Η λέξη προέρχεται από την ιταλική "rischio", δηλαδή "κίνδυνος", και έχει ενσωματωθεί εδώ και χρόνια στην καθημερινή ελληνική ομιλία.
Υπάρχει, όμως, και μια καθαρά ελληνική λέξη που αποδίδει την ίδια έννοια.
Η ελληνική απόδοση
Το "ρισκάρω" αποδίδεται στα ελληνικά ως "διακινδυνεύω".
Όταν κάποιος επιλέγει να κάνει κάτι γνωρίζοντας ότι υπάρχει πιθανότητα να αποτύχει ή να υποστεί κάποια απώλεια, μπορούμε να πούμε ότι διακινδυνεύει.
Για παράδειγμα:
"Ρίσκαρε τα χρήματά του σε μια νέα επένδυση."
μπορεί να αποδοθεί ως:
"Διακινδύνευσε τα χρήματά του σε μια νέα επένδυση."