Η ελληνική γλώσσα κρύβει έναν θησαυρό από λέξεις με ιδιωματικό χαρακτήρα και λαϊκές ρίζες, οι οποίες αποτυπώνουν με μοναδικό τρόπο βιώματα, δοξασίες και συναισθήματα. Μία από αυτές είναι και η λέξη «αβάσκαμα» – ένας όρος που, αν και σπανίζει στη σύγχρονη χρήση, διατηρεί τη δύναμή του στον προφορικό και λαογραφικό λόγο.
Το «αβάσκαμα» είναι άλλη μία εκδοχή του ευρέως γνωστού «ματιάσματος». Προέρχεται από το ρήμα «αβασκαίνω», το οποίο σημαίνει «ματιάζω», δηλαδή επηρεάζω αρνητικά κάποιον με το βλέμμα, προκαλώντας του σωματική ή ψυχική ενόχληση – σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία.
Χαρακτηριστικό είναι το παράθεμα από τον Ιωάννη Ε. Καλλιτσουνάκη, όπου διαβάζουμε:
«Τα μάτια του έρριξαν αστραπές και είτε από το θυμό είτε από το αβάσκαμα όλος άρχισε να τρέμη.»
Μια λέξη που κουβαλά πίσω της όχι μόνο γλωσσική αλλά και πολιτισμική ιστορία, αναδεικνύοντας τη στενή σχέση της καθημερινότητας με τις λαϊκές αντιλήψεις και τις παραδόσεις.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Αλλαγή νόμου: ΝΕΑ εξ αποστάσεως Πιστοποίηση Η/Υ για Προσλήψεις Εκπαιδευτικών
Έκτακτο επίδομα 200 ευρώ για το Πάσχα – Μέχρι πότε οι αιτήσεις
Μαρία Δούση