Υπάρχει μια αλλαγή που όσοι βρίσκονται καθημερινά μέσα στα σχολεία την αντιλαμβάνονται όλο και εντονότερα, ακόμη κι αν δύσκολα αποτυπώνεται σε εγκυκλίους και αριθμούς: ο εκπαιδευτικός γίνεται όλο και συχνότερα ο εύκολος αποδέκτης της οργής, του άγχους και της απογοήτευσης μιας οικογένειας, καθώς ένας χαμηλότερος από τον αναμενόμενο βαθμός, μια απουσία, μια παρατήρηση για τη συμπεριφορά, μια σύσταση ή μια διαφωνία για τον τρόπο λειτουργίας της τάξης μπορούν πλέον να μετατραπούν γρήγορα σε έντονη αντιπαράθεση.
Δεν πρόκειται ασφαλώς για όλους τους γονείς ούτε θα ήταν δίκαιο να παρουσιαστεί η οικογένεια ως αντίπαλος του σχολείου, αφού η μεγάλη πλειονότητα των γονέων ενδιαφέρεται εύλογα για τα παιδιά της και προσπαθεί να συνεργαστεί με τους εκπαιδευτικούς, υπάρχει όμως ένα ορατό πλέον φαινόμενο στο οποίο η δικαιολογημένη γονεϊκή αγωνία περνά τα όρια και μετατρέπεται σε πίεση, παρέμβαση, απαξίωση ή ακόμη και απειλή, με τους εκπαιδευτικούς να βρίσκονται απέναντι σε φωνές, καταγγελίες και σε ακραίες περιπτώσεις ακόμη και δικαστικές απειλές για ζητήματα που παλαιότερα θα επιχειρούνταν πρώτα να αντιμετωπιστούν μέσα στο σχολείο.
Πίσω από τον θυμό υπάρχει συχνά φόβος
Η σημερινή οικογένεια ζει μέσα σε μια πραγματικότητα διαρκούς πίεσης, με οικονομική ανασφάλεια, πολύωρη εργασία, περιορισμένο χρόνο, αγωνία για το επαγγελματικό μέλλον των παιδιών και μια διάχυτη πεποίθηση ότι η σχολική επιτυχία μπορεί να καθορίσει ολόκληρη τη μελλοντική τους ζωή.
Σε αυτό το περιβάλλον, μια κακή βαθμολογία ή μια αρνητική ενημέρωση από το σχολείο δεν αντιμετωπίζεται πάντοτε ως μία πληροφορία που χρειάζεται συζήτηση, αλλά μπορεί να βιώνεται από τον γονέα ως προσωπική αποτυχία, σαν ο εκπαιδευτικός να μην αξιολογεί απλώς μια συμπεριφορά ή μια επίδοση αλλά να αμφισβητεί τον ίδιο ως μητέρα ή πατέρα.
Υπάρχει μάλιστα και ένα ενδιαφέρον παράδοξο: όσο λιγότερο χρόνο μπορεί να διαθέσει ένας γονέας λόγω εργασίας και καθημερινών υποχρεώσεων, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να γίνει η ανάγκη του να προστατεύσει το παιδί του από οποιαδήποτε δυσάρεστη εμπειρία, σαν να επιχειρεί με αυτόν τον τρόπο να αναπληρώσει τον χρόνο που δεν κατάφερε να του προσφέρει.
Και κάπου εκεί η προστασία μπορεί να μετατραπεί σε υπερπροστασία.
Από το «τι συνέβη;» στο «γιατί στοχοποιείτε το παιδί μου;»
Μια από τις μεγαλύτερες αλλαγές των τελευταίων χρόνων είναι ότι ο εκπαιδευτικός καλείται όλο και συχνότερα όχι να εξηγήσει απλώς τι συνέβη, αλλά να αποδείξει ότι δεν είχε προσωπικό κίνητρο.
