Ανοιχτή επιστολή στο Υπ. Παιδείας: Προτάσεις ρεαλιστικές για τη διατήρηση των Λατινικών στο Λύκειο
Διαβάστε την επιστολή τεσσάρων εκπαιδευτικών

Αξιότιμε κ. Υπουργέ,

Η κατάργηση του μαθήματος των Λατινικών από το Λύκειο είναι αλήθεια πως αποτέλεσε μια δυσάρεστη έκπληξη για τους/τις φιλολόγους της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. 

Το μάθημα αυτό έχει παγιωθεί εδώ και πολλές δεκαετίες στα ωρολόγια προγράμματα των Γενικών Λυκείων, αρχικά ως υποχρεωτικό μάθημα για όλους τους μαθητές και τις μαθήτριες από τις πρώτες μάλιστα τάξεις του εξαταξίου Γυμνασίου και αργότερα μόνο για τους μαθητές και τις μαθήτριες των τελευταίων τάξεων του Λυκείου που αποφάσιζαν να ακολουθήσουν τις Ανθρωπιστικές Σπουδές. Άλλωστε είναι γεγονός ότι στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες τα Λατινικά διδάσκονται, έστω ως μάθημα επιλογής, σε κάποια ή κάποιες τάξεις της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Το να επιχειρηματολογήσει πάλι κάποιος για την παιδευτική αξία του μαθήματος αυτού είναι σαν να κομίζει γλαύκα εις Αθήνας. 

Η Λατινική γλώσσα και γραμματεία και γενικότερα η ρωμαιογνωσία, ως τμήμα της αρχαιογνωσίας, αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρωπιστικής παιδείας. Άλλωστε αυτό που ορίζεται ως «κλασική παιδεία» ή «κλασικός πολιτισμός» στηρίζεται σε δύο πυλώνες, τον αρχαιοελληνικό και τον ρωμαϊκό – όσο κι αν στην Ελλάδα τα τελευταία ειδικά χρόνια τείνουμε να παραγκωνίζουμε τον δεύτερο. Βέβαια, είναι αλήθεια αυτό που ειπώθηκε διά στόματός σας, ότι δηλαδή το μάθημα των Λατινικών έχει καταντήσει ένα μάθημα αυστηρά γλωσσικό με έντονο το στοιχείο της αποστήθισης.

Ό,τι όμως παρουσιάζει προβλήματα δεν το καταργούμε, αλλά προσπαθούμε να το βελτιώσουμε. Προκειμένου λοιπόν το μάθημα των Λατινικών να αποκτήσει τη θέση που του αξίζει μέσα στο σύγχρονο σχολείο, αλλά και μέσα στο νέο πλαίσιο που διαμορφώνεται για την Γ Λυκείου και τις Πανελλαδικές Εξετάσεις, προτείνονται τα εξής:

α) το μάθημα των Λατινικών μπορεί και πρέπει να αλλάξει χαρακτήρα και να μετατραπεί από ένα καθαρά γλωσσικό μάθημα σε ένα μάθημα γλώσσας και πολιτισμού, καλύπτοντας έτσι δύο στόχους: αφενός αυτόν της αρχαιογλωσσίας και αφετέρου εκείνον της αρχαιογνωσίας. Όσον αφορά τον πρώτο στόχο, είναι σαφώς ανάγκη η διδασκαλία της λατινικής γλώσσας να γίνει με έναν τρόπο σύγχρονο που δεν θα προωθεί την στείρα απομνημόνευση γραμματικών τύπων ή της συντακτικής λειτουργίας συγκεκριμένων λέξεων μέσα σε ένα κείμενο, αλλά θα προσιδιάζει περισσότερο στις μεθόδους διδασκαλίας των ζωντανών γλωσσών (π.χ. κατανόηση κειμένων κι όχι μηχανιστική απομνημόνευση μεταφράσεων, ενεργητική μάθηση του συντακτικού και της γραμματικής και όχι παθητική αναγνώριση ή σχηματισμό γραμματικών τύπων εκτός κειμενικού πλαισίου κτλ).

Ταυτόχρονα η γλωσσική διδασκαλία θα πρέπει να δίνει έμφαση στη σχέση της λατινικής με την αρχαία ελληνική, τη σύνδεσή της με τις σύγχρονες ευρωπαϊκές γλώσσες και τις επιβιώσεις λατινογενών λέξεων ή φράσεων στην Νέα Ελληνική. Με τον δεύτερο πάλι στόχο, αυτόν της αρχαιογνωσίας, επιδιώκεται η επαφή των μαθητών με στοιχεία του ρωμαϊκού πολιτισμού: τη ρωμαϊκή ιστορία, τη ρωμαϊκή τέχνη, τη λατινική γραμματεία (μέσα από μεταφρασμένα αποσπάσματα), το σύστημα των αξιών και ιδεών, καθώς και τον κοινωνικό  και πολιτικό βίο του αρχαίου ρωμαϊκού κόσμου. 

