Ιστορική αναδρομή της επιλογής στελεχών εκπαίδευσης: Η απουσία στρατηγικής και συνέχειας
Από το βασιλικό διάταγμα του 1915 στην ψηφοφορία των συλλόγων και την επαναφορά της συνέντευξης

Κείμενο στο πλαίσιο του μεγάλου αφιερώματος του alfavita.gr στον τρόπο Επιλογής Στελεχών της Εκπαίδευσης

Νίκος Μάστορας

Συνεχίζουμε σήμερα το αφιέρωμα για την επιλογή στελεχών της εκπαίδευσης, με μια ιστορική αναδρομή στους νόμους και τις ματαιώσεις τους, που οδήγησαν επί δεκαετίες ολόκληρες στην απουσία σταθερού μηχανισμού. 

Α. Πριν από τη μεταπολίτευση

Μέχρι και το 1978 για το σύστημα επιλογής των διευθυντών εφαρμοζόταν το βασιλικό διάταγμα της 16/4/1915. Ωστόσο το 1976 ψηφίζεται ένας νέος νόμος για την παιδεία, ο γνωστός ως νόμος 309 και με το άρθρο 34 συστήνονται 802 οργανικές θέσεις Λυκειαρχών, 971 οργανικές θέσεις Γυμνασιαρχών και 3.595 οργανικές θέσεις Βοηθών Γυμνασιαρχών. Η επιλογή τους γίνεται μέσω ενός συμβουλίου επιλογής. Με το άρθρο 36 ορίζεται ο απαιτούμενος χρόνος υπηρεσίας για την εξέλιξη κάποιου και τα μισθολογικά κλιμάκια. Σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 4 ως Διευθυντές και Υποδιευθυντές προάγονται μόνο καθηγητές από τους κλάδους Θεολόγων, Φιλολόγων, Μαθηματικών, Φυσικών, Γαλλικής Γλώσσας, Αγγλικής Γλώσσας και οι Οικονομολόγοι, αποκλειστικά και μόνο όμως για τα Λύκεια Οικονομικής κατεύθυνσης. Ο υποδιευθυντής τοποθετείται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 37: «Ως Υποδιευθυντής ορίζεται δι’ αποφάσεως του Γενικού Επιθεωρητού Μέσης Εκπαιδεύσεως, Προϊσταμένου της Εκπαιδευτικής Περιφερείας, ο κατά βαθμόν ανώτερος εκ των υπηρετούντων εις τα Σχολεία ταύτα, εφ’ όσον έχει τα προσόντα προς προαγωγήν κατ’ εκλογήν, άλλως ο επό μενος αυτού κατά την αρχαιότητα ή τον βαθμόν, υπό την αυτήν προϋπόθεσιν.» Στο άρθρο 61 το σύστημα προαγωγών του Ν. 309/1976, προέβλεπε βαθμολογία τουλάχιστον 45 μονάδων με άριστα το 50 και τουλάχιστον χαρακτηρισμό προσόντων ως «λίαν καλώς». Τα προσόντα που περιλάμβανε ο Ν. 309/1976 ήταν επιστημονικά (επιστημονική κατάρτιση, συγγραφική εργασία, πτυχία), διδακτικά (παιδαγωγική κατάρτιση, διδακτική ικανότητα), διοικητικά (διοικητική δεξιότητα), ευσυνειδησίας (ηθική) και τέλος, δράσης και συμπεριφοράς εντός και εκτός υπηρεσίας. Σε κάθε μία από τις παραπάνω κατηγορίες προσόντων η κλίμακα βαθμολόγησης ήταν: Εξαίρετος (10-9), Λίαν καλός (8-7), Καλός (6-5), Μέτριος (4-3) και Ακατάλληλος (2-1). (Ψυχογυιού)

Η ιστορική έρευνα παρουσιάζει με ενάργεια την πορεία διαμόρφωσης του διοικητικού μηχανισμού της εκπαίδευσης. Έτσι, αποκαλύπτει ότι ο θεσμός του επιθεωρητή, κυρίαρχος για δεκαετίες, ισχυροποιείται κατά τη μεταπολεμική περίοδο, όταν ο κρατικός μηχανισμός γίνεται περισσότερο ανελαστικός. Μέχρι αυτό το χρονικό σημείο θα διαμορφωθούν διάφορες ομάδες οι οποίες έχουν συγκεκριμένα συμφέροντα από το αντίστοιχο σχήμα εποπτείας και τις λειτουργίες του. Επιπλέον ή σε συνδυασμό, συγκροτούνται σχολές και διαδικασίες παραγωγής στελεχιακού δυναμικού, με βασικό κριτήριο κάποια μορφή δοκιμασίας- εξετάσεων.

Το ενδιαφέρον μας εστιάζεται στα μέσα της δεκαετίας του 1960, που μια σειρά από μεγάλες αλλαγές κυοφορούνται στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας με αντίστοιχες συνέπειες και στο εκπαιδευτικό σύστημα. Το τελευταίο, αναπόσπαστο κομμάτι της δημόσιας διοίκησης, θα χαρακτηριστεί από υψηλό βαθμό συγκεντρωτισμού, αφού όλα αποφασίζονται από την κεντρική διοίκηση και κατόπιν διαχέονται έως και την τελευταία απόληξη του εκπαιδευτικού οργανισμού (Υφαντή & Βοζαΐτης,2005). Το κοινωνικο–οικονομικό συγκείμενο της περιόδου επιτρέπει ή προάγει μια σειρά από μετασχηματισμούς με ισχυρό αντίκτυπο στην εκπαίδευση. Η νομική παραγωγή που θα παρουσιάσουν οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις (κυβερνήσεις της Ένωσης Κέντρου), η οποία αντανακλά και την αλλαγή των κοινωνικών συσχετισμών, θα περιορίσει τη σημασία των γραπτών διαγωνισμών, που αποτελούσαν τη μοναδική μέθοδο επιλογής για δεκαετίες, και θα ενισχύσει το ρόλο της συνέντευξης (σε ένα πλαίσιο ευρύτερου εκδημοκρατισμού).

Η λογική με την οποία προσεγγίζεται η εκπαίδευση, ο ρόλος και οι σχέσεις της με το κοινωνικό σύνολο είναι τελείως διαφορετική. Η επιλογή στελεχών στηρίζεται, στα νομοθετήματα του 1964, τόσο στις σπουδές όσο και στην αρχαιότητα. Μεταξύ του 1964 και του 1968 θα συμβεί κάτι πρωτοφανές για τη διοίκηση της εκπαίδευσης. Σαν συνέπεια των αντιδράσεων για την ίδρυση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου θα παραμείνουν κενές 11 από τις 15 θέσεις Γενικών Επιθεωρητών και 120 από τις 200 θέσεις Επιθεωρητών. Την ίδια στιγμή γίνεται προσπάθεια επαναφοράς αυτών που είχαν αποχωρήσει.

Διαγωνισμοί για την επιλογή επιθεωρητών «στοιχειώδους εκπαίδευσης» πραγματοποιούνται, εκτός από το 1951, το 1953 και τα έτη 1958, 1961 και 1963 (οι διαγωνισμοί αυτοί διενεργούνταν από το Α. Σ. Δ. Ε. Π.) (Φίλος,1984:121,127-128). Η γραπτή εξέταση του 1963 διενεργήθηκε, αλλά η διαδικασία επιλογής διακόπηκε, λόγω της νέας ρύθμισης με το ν.δ. 4379/1964. Επειδή η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας επιθυμούσε την τήρηση της δημοκρατικής διαδικασίας, δηλαδή να ψηφιστεί πρώτα ο νέος νόμος, μετά να στελεχωθεί το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο242και να συγκροτηθεί το αρμόδιο συμβούλιο, καθυστέρησε η έναρξη επιλογής του εποπτικού προσωπικού (τόσο της πρωτοβάθμιας, όσο και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης) (Ευαγγελόπουλος,1998:158-159,161-165;Φίλος,1984:131-135). Οι συγκεκριμένοι προσανατολισμοί,243όπως και η συνολική μεταρρυθμιστική προσπάθεια του Γεωργίου Παπανδρέου (η «άνοιξη της παιδείας») θα ανακοπεί, αμέσως μετά την παραίτησή του, ακολουθώντας τη λογική της μεταρρύθμισης–αντιμεταρρύθμισης.

Β. Τα εκπαιδευτικά στελέχη επί χούντας και λίγο μετά

Η Δικτατορία θα ανατρέψει την προηγούμενη μεταρρυθμιστική προσπάθεια και θα ενισχύσει το ρόλο των επιθεωρητών. Ο διαγωνισμός αποτελεί ξανά το βασικό τρόπο επιλογής στελεχών (διαγωνισμοί του 1968, του 1971 και του 1973 σε ένα ή τέσσερα μαθήματα). Επιπλέον, με βάση το Β.Δ. 65/1971 υποβάλλεται πίνακας των υποψηφίων στο ΥΠ.Ε.Π.Θ., για τους οποίους συλλέγεται μια πληθώρα πληροφοριών, που δεν αφορούν πάντα τα προσόντα που διαθέτουν (Δ.Β.,788:11). Το ήθος, ο χαρακτήρας, η συμπεριφορά εντός και εκτός υπηρεσίας, η «εθνική» δράση, η πίστη και η αφοσίωση στα ελληνικά και χριστιανικά ιδεώδη είναι τα σημαντικότερα κριτήρια επιλογής. Ο αριθμός των εξεταζόμενων γνωστικών αντικειμένων περιορίζεται αισθητά,244 ενώ σ’ αυτά συμπεριλαμβάνεται η διοίκηση και η εποπτεία της εκπαίδευσης.

Οι διορισμοί, οι προαγωγές και οι τοποθετήσεις των στελεχών γίνονται ταχύτατα, αφού δεν υπήρχε τώρα ανάγκη να τηρηθούν τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που καθυστέρησαν την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής των επιθεωρητών κατά τα έτη 1965-1967 (το βασικότερο κριτήριο ήταν η αφοσίωση στο στρατιωτικό καθεστώς). Οι συγκεκριμένες διαδικασίες ήταν ασαφείς, η δημοκρατία είχε καταλυθεί και τα κριτήρια της αντικειμενικότητας και της δικαιοσύνης αντικαταστάθηκαν, στις περισσότερες περιπτώσεις από τα αντίθετά τους (Ευαγγελόπουλος,1998:168).

