Μετά από μήνες προετοιμασίας, αγωνίας και προσδοκιών, χιλιάδες υποψήφιοι έμαθαν τη σχολή στην οποία εισάγονται και τον επόμενο σταθμό της ζωής τους. Η ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής ολοκλήρωσε έναν ακόμη δύσκολο κύκλο Πανελλαδικών Εξετάσεων, φέρνοντας χαμόγελα, ανακούφιση, αλλά και απογοήτευση σε όσους δεν πέτυχαν τον στόχο τους.
Πίσω από τους αριθμούς, ωστόσο, διαμορφώνεται μια εικόνα με έντονες αντιθέσεις. Οι Πολυτεχνικές Σχολές σημειώνουν εντυπωσιακή άνοδο, οι Ιατρικές διατηρούν τη θέση τους στην κορυφή, ενώ οι ανθρωπιστικές, οι παιδαγωγικές και αρκετές καθηγητικές σχολές συνεχίζουν να χάνουν έδαφος. Την ίδια στιγμή, χιλιάδες θέσεις παραμένουν κενές, επαναφέροντας στο προσκήνιο τη συζήτηση για την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, τη μειωμένη ζήτηση ορισμένων τμημάτων και τις βαθύτερες αλλαγές στις επιλογές των νέων.
Συνολικά, 58.182 φετινοί υποψήφιοι των Γενικών Λυκείων εξασφάλισαν την εισαγωγή τους στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, αριθμός αισθητά μικρότερος σε σχέση με τους 62.848 της προηγούμενης χρονιάς.
Η αριθμητική αυτή αποτυπώνει μια βασική αντίφαση του συστήματος: λιγότεροι νέοι περνούν στα πανεπιστήμια, ενώ ταυτόχρονα χιλιάδες διαθέσιμες θέσεις δεν καλύπτονται.
Οι Πολυτεχνικές Σχολές οι μεγάλοι κερδισμένοι
Η πλέον χαρακτηριστική τάση των φετινών βάσεων είναι η μεγάλη άνοδος των Πολυτεχνικών Σχολών. Η εικόνα επιβεβαιώνει τη σταθερή στροφή των υποψηφίων προς αντικείμενα που συνδέονται με την τεχνολογία, την Πληροφορική, την ενέργεια, τις κατασκευές και την ψηφιακή οικονομία.
Η Σχολή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, η οποία αποτελεί μία από τις πλέον περιζήτητες επιλογές του 2ου Επιστημονικού Πεδίου, έφτασε τα 18.880 μόρια, σημειώνοντας άνοδο 490 μορίων.
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η αύξηση στη Σχολή Ναυπηγών Μηχανολόγων Μηχανικών του ΕΜΠ, η οποία διαμορφώθηκε στα 18.590 μόρια, αυξημένη κατά 750 μόρια. Εντυπωσιακή άνοδο κατέγραψε και το Τμήμα Μηχανικών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και Πληροφορικής στην Πάτρα, το οποίο έφτασε στα 17.520 μόρια, με αύξηση 945 μορίων.
Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν ότι οι υποψήφιοι δεν στρέφονται μόνο στις παραδοσιακές Πολυτεχνικές Σχολές υψηλού κύρους, αλλά και σε τμήματα της περιφέρειας που προσφέρουν σπουδές με σαφείς επαγγελματικές διεξόδους.
Η άνοδος δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στις επιδόσεις των υποψηφίων. Συνδέεται και με τη δυναμική της αγοράς εργασίας, όπου οι μηχανικοί, οι προγραμματιστές και οι ειδικοί στις νέες τεχνολογίες βρίσκονται σε αυξημένη ζήτηση. Για μια γενιά που έχει μεγαλώσει μέσα στην οικονομική αβεβαιότητα, η πιθανότητα άμεσης επαγγελματικής αποκατάστασης αποκτά ολοένα μεγαλύτερο βάρος.
Οι Ιατρικές διατηρούν την κορυφή
Οι Ιατρικές Σχολές εξακολουθούν να αποτελούν τις υψηλότερες και πιο ανταγωνιστικές επιλογές του 3ου Επιστημονικού Πεδίου, χωρίς όμως να καταγράφουν τις εκρηκτικές αυξήσεις των Πολυτεχνείων.
Η Ιατρική Αθηνών διαμορφώθηκε στα 18.900 μόρια, σημειώνοντας άνοδο 125 μορίων, ενώ η Ιατρική του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης έφτασε στα 18.350 μόρια, αυξημένη κατά 375 μόρια.
Η μικρότερη άνοδος δεν σημαίνει εξασθένηση του ενδιαφέροντος. Οι Ιατρικές κινούνται ήδη σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, όπου ακόμη και μια μεταβολή λίγων δεκάδων μορίων είναι σημαντική. Η διαχρονικά μεγάλη ζήτηση, οι περιορισμένες θέσεις και ο υψηλός αριθμός αριστούχων εξακολουθούν να κρατούν τις βάσεις τους κοντά στο ανώτατο βαθμολογικό όριο.
