Δύο 17χρονα κορίτσια πέθαναν αφήνοντας πίσω σημειώματα που μιλούσαν για πίεση, φόβο, αδιέξοδο.
Και για άλλη μια φορά, η κοινωνία στέκεται πάνω από το γεγονός σαν να πρόκειται για ένα μεμονωμένο “τραγικό περιστατικό”.
Δεν είναι.
Και το πιο επικίνδυνο απ’ όλα είναι ότι έχουμε αρχίσει να θεωρούμε φυσιολογικό το να μεγαλώνουν παιδιά υπό μόνιμη ψυχική πίεση, αρκεί να “αντέχουν”.
Αυτό είναι το μέτρο μας πλέον.
Η αντοχή.
Όχι η ψυχική υγεία.
Όχι η εσωτερική συνοχή.
Όχι η αίσθηση νοήματος ή προσωπικής αξίας.
Μόνο το αν το παιδί συνεχίζει να λειτουργεί.
Πηγαίνει σχολείο;
Διαβάζει;
Γράφει καλά;
Πέρασε;
Τότε “είναι καλά”.
Μόνο που δεν είναι όλα τα παιδιά ίδια.
Και δεν μπορούμε να αφήνουμε στο έλεος της προσωπικότητας ενός παιδιού το αν θα επιβιώσει ψυχικά από το περιβάλλον που του δημιουργούμε.
Κάποια παιδιά λυγίζουν φανερά.
Κάποια σπάνε.
Κάποια φτάνουν στο τραγικό σημείο να θεωρούν τον θάνατο πιο υποφερτό από την αποτυχία.
Άλλα παιδιά, όμως, “αντέχουν”.
Και εκεί κρύβεται μια τεράστια κοινωνική αυταπάτη.
Γιατί το ότι ένα παιδί αντέχει, δεν σημαίνει ότι βγήκε αλώβητο.
Υπάρχουν παιδιά που επιβιώνουν της πίεσης κουβαλώντας κόστος που δεν φαίνεται άμεσα.
Χρόνιο άγχος.
Ενοχή όταν ξεκουράζονται.
Αδυναμία να νιώσουν αρκετά καλά όσο κι αν πετυχαίνουν.
Αξία συνδεδεμένη αποκλειστικά με παραγωγικότητα και επίδοση.
Σώματα που αργότερα μιλούν με κρίσεις πανικού, εξουθένωση, αυτοάνοσα, αϋπνίες.
Ενήλικες που δεν ξέρουν να αγαπούν τον εαυτό τους έξω από την επιτυχία.
Και το πιο θλιβερό; Πολλοί από αυτούς θεωρούν ότι “έτσι είναι η ζωή”.
Όχι επειδή είναι. Αλλά επειδή έτσι γαλουχήθηκαν.
Και εδώ βρίσκεται κάτι που αποφεύγουμε συστηματικά να κοιτάξουμε κατάματα:
Γιατί πριν λίγο καιρό μιλούσαμε για μια καθηγήτρια λυκείου που δεν άντεξε τον διαρκή εξευτελισμό και το bullying από μαθητές της και έβαλε τέλος στη ζωή της.
Και τότε πάλι μιλήσαμε αποσπασματικά. Για “κακά παιδιά”. Για “έλλειψη σεβασμού”. Για “βία στα σχολεία”.
Αλλά ίσως δεν βλέπουμε ότι αυτά τα φαινόμενα δεν είναι άσχετα μεταξύ τους.
Είναι διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας βαθιάς ψυχικής απορρύθμισης.
Από τη μία, παιδιά που καταρρέουν όταν νιώσουν ανεπαρκή.
Από την άλλη, παιδιά που επιτίθενται όταν ματαιωθούν, όταν θυμώσουν, όταν δεν αντέχουν το όριο, την αποτυχία ή τη σύγκρουση.
Άλλα στρέφουν τη βία προς τον εαυτό τους.
Άλλα προς τους άλλους.
Αλλά ο πυρήνας είναι κοινός:
ψυχές χωρίς εσωτερικό έδαφος.
Και πολλές φορές πίσω από αυτό υπάρχει μια ανατροφή γεμάτη αντιφάσεις.