Ο λαβύρινθος των εσωτερικών προαγωγών επεκτείνεται και στα στελέχη της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Εξάλλου, η επιλεκτική διαδικασία αποτελούσε ένα σύνολο συνεχών ελέγχων από τις προϊστάμενες του εκπαιδευτικού αρχές (έκθεση του επιθεωρητή, αλλά και του γενικού επιθεωρητή). Με αυτό τον τρόπο αποκλείονταν οι ανεπιθύμητοι, όσοι δεν είχαν το απαιτούμενο «ήθος» (απολύθηκαν ή αποκλείστηκαν ήδη από το 1968). Οι προαναφερόμενες αρχές, για το σχηματισμό ιδίας γνώμης, είτε επιθεωρούν τον εκπαιδευτικό είτε τον καλούν σε συνέντευξη. Αν δούμε εξελικτικά το σύνολο των μονομελών οργάνων εποπτείας της εκπαίδευσης της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, έχουμε τα εξής:

ΜΟΝΟΜΕΛΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

1964

- Διευθυντές σχολείων

- Επιθεωρητές και Γενικοί επιθεωρητές πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης

- Επιθεωρητές και Γενικοί επιθεωρητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης

1970

Πρωτοβάθμια εκπαίδευση

- Διευθυντές σχολείων

- Επιθεωρητές

- Νομαρχιακοί Επιθεωρητές

- Αναπληρωτές Γενικοί Επιθεωρητές

- Γενικοί Επιθεωρητές

Δευτεροβάθμια εκπαίδευση

- Διευθυντές σχολείων

- Διοικητικοί Επιθεωρητές

- Επιθεωρητές Ειδικοτήτων

- Αναπληρωτές Γενικοί Επιθεωρητές

- Γενικοί Επιθεωρητές

1976

- Διευθυντές σχολείων (Α΄- Β΄)

- Επιθεωρητές πρωτοβάθμιας (Α΄-Β΄) και Γενικοί επιθεωρητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης

- Επόπτες πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης

1982

- Διευθυντές σχολείων

- Σχολικοί Σύμβουλοι

- Προϊστάμενοι Γραφείων εκπαίδευσης

- Προϊστάμενοι Διευθύνσεων εκπαίδευσης

2002

- Διευθυντές σχολείων

- Σχολικοί Σύμβουλοι

- Προϊστάμενοι Γραφείων εκπαίδευσης

- Προϊστάμενοι Διευθύνσεων εκπαίδευσης

- Περιφερειακός Διευθυντής εκπαίδευσης

Το σύστημα που υιοθετήθηκε στη διάρκεια της επταετίας ήταν απρόσφορο, γιατί υπήρχε σύμπτωση του 2ου βαθμού σε τρία επάλληλα ιεραρχικά επίπεδα, ήτοι στους διευθυντές δημοτικών σχολείων, στους επιθεωρητές και τους νομαρχιακούς επιθεωρητές. Το ίδιο, επίσης συνέβαινε στους αναπληρωτές γενικούς επιθεωρητές και τους γενικούς επιθεωρητές, δηλαδή σε δύο επάλληλα κλιμάκια με βαθμό 1ο. Εξαι τίας της επικάλυψης αυτής, δημιουργούνταν ζητήματα στην άσκηση των καθηκόντων του εποπτικού προσωπικού. Και στη μέση εκπαίδευση υπήρχε σύμπτωση του αυτού βαθμού (2ου) στους γυμνασιάρχες, τους διοικητικούς επιθεωρητές και τους επιθεω-ρητές ειδικοτήτων, επομένως σε ελέγχοντες και ελεγχόμενους (Ευαγγελόπουλος,1998:167).

Η δυσλειτουργία θα αρθεί με τα πρώτα νομοθετήματα της Μεταπολίτευσης, στα οποία ο βαθμός υποκαθίσταται από το μισθολογικό κλιμάκιο (Ο.π.:171-178). Για τους επιθεωρητές της μέσης εκπαίδευσης δεν προβλέπεται διαγωνισμός, αλλά χρησιμοποιούνται τα στοιχεία του υπηρεσιακού τους φακέλου. Η κάθε είδους κρίση περατώνεται μετά από σχετική ομοφωνία και/ή αιτιολογημένη πράξη του συμβουλίου επιλογής.

Οι αλλαγές στην εκπαίδευση καλούνται να αντιμετωπίσουν το κοινό αίτημα για κάθαρση και αποχουντοποίηση του διοικητικού μηχανισμού (απομάκρυνση αυτών που κατείχαν ηγετικές θέσεις) (Ζαμπέτα,1994:236,239). Η ελληνική παιδεία θα θεωρηθεί το σχολείο της δημοκρατίας, το σχολείο της ελευθερίας (Ιμβριώτη,1985:70-74). Οι κάθε είδους διαγωνισμοί θεωρούνται διαβλητοί, ενώ στη θέση τους ζητείται από διάφορες κοινωνικές ομάδες να χρησιμοποιηθούν ενιαία αξιολογικά κριτήρια.

Στην επιτροπή παιδείας που συγκροτείται στις 8.2.1975 ο εκπρόσωπος της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης Σπ. Μιχόπουλος θα τονίσει ότι «η επιλογή του εποπτικού προσωπικού δε γίνεται συνήθως με αντικειμενικά κριτήρια», ότι την περίοδο της δικτατορίας «έγινε μια παρωδία διαγωνισμού» και ότι πρέπει να γίνει «επανάκριση του Εποπτικού Προσωπικού» γιατί στα στελέχη αυτά δεν έχει εμπιστοσύνη το διδακτικό προσωπικό των σχολείων»(Ζαμπέτα,1994:236-237). Στο πόρισμα της ίδιας επιτροπής καταγράφεται ότι «η εποπτεία πρέπει να αποβάλλει το χαρακτήρα της αστυνομεύσεως και να καταστεί ο επιθεωρητής κατά κύριο λόγο οδηγητής, σύμβουλος και παραστάτης του εκπαιδευτικού στο δύσκολο έργο του» (Πορίσματα Επιτροπής Παιδείας,1975:46).

Ο νόμος 309/1976, που θα ακολουθήσει, τόνιζε ότι, εκτός από την αρχαιότητα και τις σπουδές, η διαδικασία επιλογής «δύναται» να περιλαμβάνει γραπτή δοκιμασία και συνέντευξη. Στην πραγματικότητα θεωρούνται και τα δύο επισφαλή.247 Ιδίως για τη συνέντευξη θα γίνει κατανοητό, συν τω χρόνω, πως δεν αποδίδει παρά κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις (σαφή καταγραφή όσων διαδραματίζονται κατά τη διάρκειά της, τεκμηρίωση της βαθμολογίας που αποδίδεται σε κάθε εξεταζόμενο κτλ.). Αν δεν εξασφαλιστούν, τότε μπορεί να αποδειχθεί πιο δυσλειτουργική από άλλες μεθόδους επιλογής.

Ο διαγωνισμός επιβιώνει, νομικά τουλάχιστον, έως το 1982, που πλέον εισάγεται ο θεσμός του σχολικού συμβούλου και των προϊσταμένων, καταργώντας το θεσμό του επιθεωρητή, έναν από τους πιο αποφασιστικούς κρίκους του κρατικού ελέγχου στην εκπαίδευση. Ιστορικά η σημερινή διοικητική δομή του σχολικού μας συστήματος διαμορφώθηκε στις αρχές του 1982, όταν με το ν. 1232/1982 καταργείται το διανομαρχιακό επίπεδο διοίκησης της εκπαίδευσης. Η κατάργηση αυτή θεωρούνταν, από τους ιθύνοντες της εποχής, αναγκαία για να γίνει η διοικητική πυραμίδα της εκπαίδευσης πιο απλή και επίπεδη. Όσοι, συνεπώς, ζητούσαν την αλλαγή των μονομελών διοικητικών οργάνων δεν ήταν αντίθετοι μόνο στον έλεγχο που ασκούσαν μ’ αυτόν τον τρόπο στην εκπαίδευση οι εκάστοτε κυβερνήσεις, αλλά και στη γενικότερη κρατική παρέμβαση στις σχολικές πρακτικές (Νούτσος,1986:106-115).

Η ουσία είναι ότι η αντικατάσταση ενός θεσμού από έναν άλλο εκφράζει όχι μόνο τη μεταφορά μιας μορφής κρατικής εξουσίας σε άλλες δυνάμεις, αλλά και μια διαφοροποίηση στο χαρακτήρα αυτής της εξουσίας. Αυτός ο θεσμός (σχολικός σύμβουλος) και η ανάγκη θέσπισής του ήταν αιτήματα γνωστά από τον περασμένο αιώνα, χωρίς όμως να υλοποιηθούν έως τότε (Φίλος,1984:78-79,115-116). Ο λόγος για την προτίμηση του επιθεωρητή ήταν πως εξυπηρετούσε το στόχο του ελέγχου των εκπαιδευτικών. Η μετάβαση δε θα γίνει με συναινετικές διαδικασίες249 (αντιδράσεις της Ένωσης Επιθεωρητών), ενώ κατά την πρώτη επιλογή σχολικών συμβούλων θα επικριθεί ο ρόλος του εκπροσώπου της Δ.Ο.Ε. στο συμβούλιο επιλογής (Χατζηστεφανίδης,1990:336-338).

Παρ’ όλες τις δομικές καινοτομίες στο διοικητικό μηχανισμό δεν επήλθε αλλαγή στη συγκεντρωτική δομή του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος (λήψη των αποφάσεων, αντιμετώπιση των αναφυόμενων προβλημάτων μέσω νομικών κειμένων κτλ.). Οι νέοι θεσμοί που εισάγονται (1982), από τη μια απελευθερώνουν τον εκπαιδευτικό από το σφιχτό εναγκαλισμό του επιθεωρητή, από την άλλη όμως στερούνται στοιχείων όπως η ανατροφοδότηση / πληροφόρηση και η αξιολόγηση. Σε αυτό οφείλεται και το γεγονός ότι οι νόμοι που αφορούν την επιλογή στελεχών στην εκπαίδευση, στο γενικό τους περιεχόμενο, συνεχίζουν να αναφέρονται σε ασαφή κριτήρια μοριοδότησης, εγκαταλείποντας πολλές φορές ουσιώδη προαπαιτούμενα.

Παύει πλέον ένα πρόσωπο (ο επιθεωρητής) να συγκεντρώνει όλες τις αρμοδιότητες στα χέρια του και γίνεται διαχωρισμός των στελεχών με διοικητικό και καθοδηγητικό-παιδαγωγικό έργο. Παρόλα αυτά, θα διατυπωθεί η άποψη, «πως στην ιδιωτική του ζωή ο εκπαιδευτικός, και συνεπώς ο σχολικός σύμβουλος, μπορεί να έχει οποιαδήποτε θέση και άποψη αλλά στη δουλειά του στο σχολείο «υπερασπίζεται και προωθεί» τις αξίες που διακηρύσσει η πολιτική εξουσία που οργανώνει την εκπαίδευση» (Νούτσος,1986:111). Ή, κατά μία άλλη διατύπωση, ο σχολικός σύμβουλος είναι, μαζί με όλα τα υπόλοιπα, και ο περιφερειακός αντιπρόσωπος της κρατικής διδακτικής (παραμορφωτική–δικαιωτική λειτουργία) (Αθανασούλα–Ρέππα,1999:134-139). Η συνέντευξη, η κοινωνική δραστηριότητα και η δημοκρατική προσωπικότητα του υποψηφίου θα αποτελέσουν κομβικά σημεία κάθε επιλογής.

Ταυτόχρονα, ήδη από το 1975, αποτελεί αίτημα της Δ.Ο.Ε. τα επιλεκτικά κριτήρια να είναι αντικειμενικά και μετρήσιμα. Στηρίζεται στην πεποίθηση ότι μετρησιμότητα σημαίνει αντικειμενικότητα, δηλαδή αξιοκρατία (τεχνοκρατική αντίληψη για την εκπαιδευτική αξιολόγηση). Θα αρχίσει έτσι μια μακρά συζήτηση στο χώρο της εκπαίδευσης, με αντικείμενο τα κριτήρια, τις διαδικασίες και τις τεχνικές πραγματοποίησής της.

