Υπάρχει ένα μάθημα της ιστορίας που οι μεγάλες δυνάμεις μοιάζουν να ξεχνούν συστηματικά: τα καθεστώτα δεν αλλάζουν με βόμβες τρίτων χωρών. Οι κοινωνίες αλλάζουν από μέσα, μέσα από τις δικές τους αντιφάσεις, συγκρούσεις και εξελίξεις.
Κι όμως, κάθε λίγα χρόνια επαναλαμβάνεται το ίδιο έργο. Μια υπερδύναμη ή μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη πιστεύει ότι μπορεί να ανασχεδιάσει τον κόσμο με στρατιωτική ισχύ.
Σήμερα βλέπουμε ξανά αυτή τη λογική. Από τη μία πλευρά ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλτ Τράμπ , που συχνά αντιμετωπίζει την εξωτερική πολιτική σαν επιχειρηματική συμφωνία, και από την άλλη ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπέντζαμιν Νετανιάχου, ο οποίος έχει επενδύσει πολιτικά σε μια διαρκή εγκληματική στρατιωτική ένταση στη Μέση Ανατολή.
Η βασική τους υπόθεση είναι απλή: πίεση, στρατιωτική ισχύς, κατάρρευση του αντιπάλου καθεστώτος.
Αλλά η ιστορία είναι αμείλικτη με τέτοιες απλουστεύσεις.
Το 2003 οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέτρεψαν το καθεστώς του Σαντάμ Χουσείν στο Ιράκ. Υποτίθεται ότι θα ακολουθούσε δημοκρατία και σταθερότητα. Στην πράξη ακολούθησαν εμφύλιος πόλεμος, τρομοκρατία και ένα κράτος που ακόμη και σήμερα προσπαθεί να σταθεί όρθιο.
Η ανατροπή του Μουαμάρ Καντάφι στη Λιβύη παρουσιάστηκε επίσης ως βήμα προς τη δημοκρατία. Το αποτέλεσμα ήταν ένα διαλυμένο κράτος με αντιμαχόμενες πολιτοφυλακές και μόνιμη αστάθεια.
Τώρα η ίδια λογική στρέφεται προς το Ιράν.
Αλλά το Ιράν δεν είναι ένα μικρό κράτος που μπορεί να «αναμορφωθεί» από έξω. Είναι μια χώρα περίπου 90 εκατομμυρίων ανθρώπων, με βαθιά ιστορική ταυτότητα και ισχυρούς κρατικούς θεσμούς.
Ακόμη και αν δεχθεί κανείς ότι μόνο το 30% των πολιτών στηρίζει το σημερινό καθεστώς, αυτό σημαίνει σχεδόν 30 εκατομμύρια ανθρώπους.
Τριάντα εκατομμύρια.
Πώς ακριβώς «αλλάζει» πολιτικά μια τέτοια κοινωνική πραγματικότητα με εξωτερική βία;
Η εμπειρία δείχνει ότι οι εξωτερικές απειλές δεν αποδυναμώνουν τα καθεστώτα. Συχνά τα ενισχύουν. Δημιουργούν εθνική συσπείρωση ακόμη και μεταξύ ανθρώπων που μέχρι χθες διαφωνούσαν με την εξουσία.
Η γεωπολιτική όμως συχνά αγνοεί αυτές τις κοινωνικές δυναμικές. Λειτουργεί σαν να πρόκειται για αφηρημένα σχήματα σε έναν χάρτη.
Και κάπου εκεί χάνεται η πιο σημαντική διάσταση του πολέμου: οι άνθρωποι.
Πίσω από κάθε «στρατηγικό πλήγμα» υπάρχουν οικογένειες. Πίσω από κάθε «παράπλευρη απώλεια» υπάρχουν παιδιά.
Η εικόνα των 156 μικρών κοριτσιών ενός δημοτικού σχολείου που σκοτώθηκαν σε μια πολεμική σύγκρουση είναι μια από εκείνες τις στιγμές που θα έπρεπε να σταματούν κάθε γεωπολιτική συζήτηση.
