Η προέλευσή της συνδέεται με το αρχαίο ρήμα "ἱμείρω -ομαι", το οποίο σήμαινε "επιθυμώ πολύ", "ποθώ έντονα". Με την πάροδο των αιώνων, η σημασία της λέξης εξελίχθηκε, διατηρώντας όμως τον βασικό της πυρήνα: την έντονη λαχτάρα για κάτι.
Στη σύγχρονη ελληνική, το "νείρομαι" χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια δυνατή επιθυμία, έναν στόχο ή κάτι που κάποιος θέλει βαθιά να πραγματοποιήσει. Δεν αναφέρεται απλώς σε μια σκέψη ή μια ευχή, αλλά σε ένα όνειρο με προσωπική αξία και συναισθηματικό βάρος.
Έτσι, όταν κάποιος λέει "νείρομαι να γνωρίσω τον κόσμο" ή "νείρομαι μια καλύτερη ζωή", εκφράζει κάτι που αποτελεί σημαντική επιδίωξη και όχι μια απλή περαστική σκέψη.