Πολλές φορές, όμως, η αναγωγή του θέματος σε τεχνικό πρόβλημα οδηγεί στην απόκρυψη των ιδεολογικών, κοινωνικών, πολιτικών και εκπαιδευτικών διαστάσεών του. Από ένα μεγάλο αριθμό διατάξεων του νομοθετικού πλαισίου προβλέπονται ως προσόντα για την κατάληψη θέσης στελέχους ορισμένες μετεκπαιδεύσεις (π.χ., για τους επιθεωρητές, για τους σχολικούς συμβούλους). Αυτό σημαίνει πως, αφού αποτελούσε για μεγάλες χρονικές περιόδους προϋπόθεση για μετεκπαίδευση το θετικό αποτέλεσμα της αξιολόγησης, η στρατολόγηση αυτών των στελεχών διασφάλιζε τις κυρίαρχες δυνάμεις για τη θέση και τη στάση τους. Κάτι τέτοιο, βέβαια, επιτυγχανόταν και από μια σειρά από άλλους περιορισμούς (όπως 15 χρόνια υπηρεσίας) και τις επιλεκτικές διαδικασίες, οι οποίες ήταν μια μορφή άσκησης κοινωνικού ελέγχου (Ανδρέου,1986:102-116). Μέσα σε δεκαπέντε χρόνια, από το 1991 έως το 2006, επήλθαν πολλές μεταβολές στην επιλογή στελεχών. Μάλιστα, από το 1974 και μετά εμφανίζεται μια τάση για αλλαγή στη διοίκηση, αλλά η εμμονή αυτή και η προσήλωση δεν εκφράζεται μέσω ενός διαχρονικού και κοινά αποδεκτού νομοσχεδίου επιλογής στελεχών. Το αποτέλεσμα ήταν οι συνεχείς αλλαγές του νομικού πλαισίου. (Αλεξανδρόπουλος)

Γ. Απο τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα:

Οι θέσεις των στελεχών της εκπαίδευσης μέχρι το 1982 ήταν μόνιμες. Οι Διευθυντές των Σχολικών Μονάδων τοποθετούνταν είτε από τις αξιολογικές εκθέσεις των Επιθεωρητών είτε από την αρχαιότητα (μετά από τα 17 έτη υπηρεσίας) σύμφωνα με τον Ν. 309/1976. Η επιλογή των Επιθεωρητών γινόταν σε κεντρικό επίπεδο από το υπουργείο παιδείας μέσα από γραπτή δοκιμασία και συνέντευξη. Τέλος, οι Επιθεωρητές Α' μετά από διετή παραμονή στο βαθμό είχαν τη δυνατότητα να προαχθούν “κατ' εκλογήν” σε Επόπτες. Με την έλευση του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, αρχικά με τον Ν. 1232/1982 καταργούνται οι Επόπτες και στη συνέχεια με τον Ν. 1304/1982 καταργούνται οι Επιθεωρητές και θεσμοθετούνται οι νέοι θεσμοί των Σχολικών Συμβούλων και Προϊσταμένων Εκπαίδευσης οι οποίοι ασκούν την παιδαγωγική καθοδήγηση και τη διοίκηση αντίστοιχα. Η κατάργηση της μονιμότητας και η επί θητεία ανάληψη της θέσης στελέχους εκπαίδευσης θεωρήθηκε από τον κλάδο σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού, της αξιοκρατίας και της εξάλειψης του αυταρχισμού στην εκπαίδευση (Πρακτικά 51ης ΓΣ ΔΟΕ, 1982:24/9) καθώς με αυτή τη διαδικασία θα καθίσταται δυνατόν να επιλέγονται σε αυτές τις θέσεις οι καλύτεροι κάθε φορά. Αν και αυτό το θέμα επικρίθηκε αργότερα από τον στενό συνεργάτη του Απόστολου Κακλαμάνη, τον Κ. Χάρη (2011:282), ο οποίος επισημαίνει πως το ζήτημα της “εσαεί «επί θητεία» υπηρεσίας των σχολικών συμβούλων, αντί της μονιμοποίησης τους στον κλάδο, έπειτα από μια πρώτη απολύτως ευδόκιμη θητεία σε αυτήν” αποτέλεσε το βασικό μειονέκτημα της μεταρρύθμισης. Εν τέλει αυτοί οι νέοι θεσμοί, Σχολικοί Σύμβουλοι και Προϊστάμενοι Εκπαίδευσης μαζί με τη θέση του Διευθυντή Σχολικής Μονάδας, μετατράπηκαν αυτοδίκαια σε θέσεις με θητεία και για τη στελέχωσή τους ορίστηκαν για πρώτη φορά το 1982 και 1985 μια σειρά από κριτήρια επιλογής των υποψηφίων (Σαΐτης,1997). Αργότερα με τους Ν. 2817/2000 και 2686/2002, δημιουργείται ο νέος θεσμός του Περιφερειακού Διευθυντή Εκπαίδευσης ο οποίος τοποθετείται στην κορυφή της ιεραρχίας της εκπαίδευσης σε επίπεδο Περιφερειακής Διεύθυνσης.

Η δεκαετία του 1980: Η περίοδος των πρώτων επιλογών

Για τις πρώτες επιλογές των σχολικών συμβούλων, το 1983-84, σύμφωνα με τον Ν. 1304/1982 βασικά κριτήρια αποτελούσαν η υπηρεσιακή κατάρτιση, η κοινωνική προσφορά, το αξιόλογο εκπαιδευτικό έργο και η δημοκρατική προσωπικότητα. Το συμβούλιο επιλογής ελάμβανε υπόψη οπωσδήποτε τις πανεπιστημιακές και μεταπτυχιακές σπουδές, επιμόρφωση, συγγραφική ή ερευνητική εργασία καθώς και τη γνώση ξένων γλωσσών. Έπρεπε επίσης, μέσα από προφορική συνέντευξη-συζήτηση να εκτιμήσει την όλη προσωπικότητα του υποψηφίου. Για τους πρώτους προϊσταμένους, οι επιλογές των οποίων πραγματοποιήθηκαν την ίδια περίοδο 1983-84, ο ίδιος νόμος προέτασσε ως καθοριστικά κριτήρια για την επιλογή, τη γνώση των εκπαιδευτικών πραγμάτων και τη διαπιστωμένη ικανότητα του υποψηφίου στην οργάνωση και τη διοίκηση της εκπαίδευσης. Τα κριτήρια που διαμόρφωσαν το προφίλ για την επιλογή των διευθυντών σχολικών μονάδων, που πραγματοποιήθηκε το 1986, προσδιοριζόταν από τον 1566/1985 -άρθρο 11. Διοίκηση Σχολείων, όργανα, επιλογή, τοποθέτηση, υπηρεσιακή κατάσταση, καθήκοντα-, σύμφωνα με το οποίο το συμβούλιο επιλογής έπρεπε να εκτιμήσει την υπηρεσιακή κατάρτιση των υποψηφίων, τη γνώση για τα εκπαιδευτικά πράγματα, την ικανότητα τους για ανάληψη διοικητικών καθηκόντων, το εκπαιδευτικό τους έργο, την κοινωνική προσφορά και την προσωπικότητα τους, καθώς και τις μεταπτυχιακές σπουδές, τη μετεκπαίδευση, την επιμόρφωση, καθώς και την αξιόλογη συγγραφική εργασία.

Η επόμενη διαδικασία επιλογής πραγματοποιήθηκε το 1988 σύμφωνα με το Προεδρικό Διάταγμα 2/1988 το οποίο στην ουσία όριζε την αυτοδίκαιη επανάκριση και ανανέωση της θητείας των υπαρχόντων σχολικών συμβούλων (άρθρα 1, 2 του Π.Δ. 2/1988, ΦΕΚ 1 Α'). Για την επανάκριση των σχολικών συμβούλων, το υπηρεσιακό συμβούλιο ελάμβανε υπόψη: α) τα στοιχεία των υπηρεσιακών φακέλων τους, β) τις συνοπτικές εκθέσεις των σχολικών συμβούλων, και γ) την προφορική συνέντευξη. Η συνέντευξη δεν ήταν υποχρεωτική αλλά δυνητική για το υπηρεσιακό συμβούλιο το οποίο, σύμφωνα με τη νομοθεσία, μπορούσε να καλέσει τους σχολικούς συμβούλους για διευκρίνιση θεμάτων που αναφέρονται στο έργο τους ή για την παροχή πρόσθετων πληροφοριών. Παρατηρείται λοιπόν ότι, σύμφωνα με τους πρώτους νόμους (1304/1982 και 1566/1985) μετά τη μετατροπή της μονιμότητας σε θητεία, τα στελέχη επιλέγονταν κυρίως βάσει υποκειμενικών κριτηρίων που αναφέρονταν στην επιστημονική και παιδαγωγική και την υπηρεσιακή διδακτική εμπειρία τα οποία συνεκτιμούνταν από τα υπηρεσιακά συμβούλια και αποτυπώνονταν αποκλειστικά στη βαθμολογία του συμβουλίου. Τα κριτήρια επιλογής των στελεχών ήταν ασαφή, γενικά και αόριστα και αφορούσαν στην εκτίμηση της προσωπικότητας του υποψηφίου, μέσα από την κοινωνική προσφορά και τη δημοκρατική προσωπικότητα. Μετά τη διαδικασία των κρίσεων για τους σχολικούς συμβούλους και τους προϊσταμένους καταγράφεται, από τις συνδικαλιστικές παρατάξεις των εκπαιδευτικών, έντονη δυσαρέσκεια για τις επιλογές προσώπων υποστηρίζοντας πως σε αυτές, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, κυριάρχησαν η ευνοιοκρατία και ο κομματισμός. Υποστηρίχτηκε πως η διαδικασία ήταν διαβλητή και πως η διακηρυσσόμενη «αξιοκρατία» παράμεινε λόγος κενός, χωρίς κανένα αντίκρισμα από την πλευρά του υπουργείου (Δ.Β. 945/Δεκ.1983:31).

Αντίστοιχα, στις επιλογές των διευθυντών, το 1986, εκφράστηκαν πολλά παράπονα από τους συλλόγους των εκπαιδευτικών, οι οποίοι με τηλεγραφήματα από όλη τη χώρα εξέφρασαν τη δυσαρέσκειά τους, υποστήριζαν ότι δημιουργήθηκε μεγάλη αναστάτωση από τις κομματικές και αναξιοκρατικές επιλογές των διευθυντών (Δ.Β, 981/Σεπτ.1986:16). Ανάλογες καταγγελίες απαντώνται και στο Τύπο της εποχής (Ενδεικτικά: εφ. Καθημερινή, 22-07-86 και 21-9-86). Η νομοθεσία για τη διαδικασία και τα κριτήρια έμελλε να ισχύσει μόνο για τις πρώτες επιλογές (1983 και 1986), ωστόσο, όπως φαίνεται στη συνοπτική ιστορική γραμμή των διαδικασιών επιλογής στελεχών που παρουσιάζεται παρακάτω στο γράφημα 1, από εκείνη τη στιγμή και μετέπειτα κάθε κυβέρνηση, αλλά και κάθε υπουργός ακόμη, δημιουργούσε ένα διαφορετικό προφίλ στελέχους που θεωρούσε καλύτερο μεταβάλλοντας τα κριτήρια σε κάθε επόμενη διαδικασία. Συνακόλουθα, βεβαίως, κάθε φορά οι συνδικαλιστικές παρατάξεις που επρόσκειντο στην αντιπολίτευση επεσήμαιναν τις αδυναμίες και τα τρωτά σημεία της νομοθεσίας και εξέφραζαν αντίστοιχες διαμαρτυρίες τόσο για τη διαδικασία όσο και την επιλογή των προσώπων. Στο γράφημα 1, παρακάτω, παρουσιάζονται τα νομοθετικά κείμενα, οι κυβερνήσεις και το έτος που θεσπίστηκαν, καθώς και τα στελέχη που αφορούσαν οι ρυθμίσεις.