Πληροφορική και Οικονομία: Άνοδος με διαφορετικές ταχύτητες
Οι σχολές Πληροφορικής και Οικονομίας του 4ου Επιστημονικού Πεδίου διατήρησαν την ισχυρή τους θέση, χωρίς όμως να παρουσιάσουν παντού μεγάλες μεταβολές.
Το Τμήμα Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών του ΕΚΠΑ έφτασε στα 17.015 μόρια, με άνοδο 60 μορίων, ενώ το Τμήμα Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών διαμορφώθηκε στα 18.425 μόρια, αυξημένο κατά μόλις 25 μόρια.
Ξεχωριστή περίπτωση αποτελεί το Τμήμα Ναυτιλιακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά, η βάση του οποίου έφτασε στα 19.600 μόρια, σημειώνοντας άνοδο 390 μορίων. Η εξαιρετικά υψηλή επίδοση του τμήματος αναδεικνύει τη μεγάλη ζήτηση για σπουδές που συνδέονται με έναν από τους ισχυρότερους κλάδους της ελληνικής οικονομίας.
Η εικόνα επιβεβαιώνει ότι η Πληροφορική και τα Οικονομικά παραμένουν ιδιαίτερα ελκυστικά επιστημονικά πεδία, αλλά οι μεταβολές τους εξαρτώνται από το συγκεκριμένο τμήμα, την πόλη, τον αριθμό των θέσεων και τη σύνδεση του προγράμματος σπουδών με την αγορά εργασίας.
Σταθερή η Νομική Αθηνών, μικρές απώλειες στις υπόλοιπες Νομικές
Πιο συγκρατημένη ήταν η εικόνα στο 1ο Επιστημονικό Πεδίο. Οι σχολές Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών παρουσίασαν συνολικά ελαφρά πτωτική τάση, χωρίς εντυπωσιακές μεταβολές στις υψηλόβαθμες Νομικές.
Η Νομική Αθηνών παρέμεινε σταθερή στα 17.875 μόρια, ενώ η Νομική Θράκης υποχώρησε κατά 25 μόρια, φτάνοντας στα 16.700. Μεγαλύτερη ήταν η πτώση στη Νομική του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, η οποία διαμορφώθηκε στα 17.040 μόρια, μειωμένη κατά 110 μόρια.
Οι Νομικές εξακολουθούν να συγκαταλέγονται στις πιο δημοφιλείς σχολές. Ωστόσο, η εικόνα τους δείχνει ότι οι υποψήφιοι σταθμίζουν πλέον περισσότερο τον κορεσμό του επαγγέλματος, τον αυξημένο ανταγωνισμό και την ανάγκη μεταπτυχιακής εξειδίκευσης.
Ψυχολογία: Παραμένει ψηλά, παρά τη μικρή πτώση
Τα Τμήματα Ψυχολογίας διατηρούν υψηλές βάσεις, παρότι φέτος καταγράφουν μικρή υποχώρηση.
Το Τμήμα Ψυχολογίας του ΕΚΠΑ έφτασε στα 17.395 μόρια, σημειώνοντας πτώση 80 μορίων, ενώ το αντίστοιχο τμήμα του ΑΠΘ διαμορφώθηκε στα 17.040 μόρια, με μείωση 110 μορίων.
Παρά την πτώση, το ενδιαφέρον παραμένει ισχυρό. Η μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθητοποίηση για την ψυχική υγεία και η αύξηση της ζήτησης για υπηρεσίες ψυχολογικής υποστήριξης έχουν εδραιώσει την Ψυχολογία ανάμεσα στις πρώτες επιλογές των υποψηφίων.
Η μεγάλη υποχώρηση των παιδαγωγικών και των καθηγητικών σχολών
Εντελώς διαφορετική είναι η εικόνα στις Παιδαγωγικές και στις παραδοσιακές καθηγητικές σχολές των ανθρωπιστικών επιστημών.
Η Φιλολογία του ΕΚΠΑ διαμορφώθηκε στα 11.160 μόρια, καταγράφοντας πτώση 144 μορίων, ενώ η Φιλολογία Κρήτης υποχώρησε στα 9.052 μόρια, μειωμένη κατά 82 μόρια.
Ακόμη πιο έντονη ήταν η πτώση στο Παιδαγωγικό Τμήμα της Ρόδου, το οποίο έφτασε στα 10.950 μόρια, χάνοντας 925 μόρια μέσα σε έναν χρόνο.