«Γιατί του βάλατε 14;»
«Γιατί του κάνατε παρατήρηση;»
«Γιατί γράψατε την απουσία;»
«Γιατί αλλάξατε τη θέση του;»
«Γιατί δεν του δώσατε άλλη ευκαιρία;»
Τα ερωτήματα είναι απολύτως θεμιτά όταν διατυπώνονται ως προσπάθεια ενημέρωσης. Γίνονται όμως προβληματικά όταν η συζήτηση ξεκινά από την παραδοχή ότι το παιδί αποκλείεται να έχει ευθύνη και ο εκπαιδευτικός πρέπει επομένως να απολογηθεί.
Το παιδί μπορεί πράγματι να έχει αδικηθεί και το σχολείο δεν είναι ούτε αλάνθαστο ούτε υπεράνω κριτικής. Η ώριμη αντίδραση, όμως, δεν είναι ούτε «ο καθηγητής έχει πάντοτε δίκιο» ούτε «το παιδί μου έχει πάντοτε δίκιο».
Είναι πρώτα να ακουστούν και οι δύο πλευρές.
Πού γεννιέται συνήθως η σύγκρουση
| Σημείο τριβής | Τι μπορεί να συμβεί | Τι προκαλεί στο σχολείο | Τι θα μπορούσε να βοηθήσει |
|---|---|---|---|
| Βαθμολογία | Αμφισβήτηση ή πίεση για υψηλότερο βαθμό | Η αξιολόγηση μετατρέπεται σε διαπραγμάτευση | Σαφή και γνωστά κριτήρια αξιολόγησης |
| Παρατήρηση συμπεριφοράς | Εκλαμβάνεται ως «στοχοποίηση» του μαθητή | Ο εκπαιδευτικός διστάζει να θέσει όρια | Περιγραφή συγκεκριμένων γεγονότων, όχι χαρακτηρισμοί |
| Απουσίες – κανόνες | Αίτημα εξαίρεσης για το συγκεκριμένο παιδί | Οι κοινοί κανόνες αποδυναμώνονται | Ίδια εφαρμογή των κανόνων για όλους |
| Επικοινωνία μόνο όταν υπάρχει πρόβλημα | Ο γονέας συνδέει κάθε τηλεφώνημα με επίπληξη | Ξεκινά η συζήτηση μέσα σε κλίμα άμυνας | Τακτική επικοινωνία και για θετικές εξελίξεις |
| Μηνύματα και κοινωνικά δίκτυα | Δημόσια απαξίωση πριν ακουστεί η άλλη πλευρά | Προσωπική έκθεση και όξυνση της έντασης | Θεσμικά κανάλια επικοινωνίας |
| Παιδαγωγικές αποφάσεις | Απόπειρα καθορισμού του τρόπου διδασκαλίας ή διαχείρισης τάξης | Θόλωση ρόλων σχολείου και οικογένειας | Σαφή όρια αρμοδιοτήτων |
| Έλλειψη υποστηρικτικών δομών | Ο εκπαιδευτικός μένει μόνος απέναντι στη σύγκρουση | Κλιμάκωση αντί για διαμεσολάβηση | Ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, ΕΔΥ και σχολική διαμεσολάβηση |
Το σχολείο κάνει και αυτό το δικό του λάθος
Υπάρχει όμως μια αδυναμία του σχολείου που συχνά λειτουργεί ως επιταχυντής των εντάσεων: επικοινωνεί με την οικογένεια κυρίως όταν κάτι έχει πάει στραβά.
Το τηλέφωνο χτυπά όταν υπάρχει καβγάς.
Ο γονέας καλείται όταν εμφανιστούν απουσίες.
Η συνάντηση ζητείται όταν πέσει η επίδοση.
Ο εκπαιδευτικός επικοινωνεί όταν πλέον πρέπει να ανακοινώσει ένα πρόβλημα.