Για τις ανάγκες του αναδιαμορφωμένου αυτού μαθήματος χρειάζεται βέβαια και νέο εγχειρίδιο. Υπάρχει ανθρώπινο δυναμικό από τους μάχιμους εκπαιδευτικούς για κάτι τέτοιο (ήδη την προηγούμενη ακαδημαϊκή χρονιά το ΙΕΠ είχε προχωρήσει σε επιλογή εμπειρογνωμόνων για την αναμόρφωση του μαθήματος των Λατινικών) που σε συνδυασμό με καταξιωμένους λατινιστές των Πανεπιστημιακών Τμημάτων μπορούν ακόμη και μέσα στο τρέχον ακαδημαϊκό έτος να συντάξουν το νέο διδακτικό εγχειρίδιο. Αλλά και μια καθυστέρηση ενός έτους, που θα οδηγούσε στην διατήρηση για μια ακόμη χρονιά του τρέχοντος εγχειριδίου, δεν θα αποτελούσε σημαντικό πρόβλημα.

β) να δοθεί η δυνατότητα στους μαθητές και τις μαθήτριες να επιλέγουν είτε την Κοινωνιολογία είτε τα Λατινικά με βάση τις σχολές όπου επιθυμούν να εισαχθούν. Το Υπουργείο σε συνεργασία με τα Πανεπιστημιακά Τμήματα θα μπορούσε να ορίσει τρεις ομάδες τμημάτων: αυτά στα οποία θα απαιτείται η εξέταση μόνο στην Κοινωνιολογία (π.χ. Παιδαγωγικά Δημοτικής Εκπαίδευσης, Ψυχολογίας κτλ), αυτά στα οποία θα απαιτείται η εξέταση μόνο στο μάθημα των Λατινικών (π.χ. Τμήματα Φιλολογίας, Ιστορίας – Αρχαιολογίας, ξένων Φιλολογιών) και αυτά στα οποία θα μπορεί να οδηγηθεί κάποιος μετά από εξέταση είτε στο ένα είτε στο άλλο μάθημα (π.χ. Τμήματα Νομικής). Άλλωστε τμήματα στα οποία εισάγεται κανείς μετά από εξετάσεις σε διαφορετικά μαθήματα υπάρχουν και σήμερα (π.χ. τμήματα που ανήκουν σε δύο ή περισσότερα πεδία). 

Μια τέτοια λύση είναι δίκαιη, καθώς επιλύονται στρεβλώσεις που δημιουργούνται από την κατάργηση του μαθήματος των Λατινικών, όπως το να εισάγονται φοιτητές στα Τμήματα της Φιλοσοφικής Σχολής, όπου θα διδαχθούν κείμενα της λατινικής γραμματείας από το πρωτότυπο, χωρίς να έχουν διδαχθεί τη λατινική γλώσσα στο Λύκειο. Και φυσικά είναι παντελώς ανακριβής η διατύπωσή σας ότι Λατινικά διδάσκονται μόνο οι φοιτητές των Τμημάτων Φιλολογίας: τα Λατινικά αποτελούν μέρος του Προγράμματος Σπουδών (και μάλιστα τις περισσότερες φορές ως υποχρεωτικό μάθημα) και στα Τμήματα Ιστορίας – Αρχαιολογίας και στα Τμήματα Φιλοσοφίας – Παιδαγωγικής (συνολικά 20 Τμήματα του Μηχανογραφικού!), είναι σαφώς
πιο κοντά στο Πρόγραμμα Σπουδών των Τμημάτων ξένων Φιλολογιών ή Μετάφρασης και Διερμηνείας από ό,τι η Κοινωνιολογία, ενώ είναι σαφώς χρήσιμα και στους φοιτητές της Νομικής λόγω της λατινόγλωσσης νομικής ορολογίας.

Θεωρούμε ότι υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις το μάθημα των Λατινικών μπορεί και πρέπει να διατηρηθεί στο ωρολόγιο πρόγραμμα της Γ Λυκείου. Αντίθετα η μετάθεσή του στα ωρολόγια προγράμματα της Α και Β Λυκείου (προφανώς ως μάθημα επιλογής, όπως προτείνεται), συνιστά σαφώς υποβάθμισή του, καθώς είναι προφανές ότι κανείς μαθητής δεν θα επιλέγει να διδαχθεί μια κλασική γλώσσα με πλούσια γραμματική και συντακτικό, τη στιγμή που θα μπορούσε να επιλέξει ένα σαφώς πιο εύκολο μάθημα από αυτά που προσφέρονται. Η δε κατάργησή του από τη Γ Λυκείου είναι παντελώς άδικη και ασύμβατη με τα δεδομένα του Πεδίου των Ανθρωπιστικών Σπουδών, σημαντικότατο μέρος του οποίου αποτελούν τα Τμήματα της Φιλοσοφικής Σχολής, και, το σπουδαιότερο όλων, συνιστά υποβάθμιση της κλασικής και ανθρωπιστικής παιδείας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Οι συντάκτες της επιστολής:

Δημήτριος Σαλονικίδης, Δρ Λατινικής Φιλολογίας, εκπαιδευτικός
Δέσποινα Ποιμενίδου, Δρ Παιδαγωγικής, εκπαιδευτικός
Βασιλική Γκράτζιου, Δρ Κλασικής Αρχαιολογίας, εκπαιδευτικός
Αναστασία Γρηγοριάδου, ΜΑ στη Θεατρολογία, εκπαιδευτικός

Για την υπογραφή της επιστολής ακολουθήστε τον σύνδεσμο ΕΔΩ

*Το κείμενο καθώς και κατάλογος με τα ονοματεπώνυμα όσων το υπογράφουν θα δημοσιευθούν στον εκπαιδευτικό ηλεκτρονικό τύπο και θα αποσταλούν στο Υπουργείο Παιδείας.

σχετικά άρθρα