Η πρόσφατη δημόσια συζήτηση σχετικά με την καθιέρωση ψυχιατρικού ελέγχου για τους εκπαιδευτικούς λειτουργεί, στην καλύτερη περίπτωση, ως ένας απλουστευτικός αντιπερισπασμός και, στη χειρότερη, ως μια πράξη θεσμικής μετατόπισης ευθύνης. Ενώ η ψυχική υγεία των λειτουργών της εκπαίδευσης είναι αδιαμφισβήτητο προαπαιτούμενο, η προσέγγιση του ζητήματος ως ατομική παθολογία παραγνωρίζει συστηματικά το νοσογόνο πλαίσιο μέσα στο οποίο καλείται να δράσει ο σύγχρονος εκπαιδευτικός. Πριν αναζητήσουμε την «καταλληλότητα» του ατόμου, στο πλαίσιο ημόσιου επιστημονικού προβληματισμού, οφείλουμε να εξετάσουμε την καταλληλότητα των συνθηκών που μετατρέπουν το σχολείο από χώρο δημιουργίας σε πεδίο ψυχικής εξουθένωσης και νομικής ανασφάλειας.
1. Η ποινικοποίηση της Παιδαγωγικής Πράξης και η διάχυτη αίσθηση άμεσης ποινικής έκθεσης
Σε προηγούμενη ανάλυση είχε επισημανθεί η «νομική μοναξιά» του εκπαιδευτικού. Σήμερα, η κατάσταση αυτή επιτείνεται, καθώς παρατηρείται μια επικίνδυνη διολίσθηση: η μετατροπή των παιδαγωγικών μέτρων σε δυνάμει ποινικά αδικήματα.
Η ευκολία με την οποία γονείς και κηδεμόνες καταφεύγουν στη δικαστική οδό ή στην απειλή του αυτοφώρου για ζητήματα που άπτονται της σχολικής πειθαρχίας και της διαχείρισης της τάξης, ακυρώνει την παιδαγωγική αυτονομία. Ο εκπαιδευτικός, υπό την δαμόκλειο σπάθη μιας μήνυσης, οδηγείται αναπόφευκτα στην «αμυντική εκπαίδευση». Πρόκειται για μια κατάσταση κατά την οποία ο δάσκαλος, στην προσπάθειά του να προστατευθεί νομικά, αυτοπεριορίζεται, αποφεύγει την επιβολή ορίων και τελικά αποσύρεται από τον ουσιαστικό παιδαγωγικό του ρόλο. Αυτή η διαρκής κατάσταση επαγρύπνησης (hyper-vigilance) για την αποφυγή νομικών εμπλοκών αποτελεί τον πρωταρχικό παράγοντα διάβρωσης της ψυχικής του υγείας.
2. Ο διοικητικός εγκλωβισμός και η αποδόμηση του παιδαγωγικού ρόλου
Η ψυχική εξάντληση (burnout) του εκπαιδευτικού δεν είναι ένα τυχαίο βιολογικό φαινόμενο, αλλά το αποτέλεσμα μιας διαρκούς σύγκρουσης μεταξύ των υψηλών προσόντων του και της υποτιμητικής γραφειοκρατικής καθημερινότητας.
Η απουσία οργανικών θέσεων γραμματειακής υποστήριξης στις σχολικές μονάδες έχει οδηγήσει σε μια άτυπη αλλά καθολική μετακύλιση διοικητικών ευθυνών στο διδακτικό προσωπικό. Ο εκπαιδευτικός των 23 ωρών –ιδιαίτερα ο νεοδιόριστος ή ο αναπληρωτής που καλείται να προσαρμοστεί βίαια σε νέα περιβάλλοντα– μετατρέπεται σε έναν πολυδιεκπεραιωτή. Η διαχείριση αμέτρητων ηλεκτρονικών μηνυμάτων με ασφυκτικές προθεσμίες και η συμπλήρωση ψηφιακών πλατφορμών δευτερεύουσας σημασίας, απομυζούν τον χρόνο που απαιτείται για την προετοιμασία της διδασκαλίας και την ανατροφοδότηση των μαθητών.