Όπως επισημαίνεται και στο σχετικό κείμενο, η διεθνής προσέγγιση για τη συνεργασία οικογένειας και σχολείου δίνει ιδιαίτερη σημασία στην επικοινωνία πριν εμφανιστεί η κρίση, καθώς ένας γονέας που έχει ήδη ακούσει ότι το παιδί του προσπάθησε, βελτιώθηκε ή συνεργάστηκε μπορεί πολύ ευκολότερα να ακούσει αργότερα ότι υπάρχει και μια δυσκολία που πρέπει να αντιμετωπιστεί.
Η εμπιστοσύνη δημιουργείται πριν χρειαστεί.
Ο γονέας έχει δικαίωμα στον έλεγχο – όχι στη διοίκηση της τάξης
Το δικαίωμα μιας οικογένειας να γνωρίζει τι συμβαίνει στο σχολείο είναι αδιαπραγμάτευτο.
Ο γονέας έχει δικαίωμα να ρωτήσει, να ζητήσει εξηγήσεις, να αμφισβητήσει έναν χειρισμό και, εφόσον θεωρεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα, να χρησιμοποιήσει τις προβλεπόμενες θεσμικές διαδικασίες.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορεί να αποφασίζει πώς θα βαθμολογηθεί το παιδί, πού θα καθίσει στην τάξη, πώς θα γίνει το μάθημα, ποια εργασία θα δοθεί ή ποια παιδαγωγική απόφαση θα εφαρμοστεί.
Ο εκπαιδευτικός, σε αντίθεση με τον γονέα, δεν έχει απέναντί του μόνο ένα παιδί, αλλά μια ολόκληρη τάξη είκοσι, είκοσι πέντε ή και περισσότερων μαθητών, όλοι με τα ίδια δικαιώματα στην προσοχή, στην ασφάλεια, στη μάθηση και στη δίκαιη αντιμετώπιση.
Αν κάθε οικογένεια μπορεί να απαιτεί εξαίρεση για το δικό της παιδί, τότε το σχολείο παύει να λειτουργεί με κοινούς κανόνες και αρχίζει να λειτουργεί ανάλογα με το ποιος πιέζει περισσότερο.
Ο επικίνδυνος δρόμος της σιωπής
Το ίσως πιο ανησυχητικό αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι ο φόβος που μπορεί να εγκατασταθεί μέσα στο σχολείο.
Όταν ένας εκπαιδευτικός γνωρίζει ότι ένας χαμηλός βαθμός μπορεί να προκαλέσει έντονο επεισόδιο, μια παρατήρηση καταγγελία, μια παιδαγωγική απόφαση απειλή μήνυσης και μια σύγκρουση μαθητών προσωπική επίθεση εναντίον του, τότε δημιουργείται ένας ισχυρός πειρασμός: να μην εμπλέκεται.
Να μη μιλήσει.
Να μη διορθώσει.
Να μη βάλει το όριο.
Να αφήσει το πρόβλημα να περάσει.
Αυτό όμως δεν προστατεύει το παιδί.
Το εγκαταλείπει.
Γιατί ο εκπαιδευτικός που σταματά να παρεμβαίνει από φόβο δεν μπορεί πλέον να επιτελέσει πλήρως τον παιδαγωγικό του ρόλο.
Τα παιδιά βλέπουν ποιος ακυρώνει ποιον
Υπάρχει και ένας σιωπηλός παρατηρητής σε όλες αυτές τις συγκρούσεις: ο μαθητής.
Όταν βλέπει τον γονέα του να χαρακτηρίζει διαρκώς τον καθηγητή «ανίκανο», «άδικο» ή «κολλημένο», να απαιτεί την ακύρωση κάθε παρατήρησης και να αντιμετωπίζει το σχολείο σαν έναν αντίπαλο που πρέπει να νικηθεί, τότε γίνεται εξαιρετικά δύσκολο να αναγνωρίσει την επόμενη ημέρα το παιδαγωγικό κύρος του ίδιου ανθρώπου μέσα στην τάξη.
