Η καθιερωμένη και ετυμολογικά ορθή μορφή είναι "παρεμπιπτόντως".
Η λέξη αποτελεί επιρρηματικό τύπο της μετοχής "παρεμπίπτων", η οποία προέρχεται από το αμετάβατο ρήμα παρεμπίπτω. Το συγκεκριμένο ρήμα δηλώνει ότι κάτι παρεμβάλλεται, παρεντίθεται ή μεσολαβεί ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα πράγματα.
Για να κατανοήσουμε την ορθογραφία της λέξης, χρειάζεται να εξετάσουμε την προέλευσή της. Το "παρεμπίπτω" σχηματίζεται από τη σύνθεση των στοιχείων παρά + εν + πίπτω.
Στα ελληνικά, το ένρινο ν μετατρέπεται σε μ όταν ακολουθείται από χειλικά σύμφωνα, όπως τα π, β, φ, καθώς και από το ψ. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται σε λέξεις όπως "εμπνέω" (εν + πνέω) και "έμψυχος" (εν + ψυχος).
Ακολουθώντας τον ίδιο κανόνα, από το "εν + πίπτω" προκύπτει το "εμπίπτω". Επομένως, η σωστή μορφή είναι "παρεμπιπτόντως" και όχι "παρεπιπτόντως".
Ο τύπος "παρεπιπτόντως" είναι εύκολο να γίνει κατανοητός και χρησιμοποιείται αρκετά συχνά στην καθημερινή γραφή. Ωστόσο, από ετυμολογική και ορθογραφική άποψη, δεν θεωρείται σωστός.