Η πρώτη αλλαγή της νομοθεσίας

 Μετά την κυβερνητική αλλαγή και την ανάληψη της διακυβέρνησης από τη Νέα Δημοκρατία (ΝΔ) καταργείται το Π.Δ. 2/1988 το οποίο αναφερόταν στη διαδικασία επανάκρισης σχολικών συμβούλων για την ανανέωση της θητείας τους (Ν.1966/1991). Παύει να ισχύει η δυνατότητα για επανάκριση, όπως αυτή προβλεπόταν από τις διατάξεις του Ν.1304/1982 ως διαδικασία ανανέωσης της αρχικής θητείας των σχολικών συμβούλων. Στην ουσία ο νόμος αυτός βάζει τέλος στη δυνατότητα κρίσης και επιλογής των ίδιων προσώπων αφού αφενός καταργείται η δυνατότητα επανάκρισης και ανανέωσης της θητείας και αφετέρου προβλέπει ρητώς ότι στο τέλος της τετραετίας οι σχολικοί σύμβουλοι επανέρχονται στα διδακτικά τους καθήκοντα. Με τον ίδιο νόμο καθιερώνονται για πρώτη φορά συγκεκριμένα και μετρήσιμα κριτήρια επιλογής τα οποία διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες. Τα κριτήρια αποτυπώνονταν με συγκεκριμένη αριθμητική αποτίμηση το καθένα και συνολικά σε 100 αξιολογικές μονάδες: α. Επιστημονική - παιδαγωγική συγκρότηση (ως 50 μονάδες) β. Υπηρεσιακή κατάρτιση και διδακτική εμπειρία (ως 25 μονάδες) γ. Γενική συγκρότηση του υποψηφίου (ως 25 μονάδες). Η νέα διαδικασία αποτελεί την πρώτη προσπάθεια να προσλάβει η διαδικασία επιλογής χαρακτηριστικά αντικειμενικότητας και αξιοπιστίας. Με νέο νόμο, τον 2043/1992 για την εποπτεία και τη διοίκηση της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ορίζεται η θητεία σε 3 χρόνια και καθορίζονται επακριβώς τα κριτήρια επιλογής των διευθυντών σχολικών μονάδων και των διευθυντών εκπαίδευσης και προϊσταμένων γραφείων. Για τους διευθυντές σχολείων (άρθρο 1§ 7) τα κριτήρια διακρίνονται σε πέντε κατηγορίες: α) αρχαιότητα (ως 30 μονάδες), β) επιστημονική και παιδαγωγική κατάρτιση (ως 20 μονάδες), γ) εκθέσεις σχολικών συμβούλων (ως 15 μονάδες), δ) εκθέσεις διευθυντών σχολείου (ως 15 μονάδες) και ε) γενική συγκρότηση του υποψηφίου, η οποία εκτιμάται από το αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο και αντιστοιχεί σε 20 μονάδες. Ωστόσο, για την πρώτη εφαρμογή ελήφθησαν υπόψη μόνο τρεις κατηγορίες: α) η υπηρεσιακή κατάσταση με 45 αξιολογικές μονάδες, β) η επιστημονική -παιδαγωγική κατάρτιση με 30 αξιολογικές μονάδες και γ) η γενική συγκρότηση με 25 αξιολογικές μονάδες καθώς δεν υπήρχαν εκθέσεις αξιολόγησης. Κρίνεται σημαντικό να επισημανθούν οι προβλέψεις των άρθρων 3 και 4 (Ν.2043/1992) που αναφέρονταν τη μονιμοποίηση των διευθυντών σχολικών μονάδων μετά από τριετή επιτυχή παραμονή στη θέση τους και τη δυνατότητα προαγωγής μόνιμου διευθυντή σχολικής μονάδας (μετά από διετή παραμονή στη θέση του μόνιμου διευθυντή) σε θέση μόνιμου διευθυντή εκπαίδευσης ή προϊσταμένου γραφείου. Και σε αυτές τις επιλογές, ο εκπαιδευτικός κόσμος διαμαρτύρεται έντονα για τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν. Καταγράφεται στο ένθετο του Διδασκαλικού Βήματος (Δ.Β. 1051/Ιούλ-Αυγ,1992:1- 5) πληθώρα καταγγελιών με συγκεκριμένα παραδείγματα (από διάφορα ΠΥΣΠΕ της χώρας) για ημετεροκρατία και χαμηλές βαθμολογίες στη συνέντευξη, 1 και 2, σε υποψηφίους διευθυντές σχολικών μονάδων με επιστημονικά προσόντα ενώ υποψήφιοι χωρίς ανάλογα προσόντα βαθμολογήθηκαν άριστα, 25, με αποτέλεσμα η βαθμολογία στη συνέντευξη να είναι καθοριστική. Ανάλογη καταγγελία διαβάζουμε, στο ίδιο ένθετο, από τον αιρετό στο Συμβούλιο Επιλογής και από τον αιρετό Χρ. Χρήστου ο οποίος αναφέρει ότι η συνέντευξη χρησιμοποιήθηκε ως αποτελεσματικότατο μέσο εξυπηρέτησης των γνωστών κομματικών σκοπιμοτήτων της κυβέρνησης. Ανάλογες κρίσεις για “εμπάθεια και σκοπιμότητα για καταξιωμένους εκπαιδευτικούς”, “μεθοδεύσεις με σκοπό την κατανομή των διευθυντών σε διευθυντές της αρεσκείας των συμβουλίων” και τέλος για “παραβίαση κάθε έννοιας της αντικειμενικότητας και της αξιοκρατίας” διατυπώθηκαν από στελέχη του συνδικαλιστικού κινήματος τόσο της πρωτοβάθμιας όσο και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (Διδασκαλικό Βήμα τ. 1053/Σεπτ.-Οκτ.1992, Δελτίο Ο.Λ.Μ.Ε., τ. 626-627/1992).

Η δεκαετία του 1990: Η προσπάθεια αναλυτικής περιγραφής και αντικειμενικοποίησης των κριτηρίων

Με την νέα αλλαγή της κυβέρνησης (το 1993 επανέρχεται το ΠΑΣΟΚ) αλλάζει ξανά η νομοθεσία και με τη θέσπιση νέου νόμου, 2188/1994, καταργείται όλο το προηγούμενο θεσμικό πλαίσιο της διαδικασίας επιλογών, λήγει αυτοδικαίως η θητεία των προϊσταμένων διευθύνσεων και γραφείων εκπαίδευσης καθώς και των μελών των υπηρεσιακών συμβουλίων και προβλέπεται η έκδοση Π.Δ. (εκδόθηκε το Π.Δ. 398/1995) για τη ρύθμιση των νέων κριτηρίων επιλογής. Στην ουσία οι νέες προβλέψεις κινούνται στην ίδια λογική με τις προηγούμενες νομοθετικές ρυθμίσεις, χωρίζοντας τα κριτήρια στις εξής κατηγορίες: α) επιστημονική και παιδαγωγική κατάρτιση (μέχρι 40 μονάδες για τους σχολικούς συμβούλους και 35 για τις θέσεις διοίκησης), β) υπηρεσιακή και διδακτική εμπειρία (μέχρι 25 μονάδες) και γ) ικανότητα άσκησης διοικητικών καθηκόντων, καθοδηγητικού έργου και κοινωνική δραστηριότητα (μέχρι 35 μονάδες για τους σχολικούς συμβούλους και 40 μονάδες για τις διοικητικές θέσεις). Εκείνο που αξίζει να επισημανθεί εδώ είναι η προσπάθεια του νομοθέτη να περιγραφούν λεπτομερέστερα τα συνεκτιμώμενα κριτήρια που μοριοδοτούνται. Επιχειρείται, δηλαδή, να παρουσιαστεί η εικόνα της αντικειμενικοποίησης των υποκειμενικών κριτηρίων. Οι μονάδες από τα συνεκτιμώμενα κριτήρια πέραν των μετρήσιμων, τα οποία καταγράφονται σε κάθε κατηγορία, φτάνουν αθροιστικά στις τρεις παραπάνω κατηγορίες τις 35. Η συνέντευξη χρησιμοποιούνταν ως εργαλείο για να διαπιστωθεί ποιοι από τους υποψηφίους θα γίνουν δεκτοί στη διαδικασία ή όχι. Αλλά και για τις κρίσεις του 1998, που πραγματοποιήθηκαν με το Π.Δ. 398/95, ο αιρετός στο κεντρικό υπηρεσιακό συμβούλιο του κλάδου των δασκάλων, Γιώργος Γούσης1 (Δ.Β. 1094/Ιούλ.- Αύγ.1998:62) επεσήμανε πως η σχέση μεταξύ μοριοδοτούμενων (μετρήσιμων) και συνεκτιμώμενων (συνέντευξη) κριτηρίων, 65% προς 35%, είναι παραπλανητική και στην πραγματικότητα η σχέση αυτή είναι καταλυτική υπέρ της συνέντευξης. Συγκεκριμένα υποστήριξε: ο υψηλότερα μοριοδοτούμενος του πίνακα έλαβε 20,5 μόρια στα μετρήσιμα και 30,50 μόρια στη συνέντευξη και συνολικά: 51 αξιολογικές μονάδες. Η πραγματική σχέση δηλαδή μετρήσιμων προς συνέντευξη είναι 40%-60% υπέρ της συνέντευξης. Και συνεχίζοντας ο ίδιος επισήμανε πως η σχέση αυτή στο συγκεκριμένο πίνακα έφτασε μέχρι και 8% προς 92% υπέρ της συνέντευξης. Για το ίδιο Π.Δ. (το 398/95) εξέφρασε τις επιφυλάξεις του και ο έτερος αιρετός του ΚΥΣΠΕ Ηλίας Νόνας ο οποίος υποστήριξε ότι εκείνο το νομοθέτημα ήταν γεμάτο ασάφειες (Δ.Β. 1094/Ιούλ.-Αύγ.1998:59) και για να λειτουργήσει το συμβούλιο χρειαζόταν πολλές φορές η συνδρομή της νομικής υπηρεσίας του υπουργείου.