Παρατηρείται το παράδοξο φαινόμενο, επιστήμονες με μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς τίτλους, εξοπλισμένοι με σύγχρονα παιδαγωγικά εργαλεία, να αναλώνονται σε εργασίες αρχειοθέτησης και στατιστικής καταγραφής. Αυτή η «απαξίωση της εξειδίκευσης» δημιουργεί ένα αίσθημα ματαιότητας, το οποίο ενισχύεται από το νέο πειθαρχικό δίκαιο. Η αυστηροποίηση των πειθαρχικών διαδικασιών, αντί να λειτουργεί ως δικλείδα ασφαλείας για την ποιότητα του έργου, προσλαμβάνεται ως ένας μηχανισμός μόνιμης απειλής, όπου ένα τυπικό γραφειοκρατικό λάθος μπορεί να έχει δυσανάλογες επιπτώσεις στην επαγγελματική εξέλιξη του λειτουργού.
Η αυξανόμενη τάση παραιτήσεων αναπληρωτών εκπαιδευτικών αμέσως μετά την ανάληψη υπηρεσίας καταγράφεται συχνά ως ένδειξη συστημικής πίεσης. Δεν πρόκειται για «άρνηση εργασίας», αλλά για μια πράξη αυτοπροστασίας απέναντι σε ένα σύστημα που απαιτεί τα πάντα χωρίς να παρέχει τα στοιχειώδη μέσα υποστήριξης.
3. Η συμβολική υποστήριξη και η θεσμική αδιαφορία για την επαγγελματική εξουθένωση
Η ρητορική περί ψυχικής υγείας στο σχολικό περιβάλλον προσκρούει σκληρά στην πραγματικότητα της υποστελέχωσης. Η πολιτεία φαίνεται να επενδύει περισσότερο στον έλεγχο παρά στην πρόληψη και τη στήριξη.
Η παρουσία ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών στις σχολικές μονάδες με τη συχνότητα της μίας ημέρας την εβδομάδα αποτελεί μια διεκπεραιωτική προσέγγιση που αδυνατεί να απαντήσει στις πραγματικές ανάγκες. Σε ένα περιβάλλον όπου οι κρίσεις (ενδοσχολική βία, μαθησιακές δυσκολίες, οικογενειακές εντάσεις) είναι καθημερινές, η αποσπασματική παρέμβαση υπονομεύει την έννοια της θεραπευτικής και παιδαγωγικής συνέχειας. Ο εκπαιδευτικός, κατ’ ανάγκην, υποχρεώνεται να υποδυθεί τον ρόλο του συμβούλου ή του κοινωνικού λειτουργού, χωρίς την κατάλληλη εποπτεία, γεγονός που επιτείνει το αίσθημα της ανεπάρκειας και της ψυχικής κόπωσης.
Ενώ το σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης αναγνωρίζεται διεθνώς ως ο κύριος κίνδυνος για τους εκπαιδευτικούς, στην ελληνική πραγματικότητα δεν υφίσταται κανένας θεσμικός μηχανισμός αποφόρτισης. Η ψυχική ανθεκτικότητα του εκπαιδευτικού θεωρείται «δεδομένη» ή ατομική του ευθύνη. Η έλλειψη προγραμμάτων εποπτείας (supervision) και ομάδων στήριξης εντός του εργασιακού χρόνου καθιστά τον εκπαιδευτικό έναν «απορροφητήρα» των κοινωνικών παθογενειών που εισέρχονται στην τάξη, χωρίς καμία δυνατότητα δικής του αποφόρτισης.