Τα παιδιά αυτά δεν είχαν καμία σχέση με πυρηνικά προγράμματα, στρατηγικές ισορροπίες ή διεθνείς ανταγωνισμούς. Δεν συμμετείχαν σε καμία διαπραγμάτευση ισχύος.
Ήταν απλώς παιδιά.
Κι όμως, η δημόσια συζήτηση μετακινείται γρήγορα από την ανθρώπινη τραγωδία στην «ανάλυση της κατάστασης». Οι τηλεοπτικοί αναλυτές εξηγούν (αφελώς τις πιο πολλές φορές) τις ισορροπίες δυνάμεων, τα στρατηγικά συμφέροντα και τις πιθανές εξελίξεις.
Σαν να πρόκειται για παιχνίδι σκακιού.
Αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της σύγχρονης γεωπολιτικής κουλτούρας: η απανθρωποποίηση της ανάλυσης.
Οι πόλεμοι αντιμετωπίζονται ως τεχνικά προβλήματα στρατηγικής. Οι κοινωνίες ως μεταβλητές σε μια εξίσωση ισχύος.
Αλλά οι κοινωνίες δεν είναι μεταβλητές.
Είναι άνθρωποι.
Η πραγματική ιστορία των τελευταίων δεκαετιών δείχνει κάτι πολύ απλό: η στρατιωτική ισχύς μπορεί να καταστρέψει ένα κράτος, αλλά δεν μπορεί να δημιουργήσει μια κοινωνία.
Η πολιτική αλλαγή δεν επιβάλλεται με πυραύλους.
Γεννιέται μέσα στις ίδιες τις κοινωνίες.
Και μέχρι να καταλάβουν αυτό το απλό γεγονός οι ισχυροί της διεθνούς πολιτικής, θα συνεχίσουμε να βλέπουμε το ίδιο τραγικό μοτίβο: στρατηγικές «νίκες» που καταλήγουν σε ιστορικές αποτυχίες.
Και στο μεταξύ, οι άμαχοι θα συνεχίσουν να πληρώνουν το τίμημα.
Στο τέλος της ημέρας, πίσω από τις λέξεις «αποτροπή», «στρατηγικά συμφέροντα» και «γεωπολιτική σταθερότητα» κρύβεται μια ωμή πραγματικότητα: οι ισχυροί αποφασίζουν και οι αθώοι πεθαίνουν. Τα επιτελεία σχεδιάζουν πάνω σε χάρτες, οι τηλεοπτικοί αναλυτές μιλούν για ισορροπίες ισχύος, αλλά στο έδαφος πέφτουν βόμβες πάνω σε πόλεις, σχολεία και σπίτια. Καμία αυτοκρατορική αυταπάτη δεν άλλαξε ποτέ μια κοινωνία προς το καλύτερο με πυραύλους. Το μόνο που αλλάζει είναι ο αριθμός των νεκρών. Και όταν η διεθνής πολιτική συνηθίζει να αποκαλεί τα παιδιά που σκοτώνονται «παράπλευρες απώλειες», τότε δεν μιλάμε πια για διπλωματία ούτε για στρατηγική — μιλάμε για τον απόλυτο κυνισμό της ισχύος. Η ιστορία έχει δείξει πολλές φορές ότι οι πόλεμοι που ξεκινούν με την αλαζονεία της δύναμης τελειώνουν με την ντροπή της καταστροφής. Το ερώτημα είναι αν οι ηγέτες που τους αποφασίζουν θα το καταλάβουν ποτέ — ή αν θα το πληρώσουν, για άλλη μια φορά, οι λαοί.
* Ομοτ.Καθηγητής ΕΜΠ, π.Πρύτανης, Γ.Γ.Ευρωπαικής Ένωσης Ομότιμων Καθηγητών
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
ΣΟΚ στην Καλλιθέα: Καθηγήτρια Γυμνασίου συνελήφθη για διακίνηση ναρκωτικών σε μαθητές
Πίνακες εκπαιδευτικών ΑΣΕΠ: Το «στοίχημα» για τη Μεγάλη Εβδομάδα
Αλλαγή νόμου: ΝΕΑ εξ αποστάσεως Πιστοποίηση Η/Υ για Προσλήψεις Εκπαιδευτικών