Μια κουλτούρα που μπέρδεψε την ενσυναίσθηση με την ασυδοσία.
Τα δικαιώματα με την απουσία υποχρεώσεων.
Την αποδοχή με την παντοδυναμία.
Παιδιά που δεν έμαθαν ποτέ πραγματικά να αντέχουν τη ματαίωση, να διαχειρίζονται ντροπή, να ακούν “όχι”, να συνυπάρχουν με όρια χωρίς να διαλύονται ή να εκρήγνυνται.
Και ύστερα τα ρίχνουμε σε ένα σύστημα ακραίας αξιολόγησης, κοινωνικής σύγκρισης και πίεσης και περιμένουμε να λειτουργήσουν ώριμα, ψυχικά σταθερά και ανθεκτικά.
Με τι εφόδια;
Και εδώ χρειάζεται μια πολύ σημαντική διευκρίνιση, γιατί η συζήτηση αυτή συνήθως καταλήγει σε δύο άκρα:
είτε στην εξόντωση είτε στην πλήρη παραίτηση.
Όχι. Δεν σημαίνει ότι δεν βάζουμε όρια.
Δεν σημαίνει ότι “τα παιδιά να κάνουν ό,τι θέλουν”.
Δεν σημαίνει ότι δεν θα ενδιαφερθούμε για το σχολείο, για τη γνώση, για την ακαδημαϊκή εξέλιξη ή για την προσπάθεια.
Φυσικά και θα ενδιαφερθούμε.
Αλλά άλλο πράγμα η ενθάρρυνση και άλλο η ταύτιση της αξίας ενός παιδιού με την επίδοσή του.
Άλλο το “προσπαθώ” και άλλο το “υπάρχω μόνο αν πετύχω”.
Δεν είναι όλα τα παιδιά φτιαγμένα για να φτάσουν στην αριστεία όπως την ορίζει το σημερινό σχολείο.
Και αυτό δεν είναι τραγωδία. Είναι πραγματικότητα.
Το σχολείο δίνει συχνά την πληροφορία με έναν συγκεκριμένο τρόπο και περιμένει από όλα τα παιδιά να ανταποκριθούν με τον ίδιο τρόπο.
Μόνο που οι άνθρωποι δεν μαθαίνουν όλοι το ίδιο.
Δεν έχουν όλοι το ίδιο νευρολογικό προφίλ.
Δεν έχουν όλοι τις ίδιες αντοχές.
Δεν έχουν όλοι τα ίδια ενδιαφέροντα, τα ίδια ταλέντα, την ίδια κλίση.
Κι όμως, επιμένουμε να παρουσιάζουμε ως μοναδική μορφή αξίας δύο-τρία συγκεκριμένα πράγματα:
τους βαθμούς, τη γλώσσα, τα μαθηματικά, τις “καλές σχολές”.
Και πόσα παιδιά χάνονται μέσα σε αυτό ενώ έχουν άλλες δυνατότητες;
Καλλιτεχνικές.
Μουσικές.
Αθλητικές.
Τεχνικές.
Δημιουργικές.
Διαπροσωπικές.
Δυνατότητες που η κοινωνία συχνά αντιμετωπίζει σαν “δευτερεύουσες”, επειδή δεν συνοδεύονται από τον τίτλο που θεωρείται κοινωνικά αποδεκτός για να νιώσει ένας γονιός περήφανος ή ασφαλής.
Αυτό που θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει πραγματικά είναι η ουσιαστική προσπάθεια του παιδιού — μέχρι το σημείο που αυτή δεν αποκτά πραγματικό ψυχικό κόστος.
Και ναι, ένας γονιός οφείλει να μπορεί να ξεχωρίσει τη χειριστικότητα από το αληθινό άγχος.
Δεν είναι όλα ίδια.
Δεν είναι κάθε άρνηση “ψυχικό φορτίο”.
Αλλά ούτε κάθε πίεση είναι “τεμπελιά”.
Και αυτό απαιτεί κάτι που σήμερα λείπει δραματικά: ουσιαστική γονεϊκή παιδεία.
Όχι parenting των reels.
Όχι ψυχολογία των 30 δευτερολέπτων στο TikTok.
