Η φετινή διαδικασία υποβολής αιτήσεων στις προκηρύξεις του ΑΣΕΠ για την κατάταξη εκπαιδευτικών στους πίνακες διορισμών και προσλήψεων ανέδειξε ένα στοιχείο που δύσκολα μπορεί να περάσει απαρατήρητο: περίπου 20.000 λιγότεροι υποψήφιοι εκπαιδευτικοί κατέθεσαν αίτηση σε σχέση με την αντίστοιχη διαδικασία του 2023.
Πρόκειται για μια εξέλιξη με ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι συγκεκριμένοι πίνακες ανανεώνονται κάθε τρία χρόνια και αποτελούν τη βασική «δεξαμενή» από την οποία πραγματοποιούνται τόσο οι προσλήψεις αναπληρωτών όσο και οι μόνιμοι διορισμοί στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι προφανές: γιατί χιλιάδες πτυχιούχοι εκπαιδευτικοί επέλεξαν αυτή τη φορά να μην συμμετάσχουν καν στη διαδικασία;
Η απάντηση δεν βρίσκεται σε έναν μόνο παράγοντα. Αντίθετα, φαίνεται να είναι αποτέλεσμα μιας συσσωρευμένης κόπωσης και απογοήτευσης που διαμορφώνεται εδώ και χρόνια στον χώρο της εκπαίδευσης.
Οι χαμηλοί μισθοί και η οικονομική πραγματικότητα
Ο πρώτος και πιο προφανής λόγος αφορά τις οικονομικές απολαβές.
Ένας νεοδιόριστος ή αναπληρωτής εκπαιδευτικός καλείται σήμερα να ζήσει με αποδοχές που συχνά δεν επαρκούν ούτε για την κάλυψη βασικών αναγκών, ιδιαίτερα όταν υπηρετεί μακριά από τον τόπο κατοικίας του.
Τα ενοίκια στις τουριστικές περιοχές και στα μεγάλα αστικά κέντρα έχουν εκτοξευθεί. Σε πολλά νησιά ή δημοφιλείς περιοχές, το κόστος στέγασης απορροφά πάνω από το μισό μηνιαίο εισόδημα ενός εκπαιδευτικού. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου αναπληρωτές μοιράζονται κατοικίες ή αναγκάζονται να διαμένουν σε ακατάλληλους χώρους προκειμένου να μπορέσουν να ανταποκριθούν οικονομικά.
Για έναν νέο άνθρωπο με πτυχίο, μεταπτυχιακά και συχνά διδακτορικές σπουδές, η προοπτική αυτή δεν αποτελεί πλέον επαγγελματικό κίνητρο.
Ο διορισμός μακριά από το σπίτι
Η δεύτερη μεγάλη αιτία είναι η υποχρεωτική πολυετής παραμονή μακριά από τον τόπο μόνιμης κατοικίας.
Ένας εκπαιδευτικός που διορίζεται σήμερα γνωρίζει ότι ενδέχεται να χρειαστεί να υπηρετήσει για πολλά χρόνια σε περιοχές εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από την οικογένεια, τον σύντροφο ή τα παιδιά του.
Η προοπτική αυτή γίνεται ακόμη πιο δύσκολη σε μια εποχή όπου το κόστος ζωής αυξάνεται συνεχώς και η δυνατότητα μετακίνησης ή συντήρησης δύο νοικοκυριών καθίσταται οικονομικά ασφυκτική.
Πολλοί νέοι πτυχιούχοι φαίνεται να επιλέγουν πλέον άλλες επαγγελματικές διαδρομές, ακόμη και εκτός του αντικειμένου σπουδών τους, παρά να μπουν σε έναν κύκλο συνεχών μετακινήσεων και αβεβαιότητας.
Η αλλαγή του κλίματος στα σχολεία
Υπάρχει όμως και μια λιγότερο ορατή, αλλά εξίσου σημαντική διάσταση.
Πολλοί εκπαιδευτικοί αισθάνονται ότι το εργασιακό περιβάλλον στα σχολεία έχει μεταβληθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Η συνεχής πίεση για αξιολογήσεις, πλατφόρμες, αναφορές, δείκτες, προθεσμίες και διοικητικές υποχρεώσεις δημιουργεί την αίσθηση ότι ο εκπαιδευτικός μετατρέπεται σταδιακά από παιδαγωγό σε διαχειριστή εγγράφων και ψηφιακών διαδικασιών.