Η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαία. Για χρόνια, οι σχολές αυτές αποτελούσαν ασφαλή και δημοφιλή επιλογή, καθώς συνδέονταν με την προοπτική εργασίας στη δημόσια εκπαίδευση. Σήμερα, όμως, οι χιλιάδες αναπληρωτές, οι καθυστερημένοι διορισμοί, η πολυετής περιπλάνηση από περιοχή σε περιοχή, οι χαμηλές αποδοχές και η επαγγελματική αβεβαιότητα λειτουργούν αποτρεπτικά.
Οι νέοι γνωρίζουν ότι ένα πτυχίο Φιλολογίας ή Παιδαγωγικού Τμήματος δεν εγγυάται πλέον γρήγορη και σταθερή απασχόληση. Έτσι, οι επιλογές τους γίνονται πιο πραγματιστικές και στρέφονται σε κλάδους που θεωρούν ότι προσφέρουν σαφέστερη επαγγελματική προοπτική.
Οι μεγαλύτερες ανατροπές
Η μεγαλύτερη άνοδος των φετινών βάσεων καταγράφηκε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων – Σώματα, η οποία έφτασε στα 15.750 μόρια, σημειώνοντας εντυπωσιακή αύξηση 2.695 μορίων.
Στον αντίποδα, τη μεγαλύτερη πτώση παρουσίασε το Τμήμα Επιστήμης Φυτικής Παραγωγής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η βάση του διαμορφώθηκε στα 10.490 μόρια, υποχωρώντας κατά 4.230 μόρια.
Τέτοιες ακραίες μεταβολές δεν αντικατοπτρίζουν πάντοτε αντίστοιχη μεταβολή στην ποιότητα των τμημάτων. Μπορεί να οφείλονται στον αριθμό των θέσεων, στη συμπεριφορά των υποψηφίων στο μηχανογραφικό, σε αλλαγές στους συντελεστές, σε ειδικές προϋποθέσεις εισαγωγής ή σε μεγάλη διαφοροποίηση της ζήτησης από τη μία χρονιά στην άλλη.
Η βάση δεν αποτελεί βαθμολογία ποιότητας ενός τμήματος. Είναι το αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης σχέσης μεταξύ προσφοράς, ζήτησης, διαθέσιμων θέσεων και επιδόσεων.
Λιγότεροι επιτυχόντες, χιλιάδες κενές θέσεις
Ο αριθμός των 58.182 επιτυχόντων είναι αισθητά χαμηλότερος από τους 62.848 της προηγούμενης χρονιάς. Η διαφορά φτάνει τους 4.666 λιγότερους εισαχθέντες, παρότι οι κενές θέσεις μειώθηκαν κατά μόλις 616.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς ο αριθμός των διαθέσιμων θέσεων. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται, την εφαρμογή της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, την ελκυστικότητα των τμημάτων και τη δυνατότητα των οικογενειών να υποστηρίξουν οικονομικά τις σπουδές σε άλλη πόλη.
Η ΕΒΕ λειτουργεί ως φίλτρο πριν από την τελική κατάταξη. Αν ένας υποψήφιος δεν ξεπεράσει το απαιτούμενο όριο ενός τμήματος, δεν μπορεί να το διεκδικήσει, ακόμη και αν στο τέλος παραμείνουν διαθέσιμες θέσεις.
Έτσι, χιλιάδες νέοι μένουν εκτός ΑΕΙ την ώρα που πανεπιστημιακά τμήματα ξεκινούν τη χρονιά με κενά αμφιθέατρα.
Η αθέατη οικονομική πλευρά των επιλογών
Η γεωγραφία των πανεπιστημίων επηρεάζει τις βάσεις περισσότερο από όσο φαίνεται. Για πολλές οικογένειες, το ερώτημα δεν είναι απλώς «σε ποια σχολή πέρασε το παιδί», αλλά «μπορούμε να πληρώσουμε για να σπουδάσει εκεί;».
Το ενοίκιο, η διατροφή, οι λογαριασμοί, οι μετακινήσεις και τα καθημερινά έξοδα δημιουργούν ένα δεύτερο, συχνά δυσβάσταχτο κόστος. Έτσι, πολλοί υποψήφιοι περιορίζουν τις επιλογές τους σε σχολές κοντά στον τόπο κατοικίας τους, ακόμη και αν προτιμούν ένα άλλο τμήμα στην περιφέρεια.
Αυτή η πραγματικότητα συμβάλλει στη συγκέντρωση της ζήτησης στα μεγάλα αστικά κέντρα και στην αποδυνάμωση των περιφερειακών πανεπιστημίων. Δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι τα περιφερειακά τμήματα δεν προσφέρουν ποιοτικές σπουδές. Συχνά σημαίνει ότι το κόστος φοίτησης σε αυτά είναι απαγορευτικό.
Οι βάσεις είναι ένας σταθμός, όχι η αξία ενός ανθρώπου
Για όσους πέτυχαν τον στόχο τους, η ανακοίνωση των βάσεων σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας ζωής. Για όσους δεν τα κατάφεραν ή πέρασαν σε σχολή διαφορετική από εκείνη που ονειρεύονταν, η ημέρα μπορεί να είναι δύσκολη.
