Η έννοια της «αριστείας» αποτελεί ένα από τα πιο πολυσυζητημένα ζητήματα της σύγχρονης ελληνικής εκπαιδευτικής πολιτικής, παρουσιαζόμενη συχνά ως μια προοδευτική, μεταρρυθμιστική αναγκαιότητα. Ωστόσο, η ιστορική έρευνα φέρνει στο φως μια λιγότερο «ευρωπαϊκή» και σαφώς πιο σκοτεινή καταγωγή. Η πρώτη συγκροτημένη προσπάθεια να επιβληθεί ένα σύστημα διαχωρισμού των μαθητών σε «αρίστους» και μη δεν εντοπίζεται σε δημοκρατικές περιόδους, αλλά στη ρητορική και τις πράξεις της δικτατορίας της 21ης Απριλίου.
Τον Ιούνιο του 1971, από το βήμα του Ευγενιδείου Ιδρύματος, ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος έθεσε τις βάσεις για ένα εκπαιδευτικό μοντέλο που βασιζόταν στη «φυσική επιλογή». Επαινώντας τους μαθητές με τις υψηλότερες επιδόσεις, προανήγγειλε τη δημιουργία ειδικών σχολείων αποκλειστικά για την ελίτ των αριστούχων. Το συγκεκριμένο όραμα δεν περιοριζόταν στη μάθηση, αλλά επεκτεινόταν σε σκανδαλώδη προνόμια, όπως η απευθείας εισαγωγή σε πανεπιστήμια και η εξασφάλιση θέσεων εργασίας σε δημόσιους οργανισμούς (ΟΤΕ, ΔΕΗ) χωρίς εξετάσεις, μετατρέποντας την υποτιθέμενη επιβράβευση της γνώσης σε μια μορφή κρατικής πελατειακής εύνοιας.
Ως πρότυπο για αυτό το δίκτυο χρησιμοποιήθηκε το Σχολείο Αναβρύτων, ένα ίδρυμα με έντονο ταξικό συμβολισμό, καθώς είχε ιδρυθεί από τη βασίλισσα Φρειδερίκη για την εκπαίδευση των μελών της βασιλικής οικογένειας. Η Χούντα επιχείρησε να γενικεύσει αυτό το ελιτίστικο σχήμα, με τους θεωρητικούς του καθεστώτος, όπως ο Σάββας Κωνσταντόπουλος, να υποστηρίζουν απροκάλυπτα την ανάγκη κυριαρχίας των «ικανότερων». Η προσέγγιση αυτή δεν αποσκοπούσε στην αναβάθμιση της δημόσιας παιδείας για το σύνολο των πολιτών, αλλά στην κατασκευή μιας πειθαρχημένης ηγετικής ομάδας, παρακάμπτοντας τις αρχές της ισότητας και της καθολικής πρόσβασης.
Σήμερα, η «αριστεία» επανέρχεται στο προσκήνιο επενδυμένη με όρους όπως η «ανταγωνιστικότητα» και η «αξιολόγηση». Παρά το σύγχρονο επικοινωνιακό περιτύλιγμα, η κριτική ανάλυση επισημαίνει ότι τα δομικά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Ποια είναι τα κριτήρια ορισμού του «αρίστου» και ποιος τα θέτει; Μήπως η εμμονή στην επιλογή των λίγων λειτουργεί ως μηχανισμός αναπαραγωγής των κοινωνικών ανισοτήτων, ενισχύοντας όσους έχουν ήδη τα μέσα να διακριθούν;
Η υπενθύμιση των πρακτικών της δικτατορίας δεν αποτελεί μια απλή ιστορική αναφορά, αλλά μια προειδοποίηση για το παρόν. Όταν η εκπαίδευση παύει να αντιμετωπίζεται ως μέσο κοινωνικής κινητικότητας και ελευθερίας για όλους και μετατρέπεται σε εργαλείο ιδεολογικής επιβεβαίωσης μιας ελίτ, ο κίνδυνος του αποκλεισμού γίνεται άμεσος. Η δημοκρατική παιδεία, αντίθετα με το μοντέλο του 1971, οφείλει να αποτελεί έμπνευση για ολόκληρη την εκπαιδευτική κοινότητα και όχι όχημα για την επιβολή της υπεροχής των ολίγων.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Τέλος τα παλιά διπλώματα: Τι αλλάζει για όλους τους οδηγούς
Διορισμοί εκπαιδευτικών 2026: Το ΦΕΚ με τα νέα πτυχία που «ξεκλειδώνουν» 10.000 μόνιμες θέσεις
Βασίλης Γκουζέλος