Αυτές τις ημέρες επιχειρείται στο ΕΜΠ η τροποποίηση του κανονισμού έρευνας, ώστε να επιτρέπεται η διεξαγωγή της για στρατιωτικούς σκοπούς πέραν της εθνικής άμυνας – δηλαδή και απευθείας για υπερεθνικούς στρατιωτικούς οργανισμούς, όπως το ΝΑΤΟ. Η εξέλιξη αυτή έχει προκαλέσει, δικαίως, έντονες αντιδράσεις στην πανεπιστημιακή κοινότητα.
Τα ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια βρίσκονται σήμερα μπροστά σε μια σιωπηλή αλλά κρίσιμη επιλογή. Όχι μόνο για το αν «θα βρουν χρήματα», αλλά –κυρίως– από πού και με ποιους όρους. Η αυξανόμενη εμπλοκή τους σε προγράμματα έρευνας με στρατιωτικό ή ημι-στρατιωτικό προσανατολισμό δεν αποτελεί τεχνικό ή διαχειριστικό ζήτημα. Είναι βαθύτατα πολιτικό.
Σε μια περίοδο όπου η δημόσια χρηματοδότηση της έρευνας συρρικνώνεται και τα πανεπιστήμια καλούνται να επιβιώσουν με ολοένα λιγότερους πόρους, προβάλλει όλο και πιο έντονα ο «πειρασμός» της στρατιωτικής χρηματοδότησης. Προγράμματα με γενικούς τίτλους περί «καινοτομίας», «ασφάλειας» ή «διττής χρήσης» επιχειρούν να νομιμοποιήσουν τη διοχέτευση της δημόσια παραγόμενης πανεπιστημιακής γνώσης σε στρατιωτικούς σχεδιασμούς. Το ερώτημα, όμως, παραμένει αμείλικτο: ποια έρευνα θέλουμε και για ποιον σκοπό;
Το επιχείρημα είναι γνωστό και επαναλαμβανόμενο: «η έρευνα είναι βασική», «οι εφαρμογές δεν μας αφορούν», «οι ίδιες τεχνολογίες έχουν και πολιτική χρήση». Πρόκειται για βολικές υπεκφυγές. Στην πράξη, η κατεύθυνση της έρευνας καθορίζεται από το ποιος τη χρηματοδοτεί και με ποιον στόχο. Η λεγόμενη «διττή χρήση» συχνά λειτουργεί ως φύλλο συκής για τη στρατιωτικοποίηση της επιστήμης.
Με πρόσχημα, λοιπόν, την «καινοτομία», την «ασφάλεια» ή τη «γεωπολιτική αναβάθμιση», η στρατιωτικοποίηση της έρευνας προχωρά. Ευρωπαϊκά προγράμματα, κρατικές επιλογές και θεσμικές σιωπές ωθούν τα πανεπιστήμια να λειτουργήσουν ως δεξαμενές τεχνογνωσίας για συστήματα επιτήρησης, ελέγχου και στοχοποίησης. Όχι στο περιθώριο, αλλά στον ίδιο τον πυρήνα της ερευνητικής δραστηριότητας.
Οι Ειδικοί Λογαριασμοί Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ) παρουσιάζονται συχνά ως «ουδέτεροι διαχειριστές». Δεν είναι. Διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα, δημόσιες υποδομές και –κυρίως– το επιστημονικό κεφάλαιο της χώρας. Όταν εγκρίνουν έργα που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με στρατιωτικές εφαρμογές, δεν εκτελούν μια λογιστική πράξη. Κάνουν πολιτική επιλογή.
Η ιστορία της επιστήμης δείχνει ξεκάθαρα ότι η έρευνα δεν είναι ουδέτερη. Οι επιλογές χρηματοδότησης καθορίζουν κατευθύνσεις, προτεραιότητες και –τελικά– κοινωνικά αποτελέσματα. Όταν η πανεπιστημιακή έρευνα προσανατολίζεται στις ανάγκες της πολεμικής βιομηχανίας, η γνώση παύει να υπηρετεί την κοινωνία και αρχίζει να υπηρετεί την ισχύ.
Δεν πρόκειται για αφηρημένη ή ξεπερασμένη ηθικολογία. Τα σύγχρονα οπλικά συστήματα, τα αυτόνομα drones, οι αλγόριθμοι στοχοποίησης, η «έξυπνη» επιτήρηση και οι τεχνολογίες μαζικής παρακολούθησης βασίζονται σε έρευνα που συχνά ξεκίνησε σε πανεπιστήμια και δημόσια ερευνητικά κέντρα. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: περισσότερη καταστολή, περισσότερες συγκρούσεις, μεγαλύτερη αποσταθεροποίηση – πάντα με το πρόσχημα της «ασφάλειας».
Σε μια χώρα που επικαλείται διαρκώς το διεθνές δίκαιο, την ειρήνη και τη σταθερότητα, η εμπλοκή των πανεπιστημίων σε στρατιωτική έρευνα συνιστά κραυγαλέα αντίφαση. Η γνώση που παράγεται με δημόσιο χρήμα μπορεί αύριο να χρησιμοποιηθεί σε πολέμους, σε καταστολή πληθυσμών, σε μαζική επιτήρηση. Αυτή η ευθύνη δεν διαγράφεται με κανονισμούς ΕΛΚΕ.