Το μάθημα, που θα έπρεπε να αποτελεί τον πυρήνα της εκπαιδευτικής διαδικασίας, συχνά φαίνεται να χάνει έδαφος απέναντι στη γραφειοκρατία.
Το αίσθημα απώλειας νοήματος
Πολλοί εκπαιδευτικοί περιγράφουν ένα βαθύτερο πρόβλημα: την απώλεια νοήματος.
Η διδασκαλία ήταν παραδοσιακά ένα επάγγελμα που στηριζόταν στην ανθρώπινη σχέση, στη δημιουργία, στην έμπνευση και στην παιδαγωγική ελευθερία.
Σήμερα αρκετοί αισθάνονται ότι ο χρόνος τους καταναλώνεται σε φόρμες, καταγραφές, αξιολογήσεις, σχέδια δράσης και διοικητικές απαιτήσεις που αφήνουν ολοένα λιγότερο χώρο για ουσιαστική εκπαιδευτική εργασία.
Όταν το αίσθημα της δημιουργίας υποχωρεί, μειώνεται και η ελκυστικότητα του επαγγέλματος.
Οι δυσκολίες μέσα στην τάξη
Ταυτόχρονα, οι συνθήκες μέσα στις σχολικές τάξεις έχουν γίνει πιο απαιτητικές.
Οι εκπαιδευτικοί καλούνται να διαχειριστούν αυξημένα περιστατικά σχολικής βίας, παραβατικότητας, ψυχολογικών δυσκολιών μαθητών και εντάσεων με γονείς, συχνά χωρίς επαρκή θεσμική υποστήριξη.
Σε πολλές περιπτώσεις νιώθουν ότι οι ευθύνες που τους αποδίδονται είναι δυσανάλογες με τα μέσα που διαθέτουν για να ανταποκριθούν.
Το αποτέλεσμα είναι η επαγγελματική εξουθένωση να εμφανίζεται ολοένα συχνότερα στον κλάδο.
Ένα κλίμα φόβου και ανασφάλειας
Ιδιαίτερη συζήτηση προκαλεί και το κλίμα που διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια γύρω από πειθαρχικές διαδικασίες, καταγγελίες, μηνύσεις και διοικητικές διώξεις.
Ανεξάρτητα από τη νομική βάση κάθε υπόθεσης, η συχνή δημοσιοποίηση τέτοιων περιστατικών δημιουργεί σε πολλούς εκπαιδευτικούς την αίσθηση ότι εργάζονται σε ένα περιβάλλον αυξημένης επιτήρησης και μειωμένης προστασίας.
Η αίσθηση αυτή λειτουργεί αποτρεπτικά για όσους σκέφτονται να ακολουθήσουν το επάγγελμα.
Ένα προειδοποιητικό καμπανάκι
Η μείωση κατά περίπου 20.000 αιτήσεις δεν αποτελεί απλώς ένα στατιστικό στοιχείο. Είναι ένα κοινωνικό και εκπαιδευτικό μήνυμα.
Όταν λιγότεροι νέοι άνθρωποι επιθυμούν να ενταχθούν σε έναν κλάδο που παραδοσιακά αποτελούσε σημείο αναφοράς για την ελληνική κοινωνία, τότε το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς. Αφορά το μέλλον του δημόσιου σχολείου.
Αν η πολιτεία θέλει να προσελκύσει ξανά νέους επιστήμονες στην εκπαίδευση, θα χρειαστεί να επανεξετάσει όχι μόνο το μισθολογικό πλαίσιο αλλά και τις συνολικές συνθήκες εργασίας. Γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνο πόσα αμείβεται ένας εκπαιδευτικός. Είναι αν μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς, να ασκήσει το λειτούργημά του με ουσία και να αισθάνεται ότι η κοινωνία αναγνωρίζει πραγματικά τον ρόλο του.
Οι 20.000 λιγότερες αιτήσεις ίσως να είναι η πιο ηχηρή προειδοποίηση που έχει λάβει η εκπαιδευτική πολιτική τα τελευταία χρόνια.
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
«Θα το πληρώσετε ακριβά»: Σοβαρές καταγγελίες κατά προϊσταμένης νηπιαγωγείου
Fuel Pass: Πότε λήγει η προθεσμία – Πόσα χρήματα δικαιούστε
Πανελλήνιες 2026: Θέματα, Λύσεις, Αποτελέσματα και Bάσεις στο google
Χρήστος Κάτσικας