Οι Πανελλαδικές, όμως, αξιολογούν την επίδοση σε συγκεκριμένα μαθήματα, σε συγκεκριμένες ημέρες και μέσα σε συνθήκες μεγάλης πίεσης. Δεν μπορούν να μετρήσουν τη συνολική αξία, τις ικανότητες, τη δημιουργικότητα ή τη μελλοντική εξέλιξη ενός νέου ανθρώπου.
Οι βάσεις είναι ένας σημαντικός σταθμός, όχι μια τελική ετυμηγορία. Πίσω από τα 18.900, τα 11.160 ή τα 9.052 μόρια βρίσκονται διαφορετικές διαδρομές, δυνατότητες και όνειρα που δεν τελειώνουν με έναν πίνακα αποτελεσμάτων.
Η πραγματική πρόκληση αρχίζει την επόμενη ημέρα: να μπορέσουν οι νέοι να σπουδάσουν, να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους και να βρουν χώρο σε μια κοινωνία και μια αγορά εργασίας που θα αξιοποιούν τις γνώσεις και τις δεξιότητές τους.
Οι πραγματικές ερωτήσεις αρχίζουν μετά τις βάσεις
Η δημόσια συζήτηση εστιάζει συνήθως στο ποια σχολή ανέβηκε, ποια έπεσε και ποιος ήταν ο πρώτος των πρώτων. Όμως οι ουσιαστικές ερωτήσεις βρίσκονται αλλού.
Μπορεί κάθε επιτυχών να υποστηρίξει οικονομικά τις σπουδές του; Υπάρχουν αρκετές φοιτητικές εστίες; Γιατί τμήματα με σύγχρονα επιστημονικά αντικείμενα μένουν χωρίς φοιτητές; Μπορεί να θεωρείται επιτυχημένο ένα σύστημα που αφήνει σχεδόν 10.000 θέσεις ακάλυπτες; Πώς θα στηριχθούν τα περιφερειακά πανεπιστήμια; Και κατά πόσο οι μαθητές διαθέτουν ουσιαστικό επαγγελματικό προσανατολισμό πριν κληθούν να λάβουν μια τόσο σημαντική απόφαση;
Οι Βάσεις 2026 αναδεικνύουν τη σταθερή ζήτηση για τις παραδοσιακές σχολές κύρους και τη μεγάλη στροφή προς την Πληροφορική και τις νέες τεχνολογίες. Αναδεικνύουν, όμως, ταυτόχρονα τις κοινωνικές και γεωγραφικές ανισότητες, την πίεση του κόστους ζωής, τις συνέπειες της ΕΒΕ και την αποδυνάμωση πολλών περιφερειακών τμημάτων.
Πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν νέοι που σήμερα πανηγυρίζουν, άλλοι που προσπαθούν να διαχειριστούν μια απογοήτευση και οικογένειες που ανοίγουν χαρτί και μολύβι για να δουν αν το όνειρο μπορεί να πληρωθεί.
Η ανακοίνωση των βάσεων δεν είναι το τέλος μιας διαδρομής. Είναι η αρχή πολλών διαφορετικών διαδρομών. Και ίσως αυτή να είναι η πιο σημαντική αλήθεια που χάνεται κάθε χρόνο μέσα στους πίνακες των μορίων.
Ορίστε μια πιο δημοσιογραφική και ανθρώπινη εισαγωγή:
Μετά από μήνες προετοιμασίας, άγχους και προσδοκιών, χιλιάδες υποψήφιοι έμαθαν σήμερα τον επόμενο σταθμό της εκπαιδευτικής τους διαδρομής. Η ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα έκλεισε οριστικά τον κύκλο των Πανελλαδικών Εξετάσεων του 2026, φέρνοντας χαμόγελα και ανακούφιση σε πολλούς, αλλά και απογοήτευση σε όσους δεν κατάφεραν να πετύχουν τον στόχο τους. Πίσω, όμως, από τους πίνακες των βάσεων και τους αριθμούς των μορίων κρύβονται πολύ περισσότερα από τις επιτυχίες και τις αποτυχίες: οι νέες τάσεις στις επιλογές των υποψηφίων, οι αλλαγές που επιβάλλει η αγορά εργασίας, οι οικονομικές δυσκολίες των οικογενειών, οι χιλιάδες κενές θέσεις στα πανεπιστήμια και τα μεγάλα ερωτήματα που εξακολουθεί να γεννά η εφαρμογή της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής. Οι Βάσεις 2026 δεν αποτυπώνουν μόνο ποιοι πέρασαν και πού. Φωτίζουν, ταυτόχρονα, τις βαθύτερες αλλαγές που συντελούνται στην ελληνική ανώτατη εκπαίδευση και στις προσδοκίες μιας ολόκληρης γενιάς.