Ας είμαστε ειλικρινείς: η έρευνα κατευθύνεται. Προσανατολίζεται. Υπαγορεύεται. Όταν η χρηματοδότηση προέρχεται από μηχανισμούς «άμυνας και ασφάλειας», το ερώτημα δεν είναι αν το αποτέλεσμα θα χρησιμοποιηθεί στρατιωτικά, αλλά πότε και πώς. Οι ωραιοποιήσεις καταρρέουν στην πράξη.
Η στρατιωτικοποίηση της πανεπιστημιακής έρευνας δεν ήρθε με τανκς. Ήρθε με προσκλήσεις έργων, με ευρωπαϊκά προγράμματα, με κανονισμούς ΕΛΚΕ και με τη γλώσσα της «καινοτομίας». Χωρίς δημόσια συζήτηση, χωρίς πολιτική λογοδοσία, χωρίς να ερωτηθεί η ακαδημαϊκή κοινότητα αν αποδέχεται τον νέο ρόλο που της αποδίδεται: να υπηρετεί την πολεμική βιομηχανία.
Τα τελευταία χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει κάνει σαφή στροφή: από την έρευνα για κοινωνικές ανάγκες, στην έρευνα για «άμυνα και ασφάλεια». Το Horizon Europe, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας, τα προγράμματα επιτήρησης συνόρων και «αντιμετώπισης απειλών» δεν είναι ουδέτερες πολιτικές. Αποτελούν συνειδητή πολιτική επιλογή στρατιωτικοποίησης της γνώσης. Η ελληνική πολιτεία όχι μόνο δεν αντιστέκεται, αλλά ευθυγραμμίζεται πρόθυμα. Τα πανεπιστήμια ενθαρρύνονται να συμμετέχουν, οι ΕΛΚΕ εγκρίνουν, οι διοικήσεις σιωπούν.
Η Ελλάδα, χώρα με μακρά ιστορία πολέμων, δικτατορίας και εξωτερικών παρεμβάσεων, οφείλει να είναι διπλά προσεκτική. Τα δημόσια πανεπιστήμια δεν ιδρύθηκαν για να λειτουργούν ως υπεργολάβοι στρατιωτικών συμφερόντων, ούτε για να «ξεπλένουν» μέσω της ακαδημαϊκής νομιμοποίησης τεχνολογίες που αύριο μπορεί να στραφούν εναντίον κοινωνιών και πολιτών.
Η έρευνα που χρηματοδοτείται με δημόσιο χρήμα πρέπει να έχει δημόσιο πρόσημο. Να στοχεύει στην υγεία, την παιδεία, την κλιματική κρίση, την ενεργειακή μετάβαση, την πολιτική προστασία, την κοινωνική συνοχή. Όχι στη βελτιστοποίηση της καταστροφής και της επιτήρησης. Όχι στη μετατροπή των νέων επιστημόνων σε τεχνικούς ενός διαρκούς εξοπλιστικού ανταγωνισμού.
Συχνά προβάλλεται το επιχείρημα ότι «αν δεν το κάνουμε εμείς, θα το κάνουν άλλοι». Πρόκειται για επικίνδυνη λογική παραίτησης. Με το ίδιο σκεπτικό θα έπρεπε να αποδεχθούμε κάθε ανήθικη πρακτική στο όνομα του ανταγωνισμού. Η επιστήμη, όμως, δεν είναι χρηματιστήριο. Έχει αξιακό υπόβαθρο και κοινωνική ευθύνη.
Υπάρχει και μια λιγότερο συζητημένη, αλλά κρίσιμη διάσταση: η στρατιωτική χρηματοδότηση αλλοιώνει την ακαδημαϊκή ελευθερία. Συνοδεύεται συχνά από ρήτρες εμπιστευτικότητας, περιορισμούς στη δημοσίευση αποτελεσμάτων και έλεγχο της θεματολογίας. Το πανεπιστήμιο μετατρέπεται έτσι από χώρο ελεύθερης γνώσης σε κλειστό εργαστήριο ειδικών συμφερόντων.
Η άρνηση της έρευνας για στρατιωτικούς σκοπούς δεν είναι πολυτέλεια ούτε ιδεοληψία. Είναι στοιχειώδης όρος δημοκρατίας. Είναι υπεράσπιση της επιστήμης ως κοινωνικού αγαθού και όχι ως εργαλείου ισχύος. Είναι μήνυμα προς τους φοιτητές και τις φοιτήτριες ότι η γνώση τους δεν προορίζεται για να σκοτώνει, αλλά για να βελτιώνει τη ζωή.
Σε έναν κόσμο που εξοπλίζεται όλο και περισσότερο, η επιλογή της ειρήνης δεν είναι ουδέτερη. Είναι ριζοσπαστική. Και τα πανεπιστήμια οφείλουν να τη στηρίξουν.
* Ομοτ.Καθηγητής ΕΜΠ, π.Πρύτανης, Γ.Γ.Ευρωπαικής Ένωσης Ομότιμων Καθηγητών
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Απολύθηκε αναπληρωτής με Airbnb στο όνομά του - Γιατί θεωρήθηκε «έμπορος»
Ανακοινώθηκε επίσημα ο 3ος Πανελλήνιος Διαγωνισμός ΑΣΕΠ με νέα ύλη