εκπαιδευση
Oι αντισταθμιστικές πολιτικές χαρακτηρίζονται από αποτυχία, μιας και η συμβολή τους στη μείωση των εκπαιδευτικών ανισοτήτων είναι μειωμένη

Η προώθηση όλων των μαθητών στις επόμενες εκπαιδευτικές βαθμίδες και η εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση διασφαλίζει την κοινωνική δικαιοσύνη. Παρόλα αυτά, οι κοινωνικές ανισότητες λειτουργούν ως τροχοπέδη στη σχολική επιτυχία των μαθητών χαμηλών κοινωνικών τάξεων. Το εκπαιδευτικό σύστημα αντί να εξομαλύνει τις ανισότητες τις αναπαράγει κάνοντας άνιση την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Τεχνηέντως, η πολιτεία με θεσμούς και πρακτικές αξιοκρατικού χαρακτήρα, στα πλαίσια προσφοράς ίσων ευκαιριών, προσπαθεί να θεραπεύσει και να αμβλύνει τις κοινωνικές ανισότητες που ανακλώνται στην εκπαίδευση, όμως ο βαθμός  αποτελεσματικότητας των αντισταθμιστικών πολιτικών είναι μάλλον απογοητευτικός.

  1. Κοινωνική ανισότητα και εκπαιδευτικό σύστημα

Τη δεκαετία του ΄60 και έπειτα με εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, σύμφωνα με τις αρχές του φιλελευθερισμού στην εκπαίδευση, επιχειρείται να διασφαλιστεί η ισότητα ευκαιριών στην εκπαίδευση. Η πρόσβαση στην παιδεία υποστηρίζεται ότι είναι πλέον εφικτή από όλους ανεξαρτήτως κοινωνικής προέλευσης και μέσω της ισότητας ευκαιριών όλοι έχουν τη δυνατότητα να αποδείξουν τις ικανότητές τους. Η προώθηση των μαθητών στις επόμενες εκπαιδευτικές βαθμίδες και η εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση γίνεται μέσω του αξιοκρατικού κριτηρίου της απόδοσης με σκοπό τη διασφάλιση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη περί εκπαιδευτικής ισότητας, η άνιση επίδοση των μαθητών οφείλεται πια μόνο σε ατομικά χαρακτηριστικά όπως η ευφυία και το ενδιαφέρον για τα γράμματα (Φραγκουδάκη, 2001).

Αυτή η αντίληψη της εκπαιδευτικής ισότητας ανατρέπεται όταν η κοινωνιολογία της εκπαίδευσης βρίσκει το σχολείο υπεύθυνο για την αναπαραγωγή και διαιώνιση της κοινωνικής ανισότητας (Φραγκουδάκη, 2001). Αν και δίνεται η δυνατότητας σε όλα τα κοινωνικά στρώματα του πληθυσμού να συμμετέχουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, οι ανισότητες δεν αμβλύνονται και παρατηρείται διαστρωμάτωση εντός της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Έτσι, φοιτητές με γονείς κατώτερων κοινωνικών και μορφωτικών στρωμάτων  υπο- εκπροσωπούνται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και φοιτούν σε σχολές χαμηλού κύρους (Μάγκα, 2015). Ο ρόλος του οικογενειακού περιβάλλοντος είναι ιδιαίτερα σημαντικός για την πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση και διαμορφώνει τις εκπαιδευτικές επιλογές των μαθητών, εξασφαλίζοντας ή όχι την πραγματοποίησή τους (Λασκαρίδου, 2003).

  1. Θεωρητικές προσεγγίσεις για την εκπαιδευτική ανισότητα

Η κοινωνιολογία τη εκπαίδευσης αναίρεσε τη μέχρι πρότινος άποψη πως η σχολική επιτυχία οφείλεται μόνο σε ατομικές διαφορές ευφυίας και αποκάλυψε πως αυτή η βαθιά ριζωμένη πεποίθηση οφείλεται σε κοινωνικές προκαταλήψεις. Η προσφορά ίσων εκπαιδευτικών ευκαιριών δεν αρκεί, καθώς η εκπαιδευτική ανισότητα έχει βαθύτερα κοινωνικά αίτια.