Όχι έτοιμες ατάκες του διαδικτύου.
Αλλά πραγματική κατανόηση του τι σημαίνει παιδί, έφηβος, ψυχική ανάπτυξη, διαφορετικότητα, όριο, ανθεκτικότητα.
Τα τελευταία χρόνια μιλήσαμε πολύ για το τραύμα των προηγούμενων γενιών. Και σωστά.
Προσπαθήσαμε να μη μεγαλώσουμε παιδιά με φόβο, σκληρότητα και συναισθηματική εγκατάλειψη.
Μόνο που κάπου στην πορεία μπερδέψαμε τη συναισθηματική φροντίδα με την απουσία ματαίωσης.
Φτιάξαμε πολλές φορές μια παιδική ηλικία όπου κάθε δυσφορία έπρεπε να εξαφανίζεται άμεσα.
Κάθε στεναχώρια να “διορθώνεται”.
Κάθε αποτυχία να προστατεύεται από πριν.
Και μετά, ξαφνικά, στην εφηβεία αλλάζουμε στρατόπεδο.
Το παιδί που μεγαλώσαμε λέγοντάς του ότι είναι ξεχωριστό απλώς επειδή υπάρχει, βρίσκεται ξαφνικά μπροστά σε έναν κόσμο που του λέει ότι αξίζει μόνο αν αποδείξει πράγματα.
Και τότε αρχίζει η βία της αντίφασης.
“Να είσαι ευτυχισμένος.”
Αλλά και:
“Μην αποτύχεις.”
“Η ψυχική σου υγεία είναι σημαντική.”
Αλλά και:
“Αυτές οι εξετάσεις θα καθορίσουν τη ζωή σου.”
“Σε αγαπάμε γι’ αυτό που είσαι.”
Αλλά και:
“Τι έγραψες;”
Δεν γίνεται να μεγαλώνεις έναν άνθρωπο χωρίς εσωτερικά ψυχικά εργαλεία και μετά να απαιτείς να σταθεί όρθιος σε ένα σύστημα πίεσης επειδή “έτσι είναι η πραγματικότητα”.
Η πραγματικότητα δεν αντιμετωπίζεται με πανικό. Αντιμετωπίζεται με ψυχικό εξοπλισμό.
Και αυτός ο εξοπλισμός δεν χτίζεται με υπερπροστασία ούτε με εξόντωση.
Χτίζεται όταν το παιδί μάθει σταδιακά ότι μπορεί να αποτύχει χωρίς να καταρρεύσει η αξία του.
Ότι μπορεί να πονέσει χωρίς να χαθεί. Ότι μπορεί να μην είναι πρώτο και να συνεχίζει να αξίζει αγάπη, χώρο και ζωή.
Γιατί αν ένα παιδί πιστέψει ότι η ύπαρξή του εξαρτάται από την επίδοσή του, τότε κάθε αποτυχία βιώνεται σαν εξαφάνιση.
Και αν ταυτόχρονα πιστέψει ότι κάθε ματαίωση είναι αδικία, τότε κάθε όριο βιώνεται σαν επίθεση.
Και κάπου εκεί γεννιούνται είτε σιωπηλές καταρρεύσεις είτε βίαιες εκρήξεις.
Παιδιά που αργότερα γίνονται ενήλικες και περνούν τον ίδιο φόβο στους συναδέλφους τους, στους συντρόφους τους, στα δικά τους παιδιά. Και έτσι ο κύκλος συνεχίζεται, ντυμένος κάθε φορά με διαφορετικές λέξεις αλλά με τον ίδιο πυρήνα:
“Αξίζεις μόνο όταν αποδίδεις — και ο κόσμος οφείλει να μη σε ματαιώνει ποτέ.”
Και αυτός είναι ίσως ο πιο επικίνδυνος παιδαγωγικός μύθος της εποχής μας.
Κορδώνη Χριστιάννα
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
Πίνακες εκπαιδευτικών: Οι καλύτερες ώρες για την αίτηση στο ΑΣΕΠ
Προκηρύξεις εκπαιδευτικών 2026: Πώς θα δεις πρώτος τους πίνακες μέσω google