Ο σύζυγος μιας γυναίκας από τη Μασαχουσέτη των ΗΠΑ, η οποία κατηγορείται ότι στραγγάλισε τα τρία της παιδιά σε ένα φερόμενο «ψυχωτικό επεισόδιο μετά τον τοκετό», κατέθεσε αγωγή εναντίον των γιατρών της, κατηγορώντας τους για υπερσυνταγογράφηση φαρμάκων που, όπως υποστηρίζει, επιδείνωσαν σημαντικά την ψυχική της κατάσταση.
Η Λίντσεϊ Κλάνσι, 35 ετών, βρίσκεται αντιμέτωπη με κατηγορίες για τη δολοφονία των τριών παιδιών της: της πεντάχρονης Κόρα, του τριών ετών Ντόσον και του οκτάμηνου Κάλαν, τον Ιανουάριο του 2023. Η μητέρα τριών παιδιών έχει δηλώσει αθώα, με τους δικηγόρους της να υποστηρίζουν ότι έπασχε από σοβαρή κατάθλιψη, επιλόχεια κατάθλιψη και ψύχωση μετά τον τοκετό.
Μετά την τραγωδία, η Λίντσεϊ Κλάνσι έπεσε από το παράθυρο του σπιτιού της, υποκύπτοντας σε σοβαρούς τραυματισμούς που την οδήγησαν σε παραλυσία. Ο σύζυγός της, Πάτρικ Κλάνσι, κατέθεσε αγωγή την Τετάρτη, κατηγορώντας τους γιατρούς της για τη χορήγηση ενός «συνδυασμού ισχυρών φαρμάκων», που, όπως αναφέρει, επιδείνωσε την ψυχική της κατάσταση. Η αγωγή στρέφεται κατά της δρ Τζένιφερ Ταφτς, της νοσηλεύτριας Ρεμπέκα Τζολότα, καθώς και των οργανισμών Aster Mental Health Inc και South Shore Health System.
Στο δικόγραφο περιγράφονται αναλυτικά οι επαφές της Λίντσεϊ Κλάνσι με τους παρόχους υγείας και υποστηρίζεται ότι η υπερσυνταγογράφηση και η ανεπαρκής παρακολούθηση οδήγησαν στους θανάτους των παιδιών της. «Αν οι γιατροί δεν είχαν ενεργήσει με αμέλεια και αντ’ αυτού είχαν παράσχει επαρκή φροντίδα, είναι πιθανό τα παιδιά του Πάτρικ και της Λίντσεϊ να ήταν σήμερα ζωντανά», αναφέρεται χαρακτηριστικά στην αγωγή.
Σύμφωνα με το δικόγραφο, από τον Σεπτέμβριο του 2022 έως τον Ιανουάριο του 2023, η Κλάνσι υπέφερε από κατάθλιψη και της είχαν συνταγογραφηθεί πολλαπλά ψυχιατρικά φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων αντικαταθλιπτικών, σταθεροποιητών διάθεσης και βενζοδιαζεπινών. Οι δικηγόροι της υποστηρίζουν ότι αυτά τα φάρμακα προκάλεσαν παράνοια, αυτοκτονικές σκέψεις και έντονο φόβο να μείνει μόνη της, χωρίς να έχουν πραγματοποιηθεί εργαστηριακές εξετάσεις μετά τη χορήγησή τους.
Η αγωγή αναφέρει επίσης ότι η Κλάνσι είχε νοσηλευτεί στο Women & Infants Hospital λόγω επιλόχειας κατάθλιψης, όπου το προσωπικό φέρεται να υποψιάστηκε ότι η επιδείνωση της ψυχικής της υγείας οφειλόταν σε υπερσυνταγογράφηση και λανθασμένη διάγνωση. Παράλληλα, εισήχθη και στο McLean Hospital, από το οποίο αποχώρησε λίγες ημέρες αργότερα, δηλώνοντας ότι «δεν ανήκε εκεί», όπως είχε αναφέρει στο παρελθόν η Daily Mail.
Σύμφωνα με την αγωγή, την ημέρα πριν από τους θανάτους των παιδιών, η Κλάνσι επισκέφθηκε τη δρ Ταφτς για μόλις 17 λεπτά, και η γιατρός κατέγραψε ότι η ψυχιατρική της κατάσταση ήταν «αμετάβλητη». «Η δρ Ταφτς και η νοσηλεύτρια Τζολότα, και μέσω αυτών οι εργοδότες τους Aster και South Shore Health, γνώριζαν ότι η Λίντσεϊ βίωνε αυτοκτονικό ιδεασμό και κρίσιμη επιδείνωση της ψυχιατρικής της κατάστασης κατά τη διάρκεια της φροντίδας τους και απέτυχαν να λάβουν εύλογα μέτρα για την κατάλληλη θεραπεία της», αναφέρεται χαρακτηριστικά στο δικόγραφο.
Από την άλλη, οι εισαγγελείς επιμένουν ότι η Λίντσεϊ Κλάνσι γνώριζε τις πράξεις της τη νύχτα των φόνων και ότι τα επτά φάρμακα στον οργανισμό της δεν θα μπορούσαν ξαφνικά να την οδηγήσουν σε τέτοια πράξη. Τονίζουν επίσης ότι είχε αξιολογηθεί από επαγγελματίες ψυχικής υγείας και δεν είχε διαγνωστεί με επιλόχεια κατάθλιψη.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Διευθυντές καλούνται να δηλώσουν ποιοι εκπαιδευτικοί δεν έκαναν τηλεκπαίδευση και για ποιο λόγο
Alfavita Newsroom