Η δεκαετία του 2000: Προσθήκη νέας δομής στο οργανωτικό σχήμα της διοίκησης

Σε μια προσπάθεια για μεταφορά εξουσιών και αρμοδιοτήτων από την κεντρική εξουσία στο επίπεδο της Περιφέρειας θεσμοθετείται το 2000 η Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης (Ν. 2817/2000) και δυο χρόνια μετά, με τον Ν. 2986/2002, εξειδικεύονται τα ζητήματα με την οργάνωση και τη στελέχωσή τους. Οι Περιφερειακοί Διευθυντές Εκπαίδευσης (ΠΔΕ) είναι μετακλητοί υπάλληλοι που διορίζονται και παύονται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας. Για την επιλογή απαιτούνται α) πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και β) δωδεκαετής προϋπηρεσία (Ν. 2817/2000). Πριν ακόμα από τις πρώτες επιλογές επέρχεται αλλαγή με τον Ν. 2986/2002, σύμφωνα με τον οποίο προστίθεται και μια τρίτη προϋπόθεση γ) σημαντικά διοικητικά και επιστημονικά προσόντα και αξιόλογη διοικητική και διδακτική εμπειρία. Συνεκτιμώνται επίσης μια σειρά προσόντων όπως, η εμπειρία και οι σπουδές σε θέματα διοίκησης της εκπαίδευσης, οι μεταπτυχιακές σπουδές, η επιμόρφωση, η γνώση ξένων γλωσσών, η οργάνωση και συμμετοχή σε επιστημονικά και εκπαιδευτικά σεμινάρια ή άλλες επιστημονικές δραστηριότητες […] και η συνέντευξη που πραγματοποιείται ενώπιον του ειδικού συμβουλίου επιλογής. Με τον ίδιο νόμο ο Προϊστάμενος Εκπαίδευσης μετονομάζεται σε Διευθυντή Εκπαίδευσης. 1.3.2 Η αλλαγή της νομοθεσίας του 2002 από την ίδια κυβέρνηση για πρώτη φορά Το 2002 παρουσιάζεται, για πρώτη φορά, το φαινόμενο αλλαγής της νομοθεσίας επιλογής στελεχών με την αλλαγή ηγεσίας στο υπουργείο παιδείας, αλλά με την ίδια κυβέρνηση (το ΠΑΣΟΚ βρισκόταν στην εξουσία από το 1993). Με το Π.Δ. 25/2002 αναπροσδιορίζονται για άλλη μια φορά τα μετρήσιμα κριτήρια επιλογής. Οι νέες κατηγορίες κριτηρίων αυτή τη φορά είναι:

α. Μοριοδοτούμενα κριτήρια τα οποία συνίστανται, στην Επιστημονική και Παιδαγωγική κατάρτιση και συγκρότηση καθώς και στην Υπηρεσιακή κατάσταση και διδακτική εμπειρία. β. Κριτήρια που συνάγονται από τις αξιολογικές εκθέσεις των υποψηφίων, οι οποίες συντάσσονται σε 50βαθμη κλίμακα και γ. Κριτήρια που συνεκτιμώνται από το οικείο Συμβούλιο Επιλογής τα οποία εξειδικεύονται στο συγγραφικό και ερευνητικό έργο καθώς και άλλα στοιχεία του βιογραφικού του υποψηφίου, όπως εισηγήσεις σε συνέδρια, επιμορφώσεις κ.ά.. Αξίζει να επισημανθούν κάποια ζητήματα που αναδεικνύονται για πρώτη φορά στο θεσμικό πλαίσιο της διαδικασίας επιλογών. Κατ’ αρχάς η μεγάλη μείωση των ετών προϋπηρεσίας που τίθεται ως όριο για τη συμμετοχή στη διαδικασία των επιλογών, για τους σχολικούς συμβούλους ορίζεται η δεκαετής προϋπηρεσία με επτά έτη διδακτική εμπειρία ενώ για τους διευθυντές σχολικών μονάδων ορίζεται ως προϋπόθεση η οκταετής προϋπηρεσία με πενταετή διδακτική εμπειρία. Δεύτερον, η μεγάλη βαρύτητα που αποδίδεται στην αξιολόγηση (ως 50 αξιολογικές μονάδες). Ενώ και η βαρύτητα της συνέντευξης είναι εξαιρετικά μεγάλη, μέχρι 20 (συν 6 για το συγγραφικό) αξιολογικές μονάδες. Στην ουσία δηλαδή για άλλη μια φορά η επιστημονική και παιδαγωγική κατάρτιση και συγκρότηση μαζί με την υπηρεσιακή κατάσταση και διδακτική εμπειρία υστερούν σημαντικά έναντι των υποκειμενικών κριτηρίων που ήταν αρμοδιότητα του συμβουλίου επιλογής. Η επιστημονική και παιδαγωγική κατάρτιση και συγκρότηση μαζί με την υπηρεσιακή κατάσταση και διδακτική εμπειρία είχαν περίπου την ίδια βαρύτητα με τα υποκειμενικά κριτήρια που ήταν αρμοδιότητα του συμβουλίου επιλογής κατά τη συνέντευξη, οπότε το σημαντικότερο ρόλο τον έπαιζε η βαθμολογία των αξιολογικών εκθέσεων. Στο ίδιο πνεύμα με τις προηγούμενες κριτικές των εκπαιδευτικών κινήθηκαν και αυτές για τις επιλογές του 2002 που πραγματοποιήθηκαν με το Π.Δ. 25/2002 το οποίο χαρακτηρίστηκε από τον αιρετό του ΚΥΣΠΕ, Γιώργο Γούση, ως κακέκτυπο του προηγούμενου Π.Δ/τος 398/95. Ό,τι ασάφειες είχε και ό,τι προβλήματα παρουσιάσθηκαν στην εφαρμογή του 398/1995 τα ίδια ακριβώς διαπιστώθηκαν και στην εφαρμογή του 25/2002 (Δ.Β. 1116/Ιούλ.-Αύγ.2002:57). Στο ίδιο πνεύμα και οι παρατηρήσεις του προέδρου της ΔΟΕ, Β. Παληγιάννη, ο οποίος υποστήριξε πως με το ισχύον νομοθέτημα βρίσκεται μακριά από τις θέσεις των δασκάλων καθώς επ’ ουδενί δεν διασφαλίζεται η αξιοκρατία και η αντικειμενικότητα. Τόνισε δε ότι οι μονάδες της συνέντευξης (20) είναι καθοριστικές των “μετρήσιμων” αφού για έναν εκπαιδευτικό με 30 χρόνια υπηρεσίας, με μετεκπαίδευση και δεύτερο πτυχίο συγκεντρώνει μόλις 15 μόρια (Δ.Β. 1116/Ιούλ.-Αύγ.2002:64). Σε δική της ανακοίνωση η ΟΛΜΕ (27-9-2002) σημειώνει πως οι πρόσφατες επιλογές των στελεχών της διοίκησης της εκπαίδευσης απέδειξαν και επιβεβαίωσαν τις πραγματικές προθέσεις του ΥΠΕΠΘ για κομματική χειραγώγηση του εκπαιδευτικού συστήματος (Δελτίο τύπου ΟΛΜΕ, 27-9-2002).

Οι προσωρινές επιλογές του 2004 με διάρκεια μιας θητείας

Το 2004 ύστερα από την ανάληψη της εξουσίας από την Νέα Δημοκρατία ψηφίζεται ο Ν.3260/2004 (Φ.Ε.Κ. 151 Α’) ο οποίος ανάμεσα στα άλλα λήγει αυτοδικαίως τη θητεία των υπηρετούντων στελεχών (είχαν επιλεγεί μόλις πριν από 2 έτη, το 2002) και προβλέπει μια ενδιάμεση τοποθέτηση προσωρινών στελεχών μέχρι την επιλογή νέων (και όχι αργότερα από τις 31-8-2005) με κριτήρια γενικά και αόριστα, όπως: την υπηρεσιακή κατάσταση, την επιστημονική και παιδαγωγική συγκρότηση, την ικανότητα ανάληψης διοικητικών ευθυνών, την ικανότητα συνεργασίας με τα μέλη της εκπαιδευτικής κοινότητας και την εν γένει συγκρότηση και προσωπικότητα των υποψηφίων, όπως αυτή συνάγεται από το φάκελο υποψηφιότητας εκάστου υποψηφίου. Ωστόσο με τον Ν. 3391/2005 (Φ.Ε.Κ. 240/4-10-2005 Α’) αν και μετά τη λήξη της προθεσμίας που έθετε ο 3260/2004, παρατείνεται η θητεία τους μέχρι την επιλογή των νέων στελεχών, κάτι που τελικά πραγματοποιήθηκε το 2007 αφού πρώτα ψηφίστηκε ο νέος νόμος 3467/2006. Παρατηρείται λοιπόν το παράδοξο, η θητεία με επιλογή να διαρκεί 2 χρόνια και η προσωρινή τοποθέτηση να διαρκεί περίπου 3,5 χρόνια, ως τον Νοέμβριο του 2017. Με τον ίδιο νόμο (3260/2004) αυξάνεται η προϋπόθεση για την επιλογή στη θέση του ΠΔΕ σε 15 χρόνια προϋπηρεσίας και καταργούνται όλα τα συνεκτιμώμενα που προέβλεπε ο Ν.2986/2002 και η επιλογή βρίσκεται στην κρίση του Υπουργού Παιδείας.