Η πρόταση για ψυχιατρικό έλεγχο, αντί για τη δημιουργία μόνιμων και σταθερών υποστηρικτικών δομών, υποδηλώνει έμφαση σε ελεγκτικούς μηχανισμούς. Αντί το σύστημα να αναρωτηθεί γιατί οι λειτουργοί του εξουθενώνονται, επιλέγει να ελέγξει αν οι λειτουργοί «αντέχουν» την εξουθένωση. Αυτή η μετατόπιση από την κοινωνική παιδαγωγική στην ψυχιατρική επιτήρηση αποτελεί την ένδειξη περιορισμένης αποτελεσματικότητας μιας πολιτικής που αδυνατεί να προστατεύσει το ανθρώπινο δυναμικό της.
Η ανάγκη για ένα «Σχολείο Πρόνοιας» και όχι «Σχολείο Επιτήρησης»
Η επιχειρούμενη ψυχιατρικοποίηση των προβλημάτων της εκπαίδευσης αποτελεί το τελευταίο στάδιο μιας μακράς πορείας απαξίωσης του εκπαιδευτικού κλάδου. Όταν η πολιτεία εστιάζει στην «καταλληλότητα» του ατόμου αγνοώντας την «ακαταλληλότητα» του συστήματος, απλώς προετοιμάζει το έδαφος για την επόμενη παραίτηση, το επόμενο περιστατικό βίας, την επόμενη δικαστική διαμάχη στην είσοδο του σχολείου.
Για να ανακτηθεί η παιδαγωγική ειρήνη και η ψυχική ισορροπία εντός της σχολικής κοινότητας, απαιτούνται θεσμικές τομές που υπερβαίνουν τα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα:
- Νομική Θωράκιση: Η θέσπιση ενός πλαισίου που θα προστατεύει τον εκπαιδευτικό από τη βιομηχανία μηνύσεων και το «αυτόφωρο», μεταφέροντας την επίλυση των διαφορών σε εσωτερικά, παιδαγωγικά όργανα πριν τη δικαστική οδό.
- Διοικητική Αποφόρτιση: Η άμεση πρόσληψη μόνιμου διοικητικού προσωπικού (γραμματέων), ώστε ο εκπαιδευτικός να επιστρέψει στο φυσικό του αντικείμενο: τη διδασκαλία και την παιδαγωγική καθοδήγηση.
- Ολιστική Ψυχοκοινωνική Υποστήριξη: Η μετατροπή της παρουσίας ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών από «επισκεπτήριο» σε μόνιμη, καθημερινή οργανική δομή σε κάθε σχολείο, με μέριμνα και για την εποπτεία (supervision) των ίδιων των εκπαιδευτικών.
- Αναγνώριση του Burnout: Η θεσμοθέτηση μέτρων πρόληψης και αντιμετώπισης της επαγγελματικής εξουθένωσης, με μείωση του διδακτικού και γραφειοκρατικού φόρτου ανάλογα με τις συνθήκες της σχολικής μονάδας.
Οι προτάσεις αυτές δεν αποσκοπούν στην αποφυγή της υπηρεσιακής ευθύνης, αλλά στη θωράκιση του εκπαιδευτικού μέσω της πρόληψης και της διαρκούς στήριξης, ώστε να μπορεί να επιτελεί το έργο του με όρους ψυχικής υγείας και αξιοπρέπειας. Η ψυχική υγεία του εκπαιδευτικού δεν είναι μια στατική ιδιότητα που πιστοποιείται με μια σφραγίδα· είναι μια δυναμική κατάσταση που διαφυλάσσεται μέσα από τον σεβασμό, την ασφάλεια και την αναγνώριση του έργου του. Αν θέλουμε υγιείς δασκάλους, οφείλουμε πρωτίστως να τους προσφέρουμε ένα υγιές σχολείο.
*Φιλόλογος-ιστορικός, M.A., M.Εd, διευθύντρια του 3ου ΓΕΛ Κορυδαλλού-«Μελίνα Μερκούρη», Αντιπρόεδρος της Β’ ΕΛΜΕ Πειραιά και μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Διευθυντών Σχολικών Μονάδων Δ.Ε.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις