Στο ίδιο έργο θεατές ή το αβάσιμο των βάσεων
Του Αντώνη Βεντούρη

Κάθε χρόνο, με την ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής στα ΑΕΙ της χώρα ανοίγει η ίδια συζήτηση, με τον ίδιο τόνο έκπληξης, που καταλήγει στο ίδιο επιφώνημα απόγνωσης: «Φευ της παιδείας… Φοιτητές με 3 και 4! Ποια η ικανότητά τους να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των σπουδών τους; Πώς να τους εκπαιδεύσει το ακαδημαϊκό προσωπικό της Σχολής τους όταν δεν διαθέτουν τις απαραίτητες βάσεις;». Οι κραυγές αγανάκτησης φτάνουν γρήγορα και στις Σχολές και στα Τμήματα για τα οποία έχουν διαμορφωθεί χαμηλές βάσεις εισαγωγής, συνδέοντάς τις με την ποιότητα των σπουδών που παρέχουν.

Είναι εντυπωσιακό όμως το γεγονός ότι ελάχιστοι εξετάζουν τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι βάσεις αλλά και τις συνθήκες που ρυθμίζουν το ύψος τους. Ακόμη λιγότεροι ασχολούνται με την πιθανή σύνδεση που μπορεί να έχει η ποιότητα ενός πανεπιστημιακού προγράμματος σπουδών με ένα εξεταστικό σύστημα που λειτουργεί ερήμην του. Τέλος, δεν έχει πέσει στην αντίληψή μου κάποιος που να ελέγχει τη συνάφεια των επιδόσεων των υποψηφίων στις πανελλήνιες εξετάσεις με την ακαδημαϊκή τους πορεία κατά τη διάρκεια των σπουδών τους αλλά και με την εξέλιξή τους μετά.

Ας δούμε λοιπόν εν συντομία πως διαμορφώνονται οι βάσεις. 

Ένας πρώτος παράγοντας που επηρεάζει σημαντικά το ύψος των βάσεων είναι η αναλογία προσφερόμενων θέσεων και υποψηφίων για κάθε Σχολή/Τμήμα. Έτσι, αν υποθέσουμε ότι σε ένα Τμήμα προβλέπονται 100 θέσεις φοιτητών και οι υποψήφιοι για αυτό είναι 1000 (10 επιτυχόντες ανά 100 υποψηφίους) θα έχουμε υψηλότερη βάση σε σχέση με την περίπτωση οι υποψήφιοι να είναι 200. Ένας δεύτερος παράγοντας είναι η δυσκολία των θεμάτων και γενικότερα ο βαθμός προβλεψιμότητας της μορφής και του περιεχομένου τους. Όσο πιο τυποποιημένα και βασισμένα σε ερωτήματα που δεν εμπλέκουν δεξιότητες όπως αυτή της κρίσης, της εφευρετικότητας, της πρωτοτυπίας, της πολυσυνδυαστικότητας και τις λογικής είναι τα θέματα των εξετάσεων, τόσο υψηλότερες είναι οι επιδόσεις των υποψηφίων, μια και για τέτοια τους προετοιμάζουν συνήθως οι επαγγελματίες φροντιστές και κατά συνέπεια τόσο υψηλότερες είναι οι βάσεις.

Ένας άλλος παράγοντας είναι ο συνολικός αριθμός των υποψηφίων, σε σχέση με τους εισακτέους. Όσο περισσότερες είναι συνολικά οι διαθέσιμες θέσεις στα ΑΕΙ τόσο χαμηλότερες είναι οι βάσεις. Τέλος, πολύ σημαντικό ρόλο παίζουν διατάξεις, κανονισμοί και τροποποιήσεις, οι οποίες είτε ισχύουν γενικά είτε εισάγονται σε μια δεδομένη εξεταστική περίοδο και μετά. Παράδειγμα αυτής της περίπτωσης είναι η κατάργηση του Επιστημονικού Πεδίου «Επιστήμες της Εκπαίδευσης», και της δυνατότητας εισαγωγής στις Παιδαγωγικές Σχολές από όλα τα Επιστημονικά Πεδία, χωρίς να χρειάζεται εξέταση σε επιπλέον (5ο) μάθημα. Αυτή η αλλαγή ήταν αναμενόμενο να οδηγήσει σε αύξηση των βάσεων των Σχολών αυτών, χωρίς να συντρέχει κάποιος κοινωνικός ή ακαδημαϊκός λόγος.