Βάσεις 2026: Η «υπερπτήση» των Πολυτεχνείων, η υποχώρηση των ανθρωπιστικών σχολών και οι 13.187 κενές θέσεις
Μετά από μήνες προετοιμασίας, αγωνίας και προσδοκιών, χιλιάδες υποψήφιοι έμαθαν τη σχολή στην οποία εισάγονται και τον επόμενο σταθμό της ζωής τους. Η ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής ολοκλήρωσε έναν ακόμη δύσκολο κύκλο Πανελλαδικών Εξετάσεων, φέρνοντας χαμόγελα, ανακούφιση, αλλά και απογοήτευση σε όσους δεν πέτυχαν τον στόχο τους.
Πίσω από τους αριθμούς, ωστόσο, διαμορφώνεται μια εικόνα με έντονες αντιθέσεις. Οι Πολυτεχνικές Σχολές σημειώνουν εντυπωσιακή άνοδο, οι Ιατρικές διατηρούν τη θέση τους στην κορυφή, ενώ οι ανθρωπιστικές, οι παιδαγωγικές και αρκετές καθηγητικές σχολές συνεχίζουν να χάνουν έδαφος. Την ίδια στιγμή, χιλιάδες θέσεις παραμένουν κενές, επαναφέροντας στο προσκήνιο τη συζήτηση για την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, τη μειωμένη ζήτηση ορισμένων τμημάτων και τις βαθύτερες αλλαγές στις επιλογές των νέων.
Συνολικά, 58.182 φετινοί υποψήφιοι των Γενικών Λυκείων εξασφάλισαν την εισαγωγή τους στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, αριθμός αισθητά μικρότερος σε σχέση με τους 62.848 της προηγούμενης χρονιάς. Παράλληλα, 13.187 θέσεις έμειναν κενές, ελαφρώς λιγότερες από τις 13.803 κενές θέσεις που είχαν καταγραφεί πέρυσι.
Η αριθμητική αυτή αποτυπώνει μια βασική αντίφαση του συστήματος: λιγότεροι νέοι περνούν στα πανεπιστήμια, ενώ ταυτόχρονα χιλιάδες διαθέσιμες θέσεις δεν καλύπτονται.
Οι Πολυτεχνικές Σχολές οι μεγάλοι κερδισμένοι
Η πλέον χαρακτηριστική τάση των φετινών βάσεων είναι η μεγάλη άνοδος των Πολυτεχνικών Σχολών. Η εικόνα επιβεβαιώνει τη σταθερή στροφή των υποψηφίων προς αντικείμενα που συνδέονται με την τεχνολογία, την Πληροφορική, την ενέργεια, τις κατασκευές και την ψηφιακή οικονομία.
Η Σχολή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, η οποία αποτελεί μία από τις πλέον περιζήτητες επιλογές του 2ου Επιστημονικού Πεδίου, έφτασε τα 18.880 μόρια, σημειώνοντας άνοδο 490 μορίων.
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η αύξηση στη Σχολή Ναυπηγών Μηχανολόγων Μηχανικών του ΕΜΠ, η οποία διαμορφώθηκε στα 18.590 μόρια, αυξημένη κατά 750 μόρια. Εντυπωσιακή άνοδο κατέγραψε και το Τμήμα Μηχανικών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και Πληροφορικής στην Πάτρα, το οποίο έφτασε στα 17.520 μόρια, με αύξηση 945 μορίων.
Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν ότι οι υποψήφιοι δεν στρέφονται μόνο στις παραδοσιακές Πολυτεχνικές Σχολές υψηλού κύρους, αλλά και σε τμήματα της περιφέρειας που προσφέρουν σπουδές με σαφείς επαγγελματικές διεξόδους.
Η άνοδος δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στις επιδόσεις των υποψηφίων. Συνδέεται και με τη δυναμική της αγοράς εργασίας, όπου οι μηχανικοί, οι προγραμματιστές και οι ειδικοί στις νέες τεχνολογίες βρίσκονται σε αυξημένη ζήτηση. Για μια γενιά που έχει μεγαλώσει μέσα στην οικονομική αβεβαιότητα, η πιθανότητα άμεσης επαγγελματικής αποκατάστασης αποκτά ολοένα μεγαλύτερο βάρος.
Οι Ιατρικές διατηρούν την κορυφή
Οι Ιατρικές Σχολές εξακολουθούν να αποτελούν τις υψηλότερες και πιο ανταγωνιστικές επιλογές του 3ου Επιστημονικού Πεδίου, χωρίς όμως να καταγράφουν τις εκρηκτικές αυξήσεις των Πολυτεχνείων.
Η Ιατρική Αθηνών διαμορφώθηκε στα 18.900 μόρια, σημειώνοντας άνοδο 125 μορίων, ενώ η Ιατρική του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης έφτασε στα 18.350 μόρια, αυξημένη κατά 375 μόρια.
