Με την ολοκλήρωση των εκλογών για το 22ο Συνέδριο της ΟΛΜΕ, η εκπαιδευτική σκηνή εισέρχεται στην τελική ευθεία προς το συνέδριο της 1ης Ιουλίου, όπου θα αποτυπωθούν οι νέοι συσχετισμοί. Η σκόνη της κάλπης κάθισε, αποκαλύπτοντας μια εικόνα που δεν προσφέρεται για πανηγυρισμούς, αλλά για βαθύ προβληματισμό. Το αποτέλεσμα της τοπικής κινητοποίησης στη Β’ ΕΛΜΕ Πειραιά δεν ήταν ένας θρίαμβος μηχανισμών, αλλά η επίπονη κατάκτηση της εμπιστοσύνης ενός κόσμου που πλέον απεχθάνεται τις διαδικασίες, επειδή διαισθάνεται την υποκρισία που τις περιβάλλει.
Δικαιωθήκαμε, όχι γιατί κερδίσαμε έδρες, αλλά γιατί όσα τολμήσαμε να ψιθυρίσουμε προεκλογικά, θεωρώ ότι επιβεβαιώθηκαν με τον πιο κυνικό τρόπο την επομένη της ψηφοφορίας.
Το θέατρο των συμβιβασμών
Εκεί που εμείς επιμέναμε πως «μας νοιάζει το σωματείο και όχι η καρέκλα», προτρέποντας τον συνάδελφο να στηρίξει τη μαζικότητα και όχι πρόσωπα, ενώ οι παραταξιακές ισορροπίες ακολουθούσαν διαφορετική λογική και έδιναν τη δική τους «παράταξη». Είδαμε παρατάξεις να μεταβάλλουν τις μεταξύ τους ισορροπίες και συνεργασίες, εξέλιξη που, κατά την άποψή μου, φάνηκε να υπαγορεύεται περισσότερο από αριθμητικούς συσχετισμούς παρά από δημόσια διατυπωμένες διαφορές αρχών.
Όσα παρακολουθούμε έκπληκτοι να εξελίσσονται αυτές τις μέρες στο κεντρικό συνέδριο της ΔΟΕ (οι δημόσιες καταγγελίες και οι έντονες αντιπαραθέσεις σχετικά με τη συμμετοχή πρωτοβάθμιων συλλόγων και το ατέρμονο παρασκήνιο για τον έλεγχο των συσχετισμών) είναι απλώς το προοίμιο για όσα ετοιμάζονται να επαναληφθούν και στην ΟΛΜΕ. Είναι θλιβερό να παρακολουθείς τη «μεγάλη πολιτική» να εξαντλείται στο πώς θα αυξηθούν οι αντιπρόσωποι για τα κεντρικά συνέδρια, αντιμετωπίζοντας τα τοπικά σωματεία ως απλές δεξαμενές άντλησης «κεφαλών». Όταν η προσοχή μετατοπίζεται από την καθημερινή επιβίωση του εκπαιδευτικού στο κυνήγι της συσπείρωσης για τις κεντρικές καρέκλες, τότε ο συνδικαλισμός παύει να είναι ασπίδα και γίνεται μηχανισμός αναπαραγωγής παραταξιακών ισορροπιών.
Η «αγνότητα» των ψηφοδελτίων και η ηθική της μετάνοιας
Η μεγαλύτερη πληγή, όμως, παραμένει η ηθική ασυνέπεια. Είναι οξύμωρο να υψώνονται «αγωνιστικά» λάβαρα από σχήματα που, στην προσπάθειά τους να γεμίσουν τα ψηφοδέλτια, «βάφτισαν» αγωνιστές ανθρώπους που επέλεξαν οικειοθελώς να συμμετάσχουν στις σχετικές διοικητικές διαδικασίες, σε αντίθεση με τις δημόσιες θέσεις των συγκεκριμένων παρατάξεων.
Είδαμε την απόλυτη υποκρισία: από τη μία να στήνονται λαϊκά δικαστήρια για όσους ασκούν τον θεσμικό τους ρόλο με διαφάνεια, και από την άλλη να κλείνεται προκλητικά το μάτι σε «δηλώσεις μετανοίας», αρκεί αυτές να μεταφράζονται σε ψήφους. Αυτή η επιλεκτική ηθική είναι που διώχνει τον κόσμο από τα σωματεία. Δεν μπορείς να καταγγέλλεις το σύστημα, ενώ ταυτόχρονα το τροφοδοτείς με οικειοθελείς υποχωρήσεις κάτω από το τραπέζι.
Η επιστροφή στη λογική
Ο κόσμος μας πίστεψε γιατί είδε ανθρώπους λογικούς, ανθρώπους που δεν μιλούν την ξύλινη γλώσσα των κομματικών σωλήνων. Πιστεύω ακράδαντα πως η συνδικαλιστική ψήφος δεν είναι – και δεν πρέπει να είναι – προθάλαμος για την κομματική κάλπη. Η απαξίωση των συνδικάτων πηγάζει ακριβώς από αυτή την προσπάθεια βίαιης «μετάγγισης» πολιτικής ταυτότητας, που συνήθως καταλήγει σε αποτυχία, αφήνοντας πίσω της μόνο απογοήτευση.
Στην πραγματικότητα, η θέση του συνέδρου οφείλει είναι το ελάχιστο. Αυτό που επείγει είναι η επιστροφή στον Σύλλογο Διδασκόντων, εκεί όπου η αλληλεγγύη είναι πρόσωπο με πρόσωπο και η αλήθεια δεν χρειάζεται έγκριση από κανέναν μηχανισμό.
Η προσωπική μου ανάγνωση των γεγονότων κατατίθεται εδώ δημόσια. Η συνέχεια θα δοθεί στις αίθουσες των συνεδρίων· εκεί όπου θα κριθεί αν ο συνδικαλισμός θα επανέλθει στην ουσία του ή θα εξακολουθήσει να αναλώνεται στους εσωτερικούς του συσχετισμούς. Για τον εκπαιδευτικό που αγωνιά καθημερινά να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της τάξης και της ζωής, αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.
* Η Μαίρη Πλέσσα, είναι φιλόλογος-ιστορικός, διευθύντρια στο 3ο ΓΕΛ Κορυδαλλού-«Μελίνα Μερκούρη», αντιπρόεδρος της Β’ ΕΛΜΕ Πειραιά και μέλος της Αριστερής Συσπείρωσης Καθηγητών Κορυδαλλού