Η λέξη προέρχεται πράγματι από το ιταλικό cortina.
Ωστόσο, η ίδια η ιταλική λέξη έχει τις ρίζες της στο μεταγενεσφαιρικό λατινικό cortina (παπέτασμα, παραπέτασμα σκηνής), το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το αυλή (cohors / cortis). Μάλιστα, υπάρχει η ετυμολογική άποψη ότι η λατινική αυτή ρίζα συνδέεται αρχικά με την ελληνική λέξη χόρτος (περιφραγμένος χώρος, αυλή).
Άρα, πρόκειται για έναν γλωσσικό «δάνειο-αν αντιδάνειο» κύκλο!
Στα ελληνικά (αρχαία, βυζαντινά και καθαρεύουσα) υπάρχουν εντελώς αυθεντικές και πολύμορφες λέξεις για το ύφασμα που κρέμεται για κάλυψη ή σκίαση:
- Παραπέτασμα: Ο πιο ακριβής, επίσημος και δόκιμος ελληνικός όρος (από το παρά + πετάννυμι = απλώνω διπλά/παράπλευρα). Χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα (π.χ. «το σιδηρούν παραπέτασμα», «το παραπέτασμα του ναού»).
- Καταπέτασμα: Παρόμοιας ετυμολογίας, αναφέρεται κυρίως στο μεγάλο, βαρύ παραπέτασμα (γνωστή και η φράση «εσκίσθη το καταπέτασμα του ναού»).
- Βήλο ή Βήλον: Βυζαντινός όρος για το παραπέτασμα ή την κουρτίνα (από το λατινικό velum, που σημαίνει πανί/κάλυμμα).
- Παραπέτασις / Παραπέταγμα: Αρχαιότεροι τύποι της λέξης.
- Σκιάδιον ή Σκίασμα: Όροι που αναφέρονται συγκεκριμένα στο μέσο σκίασης από τον ήλιο.