Η μικρότερη άνοδος δεν σημαίνει εξασθένηση του ενδιαφέροντος. Οι Ιατρικές κινούνται ήδη σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, όπου ακόμη και μια μεταβολή λίγων δεκάδων μορίων είναι σημαντική. Η διαχρονικά μεγάλη ζήτηση, οι περιορισμένες θέσεις και ο υψηλός αριθμός αριστούχων εξακολουθούν να κρατούν τις βάσεις τους κοντά στο ανώτατο βαθμολογικό όριο.
Πληροφορική και Οικονομία: Άνοδος με διαφορετικές ταχύτητες
Οι σχολές Πληροφορικής και Οικονομίας του 4ου Επιστημονικού Πεδίου διατήρησαν την ισχυρή τους θέση, χωρίς όμως να παρουσιάσουν παντού μεγάλες μεταβολές.
Το Τμήμα Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών του ΕΚΠΑ έφτασε στα 17.015 μόρια, με άνοδο 60 μορίων, ενώ το Τμήμα Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών διαμορφώθηκε στα 18.425 μόρια, αυξημένο κατά μόλις 25 μόρια.
Ξεχωριστή περίπτωση αποτελεί το Τμήμα Ναυτιλιακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά, η βάση του οποίου έφτασε στα 19.600 μόρια, σημειώνοντας άνοδο 390 μορίων. Η εξαιρετικά υψηλή επίδοση του τμήματος αναδεικνύει τη μεγάλη ζήτηση για σπουδές που συνδέονται με έναν από τους ισχυρότερους κλάδους της ελληνικής οικονομίας.
Η εικόνα επιβεβαιώνει ότι η Πληροφορική και τα Οικονομικά παραμένουν ιδιαίτερα ελκυστικά επιστημονικά πεδία, αλλά οι μεταβολές τους εξαρτώνται από το συγκεκριμένο τμήμα, την πόλη, τον αριθμό των θέσεων και τη σύνδεση του προγράμματος σπουδών με την αγορά εργασίας.
Σταθερή η Νομική Αθηνών, μικρές απώλειες στις υπόλοιπες Νομικές
Πιο συγκρατημένη ήταν η εικόνα στο 1ο Επιστημονικό Πεδίο. Οι σχολές Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών παρουσίασαν συνολικά ελαφρά πτωτική τάση, χωρίς εντυπωσιακές μεταβολές στις υψηλόβαθμες Νομικές.
Η Νομική Αθηνών παρέμεινε σταθερή στα 17.875 μόρια, ενώ η Νομική Θράκης υποχώρησε κατά 25 μόρια, φτάνοντας στα 16.700. Μεγαλύτερη ήταν η πτώση στη Νομική του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, η οποία διαμορφώθηκε στα 17.040 μόρια, μειωμένη κατά 110 μόρια.
Οι Νομικές εξακολουθούν να συγκαταλέγονται στις πιο δημοφιλείς σχολές. Ωστόσο, η εικόνα τους δείχνει ότι οι υποψήφιοι σταθμίζουν πλέον περισσότερο τον κορεσμό του επαγγέλματος, τον αυξημένο ανταγωνισμό και την ανάγκη μεταπτυχιακής εξειδίκευσης.
Ψυχολογία: Παραμένει ψηλά, παρά τη μικρή πτώση
Τα Τμήματα Ψυχολογίας διατηρούν υψηλές βάσεις, παρότι φέτος καταγράφουν μικρή υποχώρηση.
Το Τμήμα Ψυχολογίας του ΕΚΠΑ έφτασε στα 17.395 μόρια, σημειώνοντας πτώση 80 μορίων, ενώ το αντίστοιχο τμήμα του ΑΠΘ διαμορφώθηκε στα 17.040 μόρια, με μείωση 110 μορίων.
Παρά την πτώση, το ενδιαφέρον παραμένει ισχυρό. Η μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθητοποίηση για την ψυχική υγεία και η αύξηση της ζήτησης για υπηρεσίες ψυχολογικής υποστήριξης έχουν εδραιώσει την Ψυχολογία ανάμεσα στις πρώτες επιλογές των υποψηφίων.
Η μεγάλη υποχώρηση των παιδαγωγικών και των καθηγητικών σχολών
Εντελώς διαφορετική είναι η εικόνα στις Παιδαγωγικές και στις παραδοσιακές καθηγητικές σχολές των ανθρωπιστικών επιστημών.
Η Φιλολογία του ΕΚΠΑ διαμορφώθηκε στα 11.160 μόρια, καταγράφοντας πτώση 144 μορίων, ενώ η Φιλολογία Κρήτης υποχώρησε στα 9.052 μόρια, μειωμένη κατά 82 μόρια.