Οι βάσεις επίσης επηρεάζονται και από άλλους παράγοντες, που σχετίζονται με τη δυνατότητα προετοιμασίας του υποψηφίου σε όλα τα εξεταζόμενα αντικείμενα (μαθήματα) στο πλαίσιο των σχολικών σπουδών του ή όχι. Για παράδειγμα, ένας μαθητής παρακολουθεί υποχρεωτικά μαθήματα αγγλικής γλώσσας από την πρώτη δημοτικού έως την τρίτη λυκείου από έναν από τους 7.660 μόνιμους καθηγητές αγγλικής όταν, στην καλύτερη των περιπτώσεων, θα διδαχτεί την ιταλική μόνο κατά τα τρία σχολικά έτη του Γυμνασίου για δύο ώρες την εβδομάδα, αν βέβαια τύχει να βρίσκεται ένας από τους 33 διαθέσιμους καθηγητές σε όλη την Ελλάδα στο σχολείο του. 

Η επικρατούσα κατά καιρούς άποψη σχετικά με τις προοπτικές απασχόλησης των αποφοίτων των Σχολών και των Τμημάτων επηρεάζουν, αν όχι καθορίζουν τις επιλογές των υποψηφίων, με σαφές αντίκτυπο στις βάσεις εισαγωγής. Έτσι όταν διαφαίνεται εύκολη και γρήγορη επαγγελματική αποκατάσταση σε έναν τομέα, οι βάσεις της σχετικής Σχολής ανεβαίνουν (βλέπε περίπτωση στρατιωτικών σχολών), ενώ όταν διαχέεται η άποψη ότι ένας κλάδος έχει κορεστεί, τότε οι βάσεις των αντίστοιχων Σχολών πέφτουν (βλέπε περίπτωση Σχολών πληροφορικής κατά τα τελευταία χρόνια).

Θέματα βέβαια που σχετίζονται με τις επιθυμίες, τα κίνητρα, τα όνειρα που έχει κάποιος για το μέλλον του και τα εφόδια που νιώθει ότι πρέπει να διαθέτει για να φτάσει στην επίτευξη του προσωπικού του οράματος, στην αυτοπραγμάτωσή του δηλαδή, δεν λαμβάνονται υπόψη. Το αν κάποιος είναι ευτυχισμένος ως μουσικός, ανεξαρτήτως από τις αποδοχές που του εξασφαλίζει η ενασχόληση αυτή ή λιγότερο ευτυχισμένος ως στρατιωτικός δεν αποτελούν αντικείμενο καμίας συζήτησης.

Ας επιχειρήσουμε όμως να αναλύσουμε εν τάχει και την διαρκή σύνδεση των βάσεων εισαγωγής με την ποιότητα των Τμημάτων/Σχολών. Οι υποψήφιοι για να εισαχθούν σε κάποια Σχολή ή κάποιο Τμήμα εξετάζονται υποχρεωτικά σε τέσσερα μαθήματα στα οποία προστίθενται και άλλα, αν αυτό απαιτείται (πχ στην περίπτωση των ειδικών μαθημάτων). Για να μιλήσουμε για αξιολόγηση που αναδεικνύει την ικανότητα κάποιου να σπουδάσει σε μία Σχολή/Τμήμα θα περίμενε κανείς τα εξεταζόμενα αντικείμενα να σχετίζονται με το αντικείμενο σπουδών της Σχολής ή του Τμήματος στο οποίο οδηγούν. Στην πραγματικότητα όμως αυτό δεν επιβεβαιώνεται.