Προσπάθεια περαιτέρω αντικειμενικοποίησης και εισαγωγή εξετάσεων

Ο νέος νόμος 3467/2006, για τις επιλογές στελεχών, παραμένει στο ίδιο μοτίβο κατηγοριοποίησης των κριτηρίων τα οποία σε όλες τις διαδικασίες αναπροσαρμόζονται απλώς ως προς την ονομασία τους και τη βαρύτητά τους κάθε φορά. Αυτή τη φορά υπάρχουν τέσσερις κατηγορίες κριτηρίων: α) υπηρεσιακή κατάσταση - διδακτική εμπειρία (μέχρι 10 αξιολογικές μονάδες) β) επιστημονική - παιδαγωγική συγκρότηση (μέχρι 26 αξιολογικές μονάδες) γ) αξιολογικές εκθέσεις (έως 44 αξιολογικές μονάδες) και δ) προσωπικότητα - γενική συγκρότηση (μέχρι 20 αξιολογικές μονάδες). Αποδίδεται υπερβολικά μεγάλη βαρύτητα στην εμπειρία, εκπαιδευτική και διδακτική, βαρύτητα που έχει ενισχυθεί σημαντικά και για πρώτη φορά μοριοδοτείται διπλά. Παρατηρείται, επίσης, πως στην κατηγορία “επιστημονική – παιδαγωγική συγκρότηση” εισάγεται ένας μακρύς κατάλογος τυπικών προσόντων που μοριοδοτούνται και θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως μια προσπάθεια να ενισχυθεί η εικόνα της περαιτέρω αντικειμενικοποίησης. Ωστόσο, αποτέλεσε ταυτόχρονα την αρχή μιας νέας τάσης στην εκπαίδευση για συσσώρευση τίτλων που μοριοδοτούνται ώστε να διασφαλιστεί η προαγωγή των κατόχων. Είναι βεβαίως και η εποχή της εμπορευματοποίησης της εκπαίδευσης από τα εγχώρια και διεθνή πανεπιστήμια, δημόσια και ιδιωτικά, γεγονός που επισημάνθηκε από πολλούς ερευνητές εκείνη την εποχή . Τέλος, καθιερώνεται, για πρώτη και μοναδική φορά, γραπτή δοκιμασία τύπου ΑΣΕΠ για τους Σχολικούς Συμβούλους και τους Διευθυντές Εκπαίδευσης και Προϊσταμένους Γραφείων στην παιδαγωγική-διδακτική κατάρτιση με 100 ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής (άρθρα 4, 8 και 9 του Ν. 3467/2006). Αξίζει επίσης να επισημανθεί ότι επανέρχεται η πρόβλεψη για επανάκριση και παραμονή στην ίδια θέση των υπηρετούντων στελεχών της διοίκησης μετά την ολοκλήρωση της θητείας τους. Μια πρόβλεψη που υπήρχε στα πρώτα νομοθετήματα της δεκαετίας του ’80 (για τους σχολικούς συμβούλους) και στις αρχές του ’90 (για τα στελέχη της διοίκησης) και απαλείφθηκε μετά για να επανέλθει με τον 3467/2006, πάλι από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, η οποία δείχνει να επιμένει ως προς αυτό το σημείο. Αλλά και μετά την επιλογή των στελεχών εκπαίδευσης, με τον Ν.3467/2006, ο πρόεδρος της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδος, Δημήτρης Μπράτης, στην ομιλία του κατά την 75η Γενική Συνέλευση του κλάδου των δασκάλων, τον χαρακτήρισε “απαράδεκτο” καθώς ψηφίστηκε “παρά την κατηγορηματική απόρριψή του από τις εκπαιδευτικές ομοσπονδίες. Ένα σχέδιο νόμου που καταρρακώνει κάθε έννοια αξιοκρατίας, που ευτελίζει τα επιστημονικά προσόντα των υποψηφίων και καθιστά την προφορική συνέντευξη, ουσιαστικά, το μοναδικό κριτήριο επιλογής. Και έδωσε ένα παράδειγμα: εκπαιδευτικός που έδωσε εξετάσεις πανελλήνιες και πέτυχε στη μετεκπαίδευση θα πάρει 2,5 μόρια από το πτυχίο του, ενώ αν είχε μείνει στο σχολείο θα έπαιρνε 4 μόρια από διδ. εμπειρία!!!”. Ταυτοχρόνως, ασκείται κριτική και για τις προβλέψεις του άρθρου 13, που αφορά τη μονιμοποίηση των στελεχών μετά από την επιτυχή ολοκλήρωση της θητείας, υποστηρίζοντας ότι επαναφέρει τον επιθεωρητισμό του παρελθόντος (Δ.Β. 1138/Ιούλ-Αυγ-Σεπτ.2006:13). Στο ίδιο μήκος κύματος και η ΟΛΜΕ, η οποία με αφορμή τις επιλογές του 2007 σε ανακοίνωσή της, στις 17-10-2007, κάνει λόγο για απαξίωση της διοικητικής εμπειρίας, υποβάθμισης των πτυχίων και των μεταπτυχιακών τίτλων, τιμωρίας όσων άσκησαν διοίκηση ή έλαβαν εκπαιδευτική άδεια, αφού στερήθηκαν τα μόρια της διδακτικής εμπειρίας. Αντίθετα, υποστηρίζει, θεοποιήθηκε η αρχαιότητα, που μοριοδοτήθηκε δυο φορές, και ως εκπαιδευτική υπηρεσία και ως διδακτική εμπειρία, δηλαδή με 20 μόρια συνολικά! (Δελτίο τύπου ΟΛΜΕ, 17-10-2007).

Η δεκαετία του 2010: Η αναβάθμιση των τυπικών προσόντων

Το 2010, ακολουθώντας την ίδια πρακτική, το ΠΑΣΟΚ μετά την ανάληψη της εξουσίας θεσπίζει νέο νόμο, τον 3848/2010, για τις επιλογές στελεχών ο οποίος παραμένει στο ίδιο μοτίβο κατηγοριοποίησης των κριτηρίων. Τα κριτήρια αναπροσαρμόζονται απλώς τόσο ως προς την ονομασία τους όσο και στη βαρύτητά τους. Αυτή τη φορά υπάρχουν τρεις κατηγορίες κριτηρίων και τέσσερις περιοχές μοριοδότησης. α) Η γνώση του αντικειμένου του προς άσκηση έργου, η οποία περιλαμβάνει: αα) την επιστημονική – παιδαγωγική συγκρότηση και κατάρτιση (έως 26 μόρια 40%) ββ) την υπηρεσιακή κατάσταση, καθοδηγητική και διοικητική εμπειρία (έως 12 μόρια, 18,5%). β) Η προσωπικότητα και η γενική συγκρότηση του υποψηφίου, όπως αξιολογείται κατά την προφορική συνέντευξη (έως 15 μόρια, 23%). γ) Η συμβολή του υποψηφίου στο εκπαιδευτικό έργο, με βάση τις οικείες αξιολογικές εκθέσεις (έως 12 μόρια, 18,5%). Τα νέα στοιχεία που κόμισε ο συγκεκριμένος νόμος είναι: η προσπάθεια παροχής εγγυήσεων για αξιοκρατία στις επιλογές στελεχών με τη λεπτομερή μοριοδότηση των τίτλων σπουδών, οι νέες προϋποθέσεις που έθετε για στους υποψηφίους (ικανότητα) οι οποίες ήταν α) η κατοχή πιστοποιητικού καθοδηγητικής ή διοικητικής επάρκειας ανάλογα με τη θέση και β) η κατοχή πιστοποιητικού γνώσεων και δεξιοτήτων στις Τεχνολογίες της Πληροφορίας και των Επικοινωνιών (Τ.Π.Ε.) επιπέδου Α’ για όλες τις θέσεις. Καινοτομίες μπορούν να θεωρηθούν επίσης, τόσο η τράπεζα θεμάτων με μελέτες περίπτωσης στις οποίες προετοιμάζονται οι υποψήφιοι πριν τη διεξαγωγή της συνέντευξης όσο και η καταγραφή της συνέντευξης για τη διασφάλιση της διαφάνειας. Επίσης κατά τη διαδικασία της συνέντευξης αξιολογείται και το υπόμνημα του υποψηφίου, το οποίο περιλαμβάνει έκθεση αυτοαξιολόγησης και προγραμματισμό του έργου του σε περίπτωση επιλογής του. Οι διαδικασίες αυτές περιόρισαν τις μεγάλες αποκλίσεις στη μοριοδότηση της συνέντευξης χωρίς ωστόσο να απαλείψουν και τις αντιδράσεις για τη διαδικασία της συνέντευξης. Η ίδια κριτική για κομματικές επιλογές και ευνοιοκρατία ασκήθηκε και στην περίπτωση εφαρμογής του Ν.3848/2010. Όπως τόνισε ο αιρετός στο ΚΥΣΠΕ, Βασ. Παληγιάννης, στις επιλογές των διευθυντών σχολικών μονάδων του 2011 θριάμβευσε ο κομματισμός, η φαυλότητα και η παρεοκρατία σε βάρος της αξιοκρατίας και αξιοπιστίας που παραμένουν στο χώρο μας τα μεγάλα ζητούμενα. Οι έχοντες πολλά μόρια και μη ανήκοντες στον πράσινο χώρο καταποντίστηκαν στη συνέντευξη. Οι ανήκοντες αρίστευσαν. (Δ.Β. τ. 1158/Ιούλ.Αύγ.Σεπτ.2011:102). Ένα σημείο που θα πρέπει να επισημανθεί για την περίοδο αυτή είναι η αλλαγή της σειράς επιλογής των στελεχών. Αντί της θεσμοθετημένης, με τον Ν. 3848, αλλά και ιστορικά ακολουθούμενης σειράς σχολικοί σύμβουλοι - διευθυντές εκπαίδευσης – διευθυντές σχολικών μονάδων η ηγεσία του υπουργείου παιδείας προχωρά πρώτα στην επιλογή των διευθυντών εκπαίδευσης το 2010, ακολούθησαν οι διευθυντές σχολείων το καλοκαίρι του 2011 και τελευταίοι οι σχολικοί σύμβουλοι στις αρχές του 2012. Με νομοθετική ρύθμιση το καλοκαίρι του 2011 (Ν. 4011/2011) όσοι τοποθετούνταν σε θέση διευθυντή σχολείου δεν μπορούσαν να συμμετάσχουν στη διαδικασία των σχολικών συμβούλων με το σκεπτικό να μη διαταραχθεί η ηρεμία των σχολείων. Αυτό δημιούργησε μεγάλη αναστάτωση και δυσφορία στους υποψήφιους καθώς στερούνταν του δικαιώματος να διεκδικήσουν μια ανώτερη θέση στελέχους χωρίς δική τους υπαιτιότητα.

Η εισαγωγή της ψηφοφορίας αντί της συνέντευξης

Το 2015 η νέα κυβέρνηση, των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αυτή τη φορά, προέβη πολύ γρήγορα και μάλιστα με τη διαδικασία του κατεπείγοντος στην αλλαγή του συστήματος επιλογής διευθυντών σχολικών μονάδων και διευθυντών εκπαίδευσης, με την ψήφιση του Ν.4327/2015. Στην αιτιολογική έκθεση του πολυνομοσχεδίου για την επιλογή των στελεχών σκιαγραφούνται τα χαρακτηριστικά που πρέπει να διαθέτουν τα στελέχη. Καταγράφεται ότι πέρα από “τα τυπικά τους προσόντα (επιστημονική και παιδαγωγική κατάρτιση, διδακτική και διοικητική εμπειρία), οφείλουν να έχουν σύγχρονες παιδαγωγικές αντιλήψεις, δημοκρατική συμπεριφορά, να διαθέτουν ικανότητες διοίκησης, οργάνωσης και συντονισμού, να διαθέτουν επικοινωνιακές δεξιότητες, να εμφορούνται από διάθεση για ουσιαστική συνεργασία με όλους/ες όσοι/ες συναποτελούν τη σχολική κοινότητα και να σέβονται τους/τις συναδέλφους, τους μαθητές/ τις μαθήτριες και τους γονείς”. Για την ανάδειξη των παραπάνω χαρακτηριστικών προτείνεται η κατάργηση της συνέντευξης η οποία, όπως επισημαίνεται, οδηγεί σε διαβλητές επιλογές, σε κομματικό έλεγχο και τελικά σε διορισμό των «ημετέρων» της εκάστοτε εξουσίας.

