Αν πέσει στην αντίληψή σας η λέξη «χισμέτι», το πιθανότερο είναι να τη βρείτε σε παλιά κείμενα ή να την ακούσετε από ηλικιωμένους. Πρόκειται για έναν όρο που έχει πλέον σχεδόν εκλείψει από την καθημερινή χρήση, αλλά φέρει σημαντικό γλωσσικό και ιστορικό φορτίο.
Η λέξη «χισμέτι» χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει την υπηρεσία, την εξυπηρέτηση ή απλώς μια δουλειά που έκανε κάποιος για κάποιον άλλον. Είτε στο πλαίσιο μιας επαγγελματικής σχέσης είτε ως πράξη καλοσύνης, το «χισμέτι» περιέγραφε μια πράξη που προσφερόταν – συχνά σιωπηρά, χωρίς αντάλλαγμα.
Η λέξη έφτασε στα ελληνικά κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας, και ιδιαίτερα από τον 17ο έως και τον 18ο αιώνα. Ετυμολογικά, προέρχεται από την τουρκική λέξη hizmet, που σημαίνει ακριβώς το ίδιο: υπηρεσία.
Όπως συνέβη με δεκάδες ακόμη τουρκικής προέλευσης λέξεις, το «χισμέτι» ενσωματώθηκε στο καθημερινό λεξιλόγιο των Ελλήνων εκείνης της εποχής. Σήμερα, αποτελεί κυρίως αντικείμενο μελέτης για γλωσσολόγους και ιστορικούς της γλώσσας – ένα παράδειγμα του πώς η ιστορία αποτυπώνεται ακόμη και στις πιο απλές λέξεις.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Μαρία Δούση