Η διατροφή και η άσκηση στο επίκεντρο
Σύμφωνα με τα ευρήματα, δύο από τις παρεμβάσεις που φαίνεται να έχουν θετική επίδραση στην επιγενετική γήρανση είναι η υιοθέτηση μιας ισορροπημένης διατροφής και η συστηματική άσκηση.
Η Μεσογειακή διατροφή, αλλά και ορισμένα διατροφικά μοντέλα με χαμηλότερη πρόσληψη υδατανθράκων ή λιπαρών, συσχετίστηκαν με ευνοϊκές μεταβολές. Αντίστοιχα, η τακτική φυσική δραστηριότητα φάνηκε να επηρεάζει θετικά τους συγκεκριμένους δείκτες.
Ωστόσο, τα πιο έντονα αποτελέσματα καταγράφηκαν σε ορισμένες φαρμακευτικές παρεμβάσεις.
Η μετφορμίνη, ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο φάρμακο για τον διαβήτη τύπου 2, η σεμαγλουτίδη, αγωνιστής του υποδοχέα GLP-1 που χρησιμοποιείται για τον διαβήτη και τη διαχείριση του σωματικού βάρους, καθώς και οι θεραπείες anti-TNF για φλεγμονώδεις παθήσεις, εμφάνισαν σημαντική επίδραση στους 16 επιγενετικούς βιοδείκτες που εξετάστηκαν.
Η γενετική μηχανικός και Chief Longevity Officer στο London Regenerative Institute, Σεμπνέμ Ουνλουϊσλέρ, η οποία δεν συμμετείχε στη μελέτη, χαρακτήρισε ιδιαίτερα σημαντική την έκταση της έρευνας.
Όπως εξήγησε, οι ερευνητές συνδύασαν δεδομένα από 51 διαχρονικές μελέτες και χρησιμοποίησαν ένα κοινό σύνολο 16 επιγενετικών ρολογιών, μαζί με 94 ακόμη δείκτες μεθυλίωσης. Με αυτόν τον τρόπο κατέστη δυνατή η συστηματική σύγκριση του τρόπου με τον οποίο διαφορετικοί βιοδείκτες ανταποκρίνονται σε διάφορες παρεμβάσεις.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν, σύμφωνα με την ίδια, νεότεροι δείκτες όπως οι DunedinPACE και PCGrimAge, οι οποίοι έχουν σχεδιαστεί ώστε να εκτιμούν τον ρυθμό γήρανσης ή τον κίνδυνο θνησιμότητας. Οι συγκεκριμένοι δείκτες φαίνεται να είναι πιο ευαίσθητοι στις αλλαγές σε σχέση με παλαιότερα επιγενετικά ρολόγια που επικεντρώνονται κυρίως στη χρονολογική ηλικία.
Τι έδειξαν τα ευρήματα για τα φάρμακα
Ο επικεφαλής της μελέτης, Ράγκαβ Σεγκάλ, PhD, ερευνητής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Yale, τόνισε ότι τα αποτελέσματα είναι ενδιαφέροντα, αλλά δεν αποτελούν ακόμη οριστική απόδειξη ότι κάποια παρέμβαση μπορεί να επιβραδύνει τη γήρανση.
Οι βιοδείκτες έχουν το πλεονέκτημα ότι μπορούν να αποτυπώσουν βιολογικές μεταβολές μέσα σε μήνες ή χρόνια. Αυτό επιτρέπει στους ερευνητές να μελετούν πιθανές επιδράσεις χωρίς να χρειάζεται να περιμένουν δεκαετίες μέχρι να εμφανιστούν κλινικά αποτελέσματα, όπως η ανάπτυξη μιας ασθένειας ή ο θάνατος.
Ωστόσο, οι συγκεκριμένες μετρήσεις δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τις μακροχρόνιες μελέτες. Χρειάζεται να αποδειχθεί ότι οι αλλαγές στους βιοδείκτες συνδέονται πράγματι με καλύτερη υγεία, διατήρηση των σωματικών και νοητικών λειτουργιών και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής.
Τι ισχύει για τα συμπληρώματα
Η μελέτη εξέτασε περισσότερους από 110 βιοδείκτες μεθυλίωσης του DNA και αξιολόγησε την επίδραση διαφορετικών παραγόντων, μεταξύ των οποίων η διατροφή, η άσκηση, τα φάρμακα και τα συμπληρώματα διατροφής.
Σε αντίθεση με ορισμένες φαρμακευτικές παρεμβάσεις, τα συμπληρώματα παρουσίασαν περιορισμένα και όχι ξεκάθαρα αποτελέσματα.