Ακόμη πιο έντονη ήταν η πτώση στο Παιδαγωγικό Τμήμα της Ρόδου, το οποίο έφτασε στα 10.950 μόρια, χάνοντας 925 μόρια μέσα σε έναν χρόνο.
Η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαία. Για χρόνια, οι σχολές αυτές αποτελούσαν ασφαλή και δημοφιλή επιλογή, καθώς συνδέονταν με την προοπτική εργασίας στη δημόσια εκπαίδευση. Σήμερα, όμως, οι χιλιάδες αναπληρωτές, οι καθυστερημένοι διορισμοί, η πολυετής περιπλάνηση από περιοχή σε περιοχή, οι χαμηλές αποδοχές και η επαγγελματική αβεβαιότητα λειτουργούν αποτρεπτικά.
Οι νέοι γνωρίζουν ότι ένα πτυχίο Φιλολογίας ή Παιδαγωγικού Τμήματος δεν εγγυάται πλέον γρήγορη και σταθερή απασχόληση. Έτσι, οι επιλογές τους γίνονται πιο πραγματιστικές και στρέφονται σε κλάδους που θεωρούν ότι προσφέρουν σαφέστερη επαγγελματική προοπτική.
Οι μεγαλύτερες ανατροπές
Η μεγαλύτερη άνοδος των φετινών βάσεων καταγράφηκε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων – Σώματα, η οποία έφτασε στα 15.750 μόρια, σημειώνοντας εντυπωσιακή αύξηση 2.695 μορίων.
Στον αντίποδα, τη μεγαλύτερη πτώση παρουσίασε το Τμήμα Επιστήμης Φυτικής Παραγωγής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η βάση του διαμορφώθηκε στα 10.490 μόρια, υποχωρώντας κατά 4.230 μόρια.
Τέτοιες ακραίες μεταβολές δεν αντικατοπτρίζουν πάντοτε αντίστοιχη μεταβολή στην ποιότητα των τμημάτων. Μπορεί να οφείλονται στον αριθμό των θέσεων, στη συμπεριφορά των υποψηφίων στο μηχανογραφικό, σε αλλαγές στους συντελεστές, σε ειδικές προϋποθέσεις εισαγωγής ή σε μεγάλη διαφοροποίηση της ζήτησης από τη μία χρονιά στην άλλη.
Η βάση δεν αποτελεί βαθμολογία ποιότητας ενός τμήματος. Είναι το αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης σχέσης μεταξύ προσφοράς, ζήτησης, διαθέσιμων θέσεων και επιδόσεων.
Λιγότεροι επιτυχόντες, χιλιάδες κενές θέσεις
Ο αριθμός των 58.182 επιτυχόντων είναι αισθητά χαμηλότερος από τους 62.848 της προηγούμενης χρονιάς. Η διαφορά φτάνει τους 4.666 λιγότερους εισαχθέντες, παρότι οι κενές θέσεις μειώθηκαν κατά μόλις 616.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς ο αριθμός των διαθέσιμων θέσεων. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται, την εφαρμογή της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, την ελκυστικότητα των τμημάτων και τη δυνατότητα των οικογενειών να υποστηρίξουν οικονομικά τις σπουδές σε άλλη πόλη.
Η ΕΒΕ λειτουργεί ως φίλτρο πριν από την τελική κατάταξη. Αν ένας υποψήφιος δεν ξεπεράσει το απαιτούμενο όριο ενός τμήματος, δεν μπορεί να το διεκδικήσει, ακόμη και αν στο τέλος παραμείνουν διαθέσιμες θέσεις.
Έτσι, χιλιάδες νέοι μένουν εκτός ΑΕΙ την ώρα που πανεπιστημιακά τμήματα ξεκινούν τη χρονιά με κενά αμφιθέατρα.
Η αθέατη οικονομική πλευρά των επιλογών
Η γεωγραφία των πανεπιστημίων επηρεάζει τις βάσεις περισσότερο από όσο φαίνεται. Για πολλές οικογένειες, το ερώτημα δεν είναι απλώς «σε ποια σχολή πέρασε το παιδί», αλλά «μπορούμε να πληρώσουμε για να σπουδάσει εκεί;».
Το ενοίκιο, η διατροφή, οι λογαριασμοί, οι μετακινήσεις και τα καθημερινά έξοδα δημιουργούν ένα δεύτερο, συχνά δυσβάσταχτο κόστος. Έτσι, πολλοί υποψήφιοι περιορίζουν τις επιλογές τους σε σχολές κοντά στον τόπο κατοικίας τους, ακόμη και αν προτιμούν ένα άλλο τμήμα στην περιφέρεια.
Αυτή η πραγματικότητα συμβάλλει στη συγκέντρωση της ζήτησης στα μεγάλα αστικά κέντρα και στην αποδυνάμωση των περιφερειακών πανεπιστημίων. Δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι τα περιφερειακά τμήματα δεν προσφέρουν ποιοτικές σπουδές. Συχνά σημαίνει ότι το κόστος φοίτησης σε αυτά είναι απαγορευτικό.