2α. Γλώσσα

Εκτός από την ευφυία ως αίτιο σχολικής επιτυχίας, αμφισβητήθηκε και η ερμηνεία της σχολικής αποτυχίας με αναφορά τη φτωχή γλώσσα των παιδιών λαϊκών στρωμάτων. Γλωσσολογική έρευνα με επικεφαλής τον William Labon, ανακαλύπτει την ύπαρξη της «μαύρης αγγλικής κοινής», μιας διαφορετικής γλώσσας που μιλιέται από την μειονότητα των Μαύρων. Ο Labon ανατρέπει την πεποίθηση πως αυτή είναι μια λανθασμένη αγγλική η οποία είναι υπεύθυνη για τη σχολική αποτυχία ων μαύρων παιδιών και καταδεικνύει την ισχύ προκαταλήψεων υπευθύνων για την αναπαραγωγή κοινωνικών ανισοτήτων στη σχολική τάξη. Ο κοινωνιολόγος της εκπαίδευσης Basil Bernstein μελετά τη γλωσσική διαφορά μεταξύ πρότυπης γλώσσας και γλωσσικών ποικιλιών διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων ως αίτιο της σχολικής αποτυχίας παιδιών από εργατικές τάξεις. Διατυπώνει την άποψη πως η γλώσσα αποτελεί κώδικα της κουλτούρας και έχει ταξική διάσταση. Η πρωτότυπη γλώσσα και η γλώσσα που μιλά η εργατική τάξη αποτελούν δυο διακριτούς πολιτισμικά και γλωσσικά κώδικες και προετοιμάζουν με διαφορετικό τρόπο τα παιδιά για το σχολείο, όπου κυρίαρχος κώδικας είναι αυτός της ανώτερης τάξης. Επομένως το πρόβλημα δεν είναι η φτωχή γλώσσα της εργατικής τάξης, αλλά η ιεράρχηση των γλωσσών που έχει τη έδρα της στην άνιση κατανομή εξουσίας. Ο Bernstein θεωρεί σημαντικό παράγοντα της ταξικά άνισης εκπαίδευσης την άγνοια ύπαρξης των δύο αυτών κωδίκων (Φραγκουδάκη, 2001).

2β. Κουλτούρα

Εκτός από τη γλώσσα, ως ταξικά διαφοροποιημένη αναλύεται και η κουλτούρα από τον Γάλλο κοινωνιολόγο Bourdieu, ο οποίος διατυπώνει τη θεωρία του «πολιτισμικού κεφαλαίου» και ερμηνεύει την κοινωνική ανισότητα στην εκπαίδευση. Με τον όρο «πολιτισμικό κεφάλαιο» νοούνται οι δεξιότητες, συστήματα αξιών, γνώσεις, στάσεις και αντιλήψεις που μεταβιβάζονται από τους γονείς στα παιδιά, μέσω αδιόρατης μάθησης και διαφέρει ανάλογα με την κοινωνική προέλευση των μαθητών. Η ταξική διαφορά των μαθητών με διαφορετικό πολιτισμικό κεφάλαιο, όμως, δεν αναγνωρίζεται από το σχολείο. Η οικειότητα των παιδιών ανώτερων στρωμάτων με την επίσημη κουλτούρα που υιοθετείται από το σχολείο τους βοηθά στην σχολική επιτυχία. Το αντίθετο ισχύει για τους μαθητές κατώτερων στρωμάτων, μεταφράζοντας έτσι την κοινωνική διαφορά σε απουσία διανοητικών ικανοτήτων (Φραγκουδάκη, 2001).

2γ. Θεωρία της σύγκρουσης

Οι θεωρίες της σύγκρουσης βασίζονται στις ιδέες του Μαρξ για την κοινωνία και τους θεσμούς της. Υποστηρίζουν πως ο θεσμός της εκπαίδευσης ελέγχεται  από  τον  καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και διαιωνίζει της ανισότητες, διαιρώντας και ιεραρχώντας  τους μαθητές, σύμφωνα με τις  επιταγές της εξουσίας που καθοδηγείται από το οικονομικό καθεστώς. Έτσι το σχολείο αναπαράγει δύο ανταγωνιζόμενες κοινωνικές τάξεις, την προλεταριακή και την αστική με τη δεύτερη να εκμεταλλεύεται την πρώτη. Κύριοι εκπρόσωποι είναι οι Bowles και Gintis οι οποίοι  πιστεύουν πως το σχολείο καλλιεργεί τάσεις πειθαρχίας και υπακοής. Σκοπός είναι να προετοιμαστούν τα παιδιά των λαϊκών τάξεων να δεχτούν τις δύσκολες συνθήκες εργασίας που προορίζονται για αυτά, σύμφωνα με τον ιεραρχημένο καταμερισμό εργασίας (Μάγκα, 2015). Οι θέσεις τους συνοψίζονται στην άποψη πως κάθε σύστημα επιλογής για την ανώτατη εκπαίδευση στοχεύει στην αναπαραγωγή του status quo και της υπάρχουσας κοινωνικής δομής (Κοντογιαννοπούλου- Πολυδωρίδη, 1985).