Το ίδιο βέβαια ισχύει και αντίστροφα: εκπαιδευτικός που απαξιώνει την οικογένεια μπροστά στο παιδί προκαλεί εξίσου σοβαρή ζημιά.
Η σύγκρουση των ενηλίκων περνάει τελικά μέσα στην αίθουσα και το μεγαλύτερο τίμημα μπορεί να το πληρώσει ο μαθητής.
Χρειάζονται κανόνες και προστασία
Το σχολείο δεν μπορεί να βασίζεται στην προσωπική αντοχή κάθε εκπαιδευτικού απέναντι σε δύσκολες καταστάσεις.
Όπως υπάρχουν κανόνες για τις απουσίες, την προσέλευση και τη λειτουργία της τάξης, χρειάζεται να υπάρχουν και σαφείς κανόνες επικοινωνίας μεταξύ των ενηλίκων, ώστε να είναι ξεκάθαρο πού τελειώνει η διαφωνία και πού αρχίζει η προσβολή ή η απειλή.
Παράλληλα, τα σχολεία χρειάζονται πολύ ισχυρότερη υποστήριξη από ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς και δομές διαμεσολάβησης, όχι με έναν ειδικό που περνά για λίγες ώρες από πολλά διαφορετικά σχολεία, αλλά με ανθρώπους που μπορούν να γνωρίζουν πραγματικά τις οικογένειες, τους μαθητές και τη δυναμική της σχολικής κοινότητας.
Χρειάζεται επίσης εκπαίδευση των ίδιων των εκπαιδευτικών στις δύσκολες συνομιλίες, γιατί άλλο είναι να πεις «το παιδί σας είναι επιθετικό» και άλλο να περιγράψεις με ακρίβεια τι συνέβη, πότε συνέβη και ποια ήταν η συνέπειά του.
Οι χαρακτηρισμοί προκαλούν άμυνα. Τα γεγονότα ανοίγουν τη συζήτηση.
Από το «δικό μου παιδί» στο «δικό μας παιδί»
Ίσως τελικά η μεγαλύτερη δυσκολία βρίσκεται σε δύο διαφορετικές αλλά εξίσου νόμιμες οπτικές.
Ο γονέας βλέπει το παιδί του.
Και είναι φυσικό.
Ο εκπαιδευτικός βλέπει το ίδιο παιδί μέσα σε μια τάξη άλλων είκοσι ή είκοσι πέντε παιδιών, καθένα από τα οποία έχει επίσης ανάγκες, ευαισθησίες, δικαιώματα και προβλήματα.
Αυτές οι δύο οπτικές δεν πρέπει να ακυρώσουν η μία την άλλη.
Πρέπει να συναντηθούν.
Γιατί ο εκπαιδευτικός δεν είναι υπάλληλος εξυπηρέτησης μιας οικογένειας, όπως και ο γονέας δεν είναι ένας ανεπιθύμητος επισκέπτης που πρέπει να μένει έξω από το σχολείο.
Είναι οι δύο ενήλικες που βρίσκονται πιο κοντά στο ίδιο παιδί από δύο διαφορετικές πλευρές της ζωής του.
Και ίσως αυτό είναι που πρέπει να ξαναθυμηθεί το σχολείο της εποχής μας: η εμπιστοσύνη δεν σημαίνει ότι ο γονέας δεν θα διαμαρτυρηθεί και ο εκπαιδευτικός δεν θα κάνει λάθος· σημαίνει ότι πριν από την καταγγελία θα προηγηθεί η ακρόαση, πριν από την προσβολή η συζήτηση και πριν από την οργή η προσπάθεια να καταλάβουμε τι πραγματικά συνέβη.
Γιατί όταν γονείς και εκπαιδευτικοί στέκονται απέναντι ο ένας στον άλλον σαν αντίπαλοι, ανάμεσά τους μένει τελικά μόνο του το παιδί.
Και όταν στέκονται στην ίδια πλευρά, τότε μπορούν πραγματικά να το βοηθήσουν.