Ένας νέος χάρτης προτιμήσεων
Οι Βάσεις 2026 αποτυπώνουν με σαφήνεια μια βαθύτερη αλλαγή στις επιλογές των υποψηφίων. Οι νέοι δεν επιλέγουν πλέον μόνο με κριτήριο το παραδοσιακό κύρος μιας σχολής. Κοιτούν περισσότερο την αγορά εργασίας, τις δυνατότητες απασχόλησης, τις αποδοχές, τη διεθνή κινητικότητα και τη σύνδεση των σπουδών με τις τεχνολογικές εξελίξεις.
Η μεγάλη άνοδος των Πολυτεχνικών, η σταθερότητα των Ιατρικών, η ισχυρή παρουσία της Πληροφορικής και των Ναυτιλιακών Σπουδών, αλλά και η υποχώρηση των παιδαγωγικών και των ανθρωπιστικών τμημάτων συνθέτουν έναν νέο πανεπιστημιακό χάρτη.
Δεν πρόκειται απλώς για μεταβολές μορίων. Πρόκειται για τη μετατόπιση των προσδοκιών μιας γενιάς που έχει δει τα πτυχία να χάνουν την παλιά τους βεβαιότητα και αναζητά σπουδές με πιο σαφή σύνδεση με την εργασία.
Οι βάσεις είναι ένας σταθμός, όχι η αξία ενός ανθρώπου
Για όσους πέτυχαν τον στόχο τους, η ανακοίνωση των βάσεων σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας ζωής. Για όσους δεν τα κατάφεραν ή πέρασαν σε σχολή διαφορετική από εκείνη που ονειρεύονταν, η ημέρα μπορεί να είναι δύσκολη.
Οι Πανελλαδικές, όμως, αξιολογούν την επίδοση σε συγκεκριμένα μαθήματα, σε συγκεκριμένες ημέρες και μέσα σε συνθήκες μεγάλης πίεσης. Δεν μπορούν να μετρήσουν τη συνολική αξία, τις ικανότητες, τη δημιουργικότητα ή τη μελλοντική εξέλιξη ενός νέου ανθρώπου.
Οι βάσεις είναι ένας σημαντικός σταθμός, όχι μια τελική ετυμηγορία. Πίσω από τα 18.900, τα 11.160 ή τα 9.052 μόρια βρίσκονται διαφορετικές διαδρομές, δυνατότητες και όνειρα που δεν τελειώνουν με έναν πίνακα αποτελεσμάτων.
Η πραγματική πρόκληση αρχίζει την επόμενη ημέρα: να μπορέσουν οι νέοι να σπουδάσουν, να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους και να βρουν χώρο σε μια κοινωνία και μια αγορά εργασίας που θα αξιοποιούν τις γνώσεις και τις δεξιότητές τους.
Οι πραγματικές ερωτήσεις αρχίζουν μετά τις βάσεις
Η δημόσια συζήτηση εστιάζει συνήθως στο ποια σχολή ανέβηκε, ποια έπεσε και ποιος ήταν ο πρώτος των πρώτων. Όμως οι ουσιαστικές ερωτήσεις βρίσκονται αλλού.
Μπορεί κάθε επιτυχών να υποστηρίξει οικονομικά τις σπουδές του; Υπάρχουν αρκετές φοιτητικές εστίες; Γιατί τμήματα με σύγχρονα επιστημονικά αντικείμενα μένουν χωρίς φοιτητές; Μπορεί να θεωρείται επιτυχημένο ένα σύστημα που αφήνει σχεδόν 10.000 θέσεις ακάλυπτες; Πώς θα στηριχθούν τα περιφερειακά πανεπιστήμια;
Οι Βάσεις 2026 αναδεικνύουν τη σταθερή ζήτηση για τις παραδοσιακές σχολές κύρους και τη μεγάλη στροφή προς την Πληροφορική και τις νέες τεχνολογίες. Αναδεικνύουν, όμως, ταυτόχρονα τις κοινωνικές και γεωγραφικές ανισότητες, την πίεση του κόστους ζωής, τις συνέπειες της ΕΒΕ και την αποδυνάμωση πολλών περιφερειακών τμημάτων.
Πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν νέοι που σήμερα πανηγυρίζουν, άλλοι που προσπαθούν να διαχειριστούν μια απογοήτευση και οικογένειες που ανοίγουν χαρτί και μολύβι για να δουν αν το όνειρο μπορεί να πληρωθεί.
Η ανακοίνωση των βάσεων δεν είναι το τέλος μιας διαδρομής. Είναι η αρχή πολλών διαφορετικών διαδρομών. Και ίσως αυτή να είναι η πιο σημαντική αλήθεια που χάνεται κάθε χρόνο μέσα στους πίνακες των μορίων.