Αυτό, σύμφωνα με τον Σεγκάλ, δεν σημαίνει ότι τα συμπληρώματα δεν έχουν χρησιμότητα. Μπορούν να είναι σημαντικά σε ανθρώπους που παρουσιάζουν συγκεκριμένες διατροφικές ελλείψεις ή έχουν ιδιαίτερες ιατρικές ανάγκες.
Για υγιή άτομα, όμως, οι γενικευμένοι ισχυρισμοί ότι συγκεκριμένα συμπληρώματα μπορούν να λειτουργήσουν ως «αντιγηραντικές» λύσεις δεν υποστηρίζονται μέχρι σήμερα επαρκώς από τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα.
Η προτεραιότητα θα πρέπει να παραμένει σε παράγοντες με ισχυρότερη επιστημονική τεκμηρίωση, όπως η ισορροπημένη διατροφή, η άσκηση, ο επαρκής ύπνος και η προληπτική ιατρική.
Προσοχή στη χρήση φαρμάκων για «αντιγήρανση»
Οι ειδικοί προειδοποιούν επίσης ότι τα φάρμακα δεν θα πρέπει να λαμβάνονται αποκλειστικά με στόχο την επιβράδυνση της γήρανσης χωρίς ιατρική ένδειξη.
Οι θετικές αλλαγές που καταγράφονται στους βιοδείκτες ανθρώπων οι οποίοι λαμβάνουν συγκεκριμένες θεραπείες μπορεί να οφείλονται στη βελτίωση της νόσου για την οποία χορηγούνται, στη μείωση της φλεγμονής ή στη βελτίωση του μεταβολισμού. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το ίδιο το φάρμακο αναστρέφει ή επιβραδύνει άμεσα τη διαδικασία της γήρανσης.
Τα όρια των επιγενετικών ρολογιών
Τα ευρήματα της μελέτης αναδεικνύουν τις δυνατότητες των επιγενετικών βιοδεικτών, αλλά παράλληλα δείχνουν και τα όριά τους.
Το βασικό ερώτημα που καλείται να απαντήσει πλέον η επιστημονική κοινότητα είναι αν οι αλλαγές που καταγράφονται στα επιγενετικά ρολόγια μεταφράζονται σε πραγματικά οφέλη για τον οργανισμό.
Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να διερευνηθεί εάν μια θετική μεταβολή στους συγκεκριμένους δείκτες οδηγεί σε καλύτερη σωματική και νοητική λειτουργία, λιγότερες ασθένειες ή μεγαλύτερο προσδόκιμο υγιούς ζωής.
Μέχρι να αποδειχθεί αυτή η σύνδεση, τα επιγενετικά ρολόγια παραμένουν κυρίως πολύτιμα εργαλεία έρευνας και δεν μπορούν να θεωρηθούν αυτόνομοι κλινικοί δείκτες υγείας.
Ο Σεγκάλ επισημαίνει ότι το γεγονός πως ένας βιοδείκτης ανταποκρίνεται σε μια συγκεκριμένη παρέμβαση δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι η γήρανση έχει επιβραδυνθεί. Το επόμενο βήμα είναι να διαπιστωθεί ποιες από αυτές τις βιολογικές αλλαγές έχουν πραγματικό αντίκτυπο στην υγεία και τη μακροζωία.
Τι μπορούμε να κάνουμε για υγιή γήρανση
Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει μία συγκεκριμένη θεραπεία ή παρέμβαση που να έχει αποδειχθεί ότι σταματά συνολικά τη γήρανση στον άνθρωπο.
Οι πρακτικές με την πιο σταθερή επιστημονική υποστήριξη παραμένουν σχετικά απλές: η αποφυγή ή η διακοπή του καπνίσματος, η τακτική αερόβια άσκηση και η ενδυνάμωση, η ισορροπημένη Μεσογειακή διατροφή, ο επαρκής και ποιοτικός ύπνος, η διατήρηση ενός υγιούς σωματικού βάρους και ο περιορισμός της κατανάλωσης αλκοόλ.
Εξίσου σημαντική είναι η σωστή ρύθμιση παραγόντων όπως η αρτηριακή πίεση, η χοληστερόλη και το σάκχαρο, σε συνεργασία με τον γιατρό.
Η χρονολογική ηλικία δεν μπορεί να αλλάξει. Αυτό που μπορεί να επηρεαστεί, όμως, είναι ο τρόπος με τον οποίο γερνά ο οργανισμός. Και μέχρι να υπάρξουν ισχυρότερες αποδείξεις για ειδικές «αντιγηραντικές» θεραπείες, οι σταθερές συνήθειες που προστατεύουν συνολικά την υγεία εξακολουθούν να αποτελούν την πιο αξιόπιστη βάση για μια καλύτερη και πιο υγιή γήρανση.