Η συζήτηση για τα παιδιά και τα social media δεν αφορά πλέον μόνο το πόσο χρόνο περνούν μπροστά στην οθόνη ή αν διαθέτουν προσωπικό λογαριασμό. Νέα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι εξίσου σημαντικό μπορεί να είναι το πόσο νωρίς ξεκινά η επαφή τους με τα κοινωνικά δίκτυα.
Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο JAMA Network Open εξέτασε τη σχέση ανάμεσα στην ηλικία πρώτης χρήσης των social media και την ψυχική υγεία εφήβων, σε μια περίοδο κατά την οποία αρκετές χώρες επιχειρούν να θέσουν αυστηρότερους κανόνες για την πρόσβαση των ανηλίκων στις πλατφόρμες.
Η πρώτη επαφή φαίνεται να έχει σημασία
Στην έρευνα συμμετείχαν 365 έφηβοι ηλικίας 10 έως 15 ετών, μαζί με έναν γονέα τους. Περίπου το 70% των παιδιών είχε ήδη χρησιμοποιήσει μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ σχεδόν οι μισοί διέθεταν δικό τους λογαριασμό.
Η μέση ηλικία πρώτης επαφής με τα social media ήταν τα 11 χρόνια.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τόσο η προηγούμενη χρήση όσο και η μικρότερη ηλικία κατά την οποία ένα παιδί ξεκινά να εκτίθεται στα κοινωνικά δίκτυα συνδέονταν με περισσότερα συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης.
Αντίθετα, η απλή ύπαρξη προσωπικού λογαριασμού παρουσίαζε πιο περιορισμένη σχέση με την ψυχική υγεία και συνδέθηκε σημαντικά κυρίως με συμπτώματα άγχους.
Το εύρημα μεταφέρει έτσι τη συζήτηση από το «έχει ή δεν έχει λογαριασμό;» σε ένα πιο ουσιαστικό ερώτημα: σε ποια ηλικία μπαίνει για πρώτη φορά ένα παιδί στον κόσμο των social media;
Η καθυστέρηση μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά
Η αναπληρώτρια καθηγήτρια Susanne Schweizer, επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας, εκτιμά ότι η καθυστέρηση της πρώτης έκθεσης στα κοινωνικά δίκτυα μπορεί να αποτελέσει μια πολλά υποσχόμενη στρατηγική προστασίας των παιδιών, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από εκπαίδευση για την ασφαλή και υπεύθυνη ψηφιακή συμπεριφορά.
Οι επιστήμονες, ωστόσο, δεν υποστηρίζουν ότι υπάρχει μια απλή και απόλυτη σχέση ανάμεσα στα social media και την ψυχική υγεία. Η επίδραση μπορεί να διαφέρει ανάλογα με την ηλικία, την προσωπικότητα και την ευαλωτότητα κάθε παιδιού, αλλά και με το είδος του περιεχομένου και τον τρόπο χρήσης των πλατφορμών.
Παράλληλα, χαρακτηριστικά των social media, όπως η συνεχής κοινωνική σύγκριση ή η έκθεση σε ακατάλληλο περιεχόμενο, ενδέχεται να επιβαρύνουν περισσότερο τους πιο ευάλωτους εφήβους.
Η περίπτωση της Αυστραλίας
Η μελέτη αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω των περιορισμών που τέθηκαν στην Αυστραλία για τη χρήση social media από άτομα κάτω των 16 ετών.
Οι ερευνητές εξέτασαν, μεταξύ άλλων, κατά πόσο οι έφηβοι χωρίς λογαριασμό πράγματι σταματούν να χρησιμοποιούν τις πλατφόρμες και αν η ύπαρξη λογαριασμού αποτελεί τον βασικό παράγοντα κινδύνου για την ψυχική τους υγεία.
Οι απαντήσεις των συμμετεχόντων έδειξαν ότι τα ηλικιακά όρια από μόνα τους δεν εγγυώνται ότι οι έφηβοι θα απομακρυνθούν από τα social media.
Το 25% των χρηστών δήλωσε ότι θα σταματούσε τη χρήση, ενώ το 75% σκόπευε να συνεχίσει με κάποιον τρόπο. Μάλιστα, 35% ανέφερε ότι θα αναζητούσε τρόπους παράκαμψης των περιορισμών.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι αυτό δεν σημαίνει πως οι συγκεκριμένες πολιτικές είναι καταδικασμένες να αποτύχουν. Η πραγματική τους αποτελεσματικότητα θα φανεί σε βάθος χρόνου, όταν οι νέοι κανόνες εδραιωθούν και αξιολογηθούν σε μεγαλύτερους πληθυσμούς.
Το κινητό δεν είναι ο μοναδικός ένοχος
Μια δεύτερη μελέτη της ίδιας ερευνητικής ομάδας, που δημοσιεύθηκε στο JMIR Mental Health, προσθέτει μια ακόμη σημαντική διάσταση.
Οι ερευνητές παρακολούθησαν 190 νέους ηλικίας 18 έως 24 ετών, καταγράφοντας τόσο τη χρήση του κινητού τους όσο και το πώς αισθάνονταν μετά από διαδικτυακές και δια ζώσης κοινωνικές επαφές.
Το αποτέλεσμα είχε ενδιαφέρον: ο συνολικός χρόνος χρήσης του κινητού δεν συνδέθηκε σημαντικά με άγχος ή κατάθλιψη.
Αντίθετα, η παραμονή σε εφαρμογές διαδικτυακής κοινωνικής αλληλεπίδρασης, όπως τα social media και οι εφαρμογές μηνυμάτων, συνδέθηκε με υψηλότερα επίπεδα άγχους. Παράλληλα, οι νέοι δήλωναν ότι αισθάνονταν καλύτερα μετά τις προσωπικές, δια ζώσης επαφές σε σύγκριση με τις online αλληλεπιδράσεις.
Οι πιο θετικές εμπειρίες από τις συναντήσεις πρόσωπο με πρόσωπο συνδέθηκαν, μάλιστα, με λιγότερες ενδείξεις κατάθλιψης κατά την περίοδο παρακολούθησης.
Όχι απαγόρευση για όλους, αλλά προστασία για τους μικρότερους
Τα ευρήματα δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι κάθε διαδικτυακή επικοινωνία είναι επιβλαβής. Για ορισμένους νέους, ιδιαίτερα εκείνους που δυσκολεύονται στις άμεσες κοινωνικές επαφές, το διαδίκτυο μπορεί να προσφέρει έναν χώρο επικοινωνίας και σύνδεσης.
Το ζητούμενο είναι επομένως πιο σύνθετο από μια απλή απαγόρευση.
Η ηλικία έναρξης, ο χρόνος χρήσης, το περιεχόμενο, ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν οι πλατφόρμες αλλά και το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον φαίνεται να παίζουν καθοριστικό ρόλο.
Και ίσως το σημαντικότερο μήνυμα της έρευνας βρίσκεται ακριβώς εδώ: όσο περισσότερο χρόνο έχουν τα παιδιά πριν μπουν στον κόσμο των social media, τόσο περισσότερες ευκαιρίες έχουν να αναπτύξουν κοινωνικές δεξιότητες, συναισθηματική ανθεκτικότητα και υγιείς συνήθειες στην πραγματική ζωή.
Η προστασία των ανηλίκων δεν αφορά μόνο την ηλικία στην οποία τους επιτρέπεται να ανοίξουν έναν λογαριασμό. Αφορά και το πώς θα προετοιμαστούν για έναν ψηφιακό κόσμο στον οποίο, αργά ή γρήγορα, θα κληθούν να συμμετάσχουν.