Ο βαθμός της συνέντευξης αντικαθίσταται σε αυτό το νομοθέτημα από μια βαθμολογία η οποία προκύπτει αναλογικά του ποσοστού των ψήφων που θα λάβει ο υποψήφιος μέσω μυστικής ψηφοφορίας από το σύνολο των εκπαιδευτικών του σχολείου στο οποίο θα υποβάλλει αίτηση, σε σύνολο 12 μορίων. Έτσι, αν κάποιος υποψήφιος συγκεντρώσει το 50% των ψήφων αθροίζει 6 μόρια σε αυτό το κριτήριο κοκ. Τέλος, υποψήφιος που συγκεντρώνει ποσοστό μικρότερο του 20% των ψήφων, κατά τη διαδικασία ψηφοφορίας στον σύλλογο διδασκόντων, αποκλείεται της περαιτέρω διαδικασίας επιλογής, καθώς θεωρείται ότι δεν ικανοποιεί επαρκώς το κριτήριο αποδοχής εκ μέρους της εκπαιδευτικής κοινότητας. Ενώ παραμένουν οι κατηγορίες της επιστημονικής-παιδαγωγικής συγκρότησης και διδακτικήςδιοικητικής εμπειρίας, παρατηρείται μια σημαντική αντιστροφή της σχέσης επιστημονικήπαιδαγωγική ανάπτυξη/διδακτική εμπειρία, υπέρ της διδακτικής εμπειρίας. Έτσι προβλέπεται, διδακτορικός τίτλος 4 μονάδες, μεταπτυχιακός τίτλος 2,5 μονάδες, ενώ μαζί (ακόμα κι αν είναι στη διοίκηση σχολικών μονάδων) να μοριοδοτούνται με 4 μονάδες δηλαδή να χάνεται το μεταπτυχιακό. Η διοικητική εμπειρία σε οποιαδήποτε θέση μέχρι 2 μονάδες. Ωστόσο, η διδακτική εμπειρία στην τάξη μοριοδοτείται με 11 μονάδες το ανώτερο (1 μονάδα κατά έτος μετά τα έτη της προϋπόθεσης). Μοριοδοτούνται ακόμα μια σειρά τυπικών προσόντων με πολύ περιορισμένη βαρύτητα, όπως το διδασκαλείο για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση με 2 μονάδες. Αν συνυπολογιστεί ότι τα 2 έτη φοίτησης στο διδασκαλείο αφαιρούνται από τα διδακτικά, τότε καθίσταται σαφές πως παίρνει τις ίδιες ακριβώς μονάδες με κάποιον εκπαιδευτικό που δεν μετεκπαιδεύτηκε. Αξίζει να επισημανθεί ότι, για πρώτη φορά περιορίζεται ο αριθμός των σχολικών μονάδων που έχει τη δυνατότητα να επιλέξει κανείς σε 3, μία σε αυτήν που έχει οργανική θέση, μία που υπηρέτησε την τελευταία πενταετία και μία της ελεύθερης επιλογής του. Ωστόσο, η μυστική ψηφοφορία στις σχολικές μονάδες που ο υποψήφιος ήταν άγνωστος τον έφερνε σε μειονεκτική θέση έναντι των υπηρετούντων εκεί. Ένα ακόμα χαρακτηριστικό αυτού του νόμου είναι ο ορισμός της θητείας των διευθυντών σχολείων σε 2 χρόνια από τα 4 που ήταν σε όλες τις προηγούμενες ρυθμίσεις. Σε αυτές τις ρυθμίσεις αντέδρασε έντονα και πάλι η Δ.Ο.Ε. η οποία σε ανακοίνωσή της υποστηρίζει πως αυτός ο τρόπος επιλογής μετατρέπει το σύλλογο διδασκόντων σε συμβούλιο επιλογής με έναν πραγματικά καινοφανή και πρωτότυπο τρόπο στα εκπαιδευτικά χρονικά. Η ψήφος των συναδέλφων θα μετατρέπεται σε μόρια. Η ψηφοφορία θα είναι μυστική και δε θα υπάρχει καμία αιτιολόγηση. Αντιμετωπίζονται αλήθεια μ’ αυτόν τον τρόπο οι παθογένειες της συνέντευξης του παρελθόντος; Το αντίθετο. Και συνεχίζοντας επισημαίνει τη βεβαιότητά της ότι αυτή η διαδικασία θα έχει δυσμενείς παρενέργειες στο παιδαγωγικό κλίμα της σχολικής μονάδας και στις σχέσεις μεταξύ των μελών του συλλόγου διδασκόντων3 . Και η Ένωση Διευθυντών Εκπαίδευσης επικρίνει έντονα τις ρυθμίσεις για τη μυστική ψηφοφορία καθώς, όπως αναφέρουν, εισάγει το διαχωρισμό των εκπαιδευτικών σε υποστηρικτές και αντιπάλους και στη συνέχεια θέτει το ερώτημα, μήπως με αυτόν τον τρόπο επιχειρείται ο κομματικός έλεγχος -σε όλα τα επίπεδα της διοίκησης της εκπαίδευσης- με μεθόδους τύπου «Σοβιέτ»4 . Εναντίον του νόμου 4327/2015, και ειδικά για τη μυστική ψηφοφορία, κατατέθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) αίτηση προσωρινής αναστολής και ακύρωσης από 57 Διευθυντές Σχολείων και την Πανελλήνια Ένωση Διευθυντών Εκπαίδευσης στην οποία αναδεικνύεται κυρίως το ζήτημα της συμβατότητας με τις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές της αξιοκρατίας και της διαφάνειας συστήματος επιλογής. Τελικά δυο χρόνια μετά, στο τέλος της θητείας των διευθυντών, με την απόφαση 711/2017 της ολομέλειάς του, το ΣτΕ έκανε ομόφωνα δεκτή την προσφυγή κρίνοντας αντισυνταγματικές τις ρυθμίσεις του νόμου. Η διαδικασία της επιλογής των διευθυντών με μυστική ψηφοφορία εφαρμόστηκε τον Ιούνιο του 2015 δημιουργώντας προβληματισμούς στους εκπαιδευτικούς για τη μετατόπιση του πεδίου ανάπτυξης πελατειακών σχέσεων από το Συμβούλιο Επιλογής στο Σύλλογο Διδασκόντων […] ενώ παράλληλα υπογραμμίζουν ότι οι το κλίμα του Συλλόγου επηρεάστηκε δυσμενώς από τη εφαρμογή της, με κίνδυνο την διακύβευση της ομαλής λειτουργίας της σχολικής μονάδας (Μαρκουλάκης, 2017 σ 116).

Η επαναφορά της συνέντευξης

Και πάλι η σειρά της επιλογής είναι αντίστροφη. Οι επιλογές ξεκίνησαν τον Ιούνιο του 2015 από τους διευθυντές σχολικών μονάδων. Μετά από αυτήν την πρώτη εφαρμογή του νόμου και πριν εφαρμοστεί για την επιλογή των διευθυντών εκπαίδευσης, σε τροπολογία του Ν.4351/2015 αλλάζει το σύστημα επιλογής διευθυντών εκπαίδευσης πριν ακόμα εφαρμοστούν οι διαδικασίες του Ν. 4327/2015 που είχε θεσπίσει η ίδια κυβέρνηση πριν από έξι μήνες. Με αυτές τις ρυθμίσεις, επανέρχεται η διαδικασία της συνέντευξης, με 15 μονάδες, ως απαραίτητη για την αξιοκρατία. Ο υπουργός Παιδείας Ν. Φίλης υποστήριξε πως κρίθηκε αναγκαίο να τροποποιηθεί το σύστημα επιλογής τους έτσι ώστε να επιλέγονται για τις ανωτέρω θέσεις, οι οποίες είναι μείζονος σημασίας για τη λειτουργία της εκπαίδευσης, οι πλέον κατάλληλοι για τη βέλτιστη εκπλήρωση των καθηκόντων τους ως διευθυντές εκπαίδευσης . Σε θέσεις στελεχών μείζονος σημασίας λοιπόν, η συνέντευξη αξιοποιείται για την επιλογή των πλέον κατάλληλων στελεχών. Παράλληλα, ενώ παραμένει η διαδικασία της ψηφοφορίας, καταργείται η διάταξη που προέβλεπε τον αποκλεισμό του υποψηφίου στελέχους από τη διαδικασία αν δεν ελάμβανε το 20% των ψήφων και αντικαθίσταται με την πρόβλεψη ότι υποψήφιος λαμβάνει μόρια μόνο στην περίπτωση που λάβει ποσοστό άνω του 20%. Τέλος ρυθμίζει τη διάρκεια της θητείας σε 3 χρόνια.

Η κατάργηση της ψηφοφορίας και η θέσπιση του φύλλου αποτίμησης της συμβολής στο εκπαιδευτικό έργο μέσω ανώνυμου ερωτηματολογίου

Μετά την έκδοση της 711/2017 ακυρωτικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας στην αίτηση των 57 διευθυντών για τις διαδικασίες της μυστικής ψηφοφορίας του Ν. 4327/2015 και στο τέλος της διετούς θητείας των θεσπίζεται νέος νόμος για την επιλογή διευθυντών σχολικών μονάδων και πάλι με τη διαδικασία του επείγοντος (Ν. 4473/2017). Με αυτόν τον νόμο καταργείται η μυστική ψηφοφορία, από την οποία προέκυπτε αυτόματα και η ανάλογη βαθμολογία, και αντικαθίσταται με τη διατύπωση της γνώμης των συνυπηρετούντων εκπαιδευτικών μέσω ανώνυμων φύλλων αποτίμησης επί συγκεκριμένων ερωτήσεων, η οποία ωστόσο θα λαμβάνεται υπ’ όψη από το διευρυμένο συμβούλιο επιλογής. Έτσι, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση , διασφαλίζεται η τήρηση των συνταγματικών αρχών της ισότητας και της αξιοκρατίας και η ανάδειξη των πλέον ικανών από συλλογικό όργανο που συγκροτείται και λειτουργεί με εχέγγυα αξιοκρατίας, αμεροληψίας και αντικειμενικότητας. Οι απαντήσεις των εκπαιδευτικών δινόταν με την επιλογή «Συμφωνώ ή Διαφωνώ» επί τεσσάρων ερωτήσεων. Αυτή η διαδικασία χαρακτηρίστηκε ως κατ’ επίφαση γνωμοδοτική από τη Διδασκαλική Ομοσπονδία Ελλάδος (ΔΟΕ). Για το λόγο αυτό κήρυξε απεργία και κάλεσε με ανακοίνωσή της τα μέλη της σε απεργία-αποχή από την ειδική συνεδρίαση. Επιπλέον, η επιστημονική υπηρεσία της Βουλής, στην έκθεση επί του νομοσχεδίου , διατύπωσε επιφυλάξεις για τη συγκεκριμένη διαδικασία καθώς, όπως επισημαίνει, υπό το φως των αρχών της ισότητας και της αξιοκρατίας, η γνώμη, προκειμένου να μπορεί αυτή επιτρεπτώς να ληφθεί υπόψη από το υπηρεσιακό συμβούλιο, πρέπει να τεκμηριώνεται βάσει στοιχείων, ώστε να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα της κρίσης και να καθίσταται ελέγξιμη η ουσιαστική́αποτίμηση του οικείου κριτήριου. Και αυτός ο νόμος τροποποίησε ακόμα μια φορά την αποτίμηση των μετρήσιμων κριτηρίων αυξομειώνοντας τις μονάδες για το κάθε ένα από αυτά. Π.χ. μειώνει το δεύτερο πτυχίο ΑΕΙ ή ΤΕΙ σε 1,5 μονάδες από 2 και την ξένη γλώσσα σε επίπεδο Β2 από 0,5 σε 0,8 χωρίς να επιφέρει ουσιαστικές αλλαγές σε αυτήν την κατηγορία. Εκεί που επέρχονται μεγάλες αλλαγές είναι στη μη μέτρηση, πέραν των 2 ετών, των χρόνων υπηρέτησης των εκπαιδευτικών με την ιδιότητα σχολικού συμβούλου ή των υπευθύνων σε άλλες εκπαιδευτικές δομές ως διδακτική υπηρεσία, παρ’ όλο που αναφέρεται ότι είναι τέτοια, αποσκοπώντας ουσιαστικά στην μείωση των μονάδων των υπηρετούντων στελεχών σε αυτές τις θέσεις. Με τον νέο αυτό νόμο ανακαθορίζεται η θητεία των διευθυντών από τα 2 στα 3 έτη. Θέτει όμως έναν νέο περιορισμό. Διευθυντές που έχουν ολοκληρώσει δύο (2) συνεχόμενες θητείες στην ίδια θέση διευθυντή σχολικής μονάδας δεν επιτρέπεται να υποβάλουν αίτηση υποψηφιότητας για τη θέση του σχολείου όπου υπηρετούν αλλά δύνανται να υποβάλουν αίτηση σε οποιοδήποτε άλλο.