  1. Αξιοκρατικοί θεσμοί και εκπαιδευτική ανισότητα

Για να διασφαλιστεί η αξιοκρατία και η ισότητα ευκαιριών έχουν θεσπιστεί σειρά από πρακτικές όπως οι ενδοσχολικές και εισαγωγικές εξετάσεις. Αυτές όμως οι πρακτικές απευθύνονται σε όλους τους μαθητές με τον ίδιο τρόπο, έχοντας από όλους τις ίδιες απαιτήσεις, αγνοώντας τις κοινωνικές και μορφωτικές ανισότητες (Κάτσικας- Καββαδίας, 2000, όπ. ανάφ. Λασκαρίδου, 2003). Με τον ομοιογενή τρόπο παροχής σχολικών γνώσεων και εξετάσεων σε καμία περίπτωση δεν εξασφαλίζονται ομοιογενή και αποτελέσματα, μιας και οι δέκτες των γνώσεων ξεκινώντας από διαφορετικές κοινωνικές αφετηρίες διαφοροποιούνται σε μεγάλο βαθμό. Παρόλα αυτά, το σχολείο δεν αναγνωρίζει αυτές τις κοινωνικές αφετηρίες των μαθητών και με εξισωτικές πρακτικές και θεσμούς αναπαράγει την κοινωνική ανισότητα (Λασκαρίδου, 2003).

Με αυτόν τον τρόπο ενισχύονται οι ίδιοι ευνοούμενοι, εκείνοι των οποίων η κοινωνική τους καταγωγή τους εφοδίασε με το κατάλληλο πολιτιστικό κεφάλαιο. Έτσι, όταν έρχονται στο σχολείο περισσότερο νομιμοποιούν, παρά μαθαίνουν όσα έχουν ήδη εμπεδώσει στην πρώτη φάση μόρφωσής τους, στο προνομιούχο οικογενειακό περιβάλλον τους. Μάλιστα, το εκπαιδευτικό σύστημα με την ιδεολογία του φυσικού χαρίσματος των προνομιούχων μαθητών επιβραβεύει την κατοχή των πρώτων γνώσεων τις οποίες απαιτεί να έχουν τα παιδιά χωρίς να τους τις προσφέρουν. Με την πρόφαση των ίσων ευκαιριών και του αξιοκρατικού συστήματος εξετάσεων αντιμετωπίζει τις ανισότητες στις επιδόσεις που είναι κοινωνικά καθορισμένες σαν ανισότητες φυσικών χαρισμάτων και έτσι συνεχίζει να αναπαράγει τις κοινωνικές ανισότητες (Λασκαρίδου, 2003).

  1. Αντισταθμιστικές πολιτικές

Στην προσπάθειά της η πολιτεία να θεραπεύσει και να εξομαλύνει τις κοινωνικές ανισότητες που ανακλώνται στην εκπαίδευση μέσω της σχολικής επίδοσης, οδηγήθηκε σε αντισταθμιστικές πολιτικές που βασίζονται στη λογική των ίσων ευκαιριών. Τέτοιες δράσεις είναι η ενισχυτική διδασκαλία, η πρόσθετη διδακτική στήριξη, τα φροντιστηριακά τμήματα, οι τάξεις υποδοχής για αλλοδαπούς και παλιννοστούντες, τα προπαρασκευαστικά τμήματα, τα τμήματα ένταξης και οι τάξεις υποδοχής ΖΕΠ. Σκοπός τους είναι η επανένταξη των μαθητών στην μαθησιακή διαδικασία, η βελτίωση της απόδοσης και η μείωση μαθητικής διαρροής ώστε να ολοκληρώσουν την υποχρεωτική εκπαίδευση να αυξήσουν τα ποσοστά πρόσβασης στη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Αν και ξεκινούν με φιλόδοξους στόχους, οι αντισταθμιστικές πολιτικές χαρακτηρίζονται από αποτυχία, μιας και η συμβολή τους στη μείωση των εκπαιδευτικών ανισοτήτων είναι μειωμένη. Αμφιταλαντεύονται μεταξύ αφομοίωσης και διαχωρισμού των μαθητών, χωρίς ιδιαίτερη μέριμνα για εξομάλυνση των δυσκολιών συμμετοχής στο επίσημο σχολικό πρόγραμμα. Με τις αντισταθμιστικές πολιτικές επιχειρείται η απόκρυψη του επιλεκτικού χαρακτήρα του εκπαιδευτικού συστήματος. Το κράτος, μέσω του ενισχυμένου πλέον σχολείου υποτίθεται πως παρέχει σε όλους τους μαθητές ίσες ευκαιρίες. Έτσι, επιτυγχάνεται η μετατόπιση της ευθύνης για τα προβλήματα σχολικής αποτυχίας και αποκλεισμού από την εκπαιδευτική διαδικασία στην κοινωνική  διαφορετικότητα. Η αντισταθμιστική εκπαίδευση θεωρείται πως έχει αποτύχει (Λασκαρίδου, 2003).