Για παράδειγμα, κάποιος που επιθυμεί την εισαγωγή του στο Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας θα πρέπει να εξεταστεί στο μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών, το οποίο έχει συντελεστή 1,3, στο μάθημα της Ιστορίας, με συντελεστή 0,7 και στα μαθήματα της Νεοελληνικής Γλώσσας, των Λατινικών και της Ιταλικής Γλώσσας, τα οποία δεν έχουν στην ουσία συντελεστή βαρύτητας, καθώς τα Αρχαία Ελληνικά και η Ιστορία μπαίνουν στην εξίσωση δύο φορές. Έτσι αν κάποιος λάβει τις βαθμολογίες Αρχαία Ελληνικά= 19, Ιστορία= 18, Νέα Ελληνικά= 12, Λατινικά= 13, Ιταλικά=10} θα συγκεντρώσει 16.150 μόρια. Αν οι ίδιοι βαθμοί κατανεμηθούν σε διαφορετικά μαθήματα πχ Αρχαία Ελληνικά= 10, Ιστορία= 12, Νέα Ελληνικά= 13, Λατινικά= 18, Ιταλικά=19, τότε τα μόρια που θα προκύψουν θα είναι 12.778, μειωμένα δηλαδή κατά 3372 μόρια. Αυτό το γεγονός θα μπορούσε ίσως να αιτιολογηθεί αν τα εξεταζόμενα στις Πανελλήνιες Εξετάσεις μαθήματα των Αρχαίων Ελληνικών και της Ιστορίας είχαν μεγαλύτερη σημασία για την επιτυχή πορεία ενός φοιτητή στο Τμήμα Ιταλικής από εκείνο της Ιταλικής Γλώσσας. Είναι όμως μάλλον αδύνατο να ισχυριστεί κάποιος κάτι τέτοιο.

Για να αποκτήσει ο προβληματισμός σχετικά με τις βάσεις μια πιο στέρεα βάση συζήτησης, θα είχε ίσως μεγάλο ενδιαφέρον να έκανε η Πολιτεία το εξής πείραμα: να ανακοίνωνε ότι όλοι οι εισακτέοι του επόμενου ακαδημαϊκού έτους στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Θεσσαλονίκης, που συγκαταλέγεται σε εκείνα με τις χαμηλότερες βάσεις, θα διοριστούν στη Δημόσια Εκπαίδευση αμέσως μετά την αποφοίτησή τους από αυτό. Ίσως έτσι να μας λυνόταν έστω εν μέρει η απορία σχετικά με τον τρόπο διαμόρφωσης των βάσεων.

Εν κατακλείδι, πριν χαρακτηρίσουμε ένα μαθητή που συγκέντρωσε πολλά μόρια μετά από τις τέσσερεις τρίωρες εξετάσεις για την εισαγωγή στα ΑΕΙ άριστο, έναν που μπήκε σε ένα Τμήμα με χαμηλή βάση ημιαποτυχημένο και κάποιον άλλον που δεν τα κατάφερε καθόλου πλήρως αποτυχημένο θα πρέπει να σκεφτούμε ποια είναι τα συστατικά που συνιστούν έναν άνθρωπο επιτυχημένο, συγκροτημένο, μορφωμένο και κυρίως ευτυχισμένο. Αν επιπρόσθετα βάλουμε στο συλλογισμό μας και τον προβληματισμό σχετικά με τη σχέση που μπορεί να έχει ένας αριθμός που προκύπτει από τη διαδικασία που περιγράφηκε παραπάνω με τη αξία ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος, ίσως η οπτική μας να διαφοροποιηθεί.


 

σχετικά άρθρα

Θεσσαλονίκη: Εκπαιδευτικοί γίνονται ανάδοχοι ασυνόδευτων προσφυγόπουλων
Θεσσαλονίκη: Εκπαιδευτικοί γίνονται ανάδοχοι ασυνόδευτων προσφυγόπουλων
Μια ομάδα εθελοντών καθηγητών λειτουργούν ως άτυποι νονοί με βασικό σκοπό να βοηθούν ανήλικους ασυνόδευτους πρόσφυγες να ενταχθούν στο σχολείο
Θεσσαλονίκη: Εκπαιδευτικοί γίνονται ανάδοχοι ασυνόδευτων προσφυγόπουλων
ΕΛΜΕ Χανίων: Εκλογοαπολογιστική  συνέλευση και εκλογές για το ΔΣ
ΕΛΜΕ Χανίων: Εκλογοαπολογιστική  συνέλευση και εκλογές για το ΔΣ
Εκλογοαπολογιστική  συνέλευση και εκλογές για το ΔΣ και την ΕΕ της ΕΛΜΕ Χανίων και αντιπροσώπων για το νομαρχιακό τμήμα της ΑΔΕΔΥ  ΤΕΤΑΡΤΗ 18/12...
ΕΛΜΕ Χανίων: Εκλογοαπολογιστική  συνέλευση και εκλογές για το ΔΣ