Χωρίς την ανάγκη ζυγίσματος των μερίδων ή τήρησης ενός αυστηρού ημερήσιου ορίου θερμίδων, ενήλικες ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που ακολούθησαν μια αποκλειστικά φυτική διατροφή κατάφεραν να επιτύχουν εντυπωσιακά αποτελέσματα υγείας. Σύμφωνα με σχετική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο BMJ Open Diabetes Research & Care από ερευνητές της PCRM και της Ιατρικής Σχολής του Γέιλ, οι συμμετέχοντες που υιοθέτησαν αυτό το διατροφικό πρόγραμμα για 16 εβδομάδες είδαν σημαντική βελτίωση στη συνολική τους φυσική κατάσταση.
Το διατροφικό πρόγραμμα βασίστηκε αποκλειστικά σε λαχανικά, όσπρια, φρούτα και δημητριακά ολικής άλεσης, αποκλείοντας πλήρως τα ζωτικά προϊόντα και περιορίζοντας δραστικά τα λιπαρά. Η ενεργειακή κατανομή διαμορφώθηκε κατά προσέγγιση σε 75% υδατάνθρακες, 15% πρωτεΐνες και 10% λίπος, δίνοντας στους συμμετέχοντες τη δυνατότητα να καταναλώνουν τροφή μέχρι να χορτάσουν, χωρίς προκαθορισμένους περιορισμούς ποσότητας.
Τα οφέλη της παρέμβασης ξεπέρασαν κατά πολύ τα όρια της ζυγαριάς, καθώς η μέση απώλεια βάρους ανήλθε στα 6 κιλά —που μεταφράζεται στο 6,6% του αρχικού τους βάρους— με τα 4,2 κιλά να αποτελούν καθαρή λιπώδη μάζα. Παράλληλα, καταγράφηκε εντυπωσιακή μείωση του ηπατικού και του σπλαχνικού λίπους κατά περίπου 33%, περιορίζοντας σημαντικά τα αποθέματα λίπους γύρω από τα ζωτικά όργανα της κοιλιακής κοιλότητας.
Εξίσου εντυπωσιακές ήταν οι αλλαγές στους βιοχημικούς δείκτες και τον μεταβολισμό των ασθενών, περιλαμβάνοντας σημαντική μείωση της αντίστασης στην ινσουλίνη, αύξηση της ευαισθησίας στη δράση της, καθώς και βελτίωση στη λειτουργία των β-κυττάρων του παγκρέατος. Επιπλέον, η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) μειώθηκε κατά μία ποσοστιαία μονάδα, ενώ πτωτική πορεία σημείωσαν τόσο η ολική όσο και η «κακή» (LDL) χοληστερόλη.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι το κύριο πλεονέκτημα αυτής της προσέγγισης έγκειται στην πρακτικότητά της για τους ασθενείς, οι οποίοι συχνά δυσκολεύονται να καταγράφουν σχολαστικά τις καθημερινές τους θερμίδες, μετατοπίζοντας το βάρος στην ποιοτική επιλογή των τροφίμων και διευκολύνοντας έτσι τη συμμόρφωση σε βάθος χρόνου.
Ωστόσο, οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι απαιτούνται μακροχρόνιες και συγκριτικές μελέτες μεγαλύτερης διάρκειας, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν οι ασθενείς μπορούν να διατηρήσουν τις νέες αυτές συνήθειες σε βάθος χρόνου, καθώς και να προσδιοριστεί με ακρίβεια ο βαθμός στον οποίο τα οφέλη οφείλονται αποκλειστικά στη σύνθεση της διατροφής ή στην ίδια την απώλεια βάρους.