*Της Κουκουμάκα Ελισάβετ (δασκάλα, συγγραφέας, δημοσιογράφος-επικοινωνιολόγος)

 

 

Βιβλιογραφία

Κοντογιαννοπούλου- Πολυδωρίδη, Γ. (1985). “Ο εξισωτικός και αναπαραγωγικός ρόλος του εκπαιδευτικού συστήματος: Ανάλυση με στόχο τη διαμόρφωση θεωρητικού ερευνητικού πλαισίου.” Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 56 (56), 105-128.

Λασκαρίδου, Σ. (2003). Εκπαίδευση και κοινωνικός αποκλεισμός. (Μη εκδοθείσα Διατριβή). Εθνική σχολή δημόσιας διοίκησης, Αθήνα.

Μάγκα, Ε. (2015). Πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση και ανισότητες: η πληροφόρηση ως παράγοντας που επηρεάζει την επιλογή σπουδών από τους μαθητές Λυκείων σε αστικές και αγροτικές περιοχές. (Μη εκδοθείσα Μεταπτυχιακή Διατριβή). Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ελλάδα.

Φραγκουδάκη, Α. (2001). Η κοινωνική ανισότητα στην εκπαίδευση. στο: Δραγώνα, Θ., Σκούρτου, Ε., Φραγκουδάκη, Α. Κοινωνικές ταυτότητες/ ετερότητες- κοινωνικές ανισότητες, διγλωσσία και σχολείο (σσ. 81-155). Πάτρα: ΕΑΠ.

Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα

Ιδιωτικά σχολεία: Γείτονας, Ιόνιος και Εράσμειος σε επαφές με μεγάλα funds

Έρχονται πρόστιμα μέχρι και 1.000 ευρώ σε χιλιάδες κατόχους οχημάτων

Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις

Alfavita.gr: Χρονιά εκτόξευσης το 2025 – Νο1 στην Παιδεία, ανάμεσα στα 10 μεγαλύτερα ενημερωτικά μέσα

Google news logo Ακολουθήστε το Alfavita στo Google News Viber logo Ακολουθήστε το Alfavita στo Viber

σχετικά άρθρα

dimokriteio
Ημερίδα ΔΠΘ: «Προκλήσεις και προοπτικές για τα Πανεπιστήμια με αφορμή τον εμβληματικό τόμο της UNESCO για το μέλλον της εκπαίδευσης: Μαθησιακά αποτελέσματα και τις δεξιότητες»
Η ημερίδα θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026
Ημερίδα ΔΠΘ: «Προκλήσεις και προοπτικές για τα Πανεπιστήμια με αφορμή τον εμβληματικό τόμο της UNESCO για το μέλλον της εκπαίδευσης: Μαθησιακά αποτελέσματα και τις δεξιότητες»
Τέμπη
Aποκαλύψεις για τα εύφλεκτα καθίσματα στο δυστύχημα στα Τέμπη - «Το κράτος πλήρωσε για έρευνα μόνο αφού έκλεισε η δικογραφία»
Νέες αποκαλύψεις για το δυστύχημα στα Τέμπη: Οι φωτιές που σκότωσαν επιζώντες
Aποκαλύψεις για τα εύφλεκτα καθίσματα στο δυστύχημα στα Τέμπη - «Το κράτος πλήρωσε για έρευνα μόνο αφού έκλεισε η δικογραφία»