση The Greek Canadian Association of Constantinople, Toronto, Ontrio, Canada 1992.
- Πάνος Θ. Σοφούλης, Πηγές για την ιστορία των βυζαντινοσλαβικών σχέσεων, εκδόσεις Ασίνη, Αθήνα 2025.
- Δημήτριος Κ. Τσουλκανάκης, Το Βυζάντιο και οι Σλάβοι του ελλαδικού χώρου, εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2015.
- Kurt Weitzmann, Greek Mythology in Byzantine Art, Princepton 1951.