Αναδιοργάνωση των δομών και επαναρρύθμιση του συστήματος επιλογής στελεχών

Η τελευταία παρέμβαση στις διαδικασίες επιλογής, της περιόδου που εξετάζεται, είναι αυτή που επήλθε με τον Ν. 4547/2018. Με αυτόν τον νόμο η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αλλάζει το σύστημα των υποστηρικτικών δομών αλλάζοντας, καταργώντας και συγχωνεύοντας μια σειρά από αυτές. Παράλληλα τίθεται ως προϋπόθεση, όπως τονίζεται στην αιτιολογική έκθεση, η ύπαρξη διάφανων και αξιοκρατικών κριτηρίων επιλογής και σύστημα αξιολόγησης των στελεχών της εκπαίδευσης κι έτσι τροποποιείται και πάλι το σύστημα επιλογής των στελεχών. Και σε αυτόν τον νόμο παραμένει η τριμερής δομή των κριτηρίων επιλογής: α) επιστημονική συγκρότηση, με 17 μονάδες κατ' ανώτατο όριο, β) διοικητική και διδακτική εμπειρία, με 14 μονάδες κατ' ανώτατο όριο και γ) προσωπικότητα και γενική συγκρότηση, με 14 μονάδες κατ' ανώτατο όριο. Σε αυτό το πλαίσιο γίνονται πάλι αυξομειώσεις στην αποτίμηση των επιμέρους κριτηρίων. Έτσι, αυτός ο νόμος αποτιμά το διδακτορικό δίπλωμα 6 μονάδες, το μεταπτυχιακό 4, το δεύτερο μεταπτυχιακό 2, το δεύτερο πτυχίο και το διδασκαλείο σε 3 μονάδες. Εκείνο όμως που αξίζει να αναφερθεί είναι τα πολλαπλά όρια που τίθενται στη σωρευτική κατοχή τίτλων σπουδών, π.χ. σωρευτική κατοχή πολλαπλών τίτλων σπουδών χωρίς διδακτορικό είναι οι 7 μονάδες ενώ με την κατοχή διδακτορικού οι 9 μονάδες. Αποτιμά επίσης ένα μακρύ κατάλογο από επιμορφώσεις και δράσεις του εκπαιδευτικού με συγκεκριμένα κριτήρια. Ωστόσο, αξίζει να αναφερθούν δύο παραδείγματα που δείχνουν την απουσία στρατηγικής: ενώ με τους προηγούμενους νόμους της ίδιας κυβέρνησης για την επιλογή διευθυντών σχολικών μονάδων μοριοδοτούνταν μόνο η γνώση ΤΠΕ Α’ επιπέδου με 0,5 μονάδες, τώρα μοριοδοτείται μόνο η γνώση ΤΠΕ Β΄ επιπέδου με 1 μονάδα. Επίσης, και πάλι στους προηγούμενους νόμους μοριοδοτούνταν μέχρι 2 ετήσιες επιμορφώσεις με 0,5 μονάδες η κάθε μία, τώρα τίθεται περιορισμός στη μία επιμόρφωση. Και αν τα παραπάνω παραδείγματα είναι χαρακτηριστικά της έλλειψης κατεύθυνσης για τα προσόντα που αναζητά η Πολιτεία από τα στελέχη της, η συνέντευξη αποτελεί παράδειγμα με σταθερά αυξητικές τάσεις. Από το 2015 που είχε αφαιρεθεί εντελώς, στον Ν.4327/15, με το σκεπτικό της αναξιοπιστίας και της κομματικοκρατίας και την επαναφορά του με 8 μονάδες, στις επιλογές των διευθυντών σχολικών μονάδων με τον Ν.4473/17, παρουσιάστηκε στο σχέδιο νόμου που δόθηκε στη δημόσια διαβούλευση στις 10 μονάδες και τελικά κατέληξε στον Ν.4547/18 με 14 μονάδες. Είχε βεβαίως μεσολαβήσει η τροπολογία στον Ν.4351/15 που την είχε ορίσει στις 15 μονάδες για τους διευθυντές εκπαίδευσης. Επίσης, με τον νόμο αυτό παύει και η μοριοδότηση των αιρετών στα υπηρεσιακά συμβούλια για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Τίθεται εκ νέου ανώτερο όριο δύο διαδοχικών θητειών σε όμοια θέση για όλα τα στελέχη. Έτσι, εκτός από τους διευθυντές των σχολικών μονάδων που θα έχουν τη δυνατότητα να υποβάλλουν αίτηση σε άλλη σχολική μονάδα, όλα τα άλλα στελέχη της εκπαίδευσης μετά από δύο συνεχόμενες θητείες δεν μπορούν να υποβάλλουν αίτηση για όμοια θέση. Ωστόσο, με τροπολογία που κατατέθηκε την τελευταία ημέρα στη συζήτηση στη Βουλή η ρύθμιση αυτή δεν θα ισχύσει για την πρώτη εφαρμογή του νόμου καθώς όλες οι προηγούμενες θητείες θεωρούνται ως μία. Για άλλη μια φορά οι αλλαγές στο σύστημα επιλογής δέχθηκαν κριτική από τους αιρετούς εκπροσώπους των εκπαιδευτικών. Όπως αναφέρεται από τον πρώτο αιρετό Β. Παληγιάννη, η αύξηση της συνέντευξης σε συνδυασμό με τον πλήρη έλεγχο των συμβουλίων επιλογής θα οδηγήσουν στην ημετεροκρατία, την αναξιοκρατία και τον κομματισμό . Στο ίδιο πνεύμα και ο δεύτερος αιρετός, Ν. Φασφαλής, τονίζει την υποβάθμιση των επιστημονικών προσόντων και «δημιουργούνται» στελέχη με βασικό, σχεδόν αποκλειστικό κριτήριο τη διδακτική προϋπηρεσία, οδηγώντας την εκπαίδευση δεκαετίες πίσω και στέλνοντας το μήνυμα ότι η επιστημονική και παιδαγωγική κατάρτιση στην εκπαίδευση είναι «περιττή». Υποβαθμίζεται η εμπειρία από την άσκηση έργου επιστημονικής και παιδαγωγικής καθοδήγησης καθώς και διοίκησης της σχολικής μονάδας ή οποιασδήποτε άλλης διοικητικής εμπειρίας. 

Πηγές:

Α) ΕΚΠΑ: Πτυχιακή εργασία Η ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ Δήμητρα Ψυχογυιού 2017 ΕΚΠΑ

Β) Πανεπιστήμιο Πατρών:  Διδακτορική διατριβή του Αλεξανδρόπουλου Γεώργιου με τίτλο: Κράτος και επιλογή στελεχών της εκπαίδευσης. Ο λόγος της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας (1964-2004)

Γ) Έρευνα στην Εκπαίδευση  Εργαστήριο Παιδαγωγικής Έρευνας και Εκπαιδευτικών Πρακτικών Τμήμα Επιστημών της Εκπαίδευσης στην Προσχολική Ηλικία 2018, Τόμος 7, Τεύχος 1, σσ. 81-99 Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης: Ιστορική εξέλιξη των συστημάτων επιλογής στελεχών εκπαίδευσης κατά τη μεταπολίτευση,  Ευάγγελος Κελεσίδης, Διδάκτορας του Α.Π.Θ.

 

Διαβάστε περισσότερα:

Επιλογή στελεχών της εκπαίδευσης: 37 χρόνια... φαγούρα και αλλαγές νόμων

Στελέχη Εκπαίδευσης: Όταν η συνέντευξη προκαλεί... μηνύσεις και κατηγορίες για «δικά μας παιδιά»

Διοίκηση Ολικής Ποιότητας στην εκπαίδευση; Διευθυντές-μάνατζερ και αξιολόγηση

Τα 6 σημεία-κλειδιά του νέου νόμου για την επιλογή στελεχών εκπαίδευσης

 

Όλες οι ειδήσεις σήμερα

Για Φεβρουάριο πάει το άνοιγμα των σχολείων

ΑΣΕΠ - ΠΡΟΣΛΗΨΕΙΣ: Πιστοποίηση Αγγλικών έως και C2 με ΤΗΛΕΞΕΤΑΣΗ μόνο σε Reading - Listening

Το ΚΟΡΥΦΑΙΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ στην Ελλάδα στην ΕΙΔΙΚΗ ΑΓΩΓΗ για Προσλήψεις Εκπαιδευτικών

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ Η/Υ για τον ΑΣΕΠ σε 10 ημέρες εξ αποστάσεως με ΔΩΡΕΑΝ ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

σχετικά άρθρα

Φοιτητές-Ιωάννινα: Νέα κινητοποίηση ενάντια στο νομοσχέδιο για τα ΑΕΙ
Φοιτητές-Ιωάννινα: Νέα κινητοποίηση ενάντια στο νομοσχέδιο για τα ΑΕΙ
Νέα κινητοποίηση φοιτητών στα Ιωάννινα ενάντια στο νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας για τα ΑΕΙ και την Πανεπιστημιακή Αστυνομία
Φοιτητές-Ιωάννινα: Νέα κινητοποίηση ενάντια στο νομοσχέδιο για τα ΑΕΙ
Εισαγωγή σε ΑΕΙ: Αναφορά Κεφαλίδου για ένταξη μαθητών στο ποσοστό 5%
Εισαγωγή σε ΑΕΙ: Αναφορά Κεφαλίδου για ένταξη μαθητών στο ποσοστό 5%
Την ένταξη των μαθητών με Διάχυτη Αναπτυξιακή Διαταραχή και με Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος στον πίνακα του 5% με τις κατηγορίες αποφοίτων...
Εισαγωγή σε ΑΕΙ: Αναφορά Κεφαλίδου για ένταξη μαθητών στο ποσοστό 5%
Υπόθεση Μπεκατώρου-ΠΚΣ: Η ΔΑΠ Πολυτεχνείου Κρήτης καταψήφισε ψήφισμα
Υπόθεση Μπεκατώρου-ΠΚΣ: Η ΔΑΠ Πολυτεχνείου Κρήτης καταψήφισε ψήφισμα
Όπως τονίζουν οι εκπρόσωποι της ΠΚΣ, η ΔΑΠ Πολυτεχνείου Κρήτης καταψήφισε ψήφισμα στήριξης στην ολυμπιονίκη Σοφία Μπεκατώρου - Καταγγελία και για...
Υπόθεση Μπεκατώρου-ΠΚΣ: Η ΔΑΠ Πολυτεχνείου Κρήτης καταψήφισε ψήφισμα
ΑΕΙ: Συνάντηση συλλόγων ΔΕΠ ενάντια στο νέο νομοσχέδιο
ΑΕΙ: Συνάντηση συλλόγων ΔΕΠ ενάντια στο νέο νομοσχέδιο
«Οι Σύλλογοι Μελών ΔΕΠ θα συνεχίσουν να αγωνίζονται για την υπεράσπιση του Δημόσιου, Δωρεάν και Δημοκρατικού Πανεπιστημίου και για αυτό το σκοπό θα...
ΑΕΙ: Συνάντηση συλλόγων ΔΕΠ ενάντια στο νέο νομοσχέδιο