Η ελληνική γλώσσα διαθέτει έναν τεράστιο πλούτο από λέξεις και εκφράσεις που, παρά τον περιορισμό τους στον σύγχρονο καθημερινό λόγο, διατηρούν αμείωτο το γλωσσικό και λαογραφικό τους ενδιαφέρον. Μία από αυτές τις ιδιαίτερες εκφράσεις είναι και το ρήμα «μουρνταρεύω».
Η λέξη συναντάται κυρίως στον προφορικό και λαϊκότροπο λόγο, φέροντας δύο βασικές σημασίες ανάλογα με το πλαίσιο της πρότασης:
- Ερωτική απιστία & συμπεριφορά: Η συχνότερη χρήση της περιγράφει τη συμπεριφορά του ατόμου που ενεργεί ως «μουρντάρης» (γυναικάς, γλεντζές), δηλαδή του ατόμου που απιστεί απέναντι στον/στη σύντροφο ή σύζυγό του.
- Ρύπανση / Βρωμιά: Στη λαϊκή ντοπιολαλιά, το ρήμα χρησιμοποιείται μεταφορικά ή κυριολεκτικά και με τη σημασία του «λερώνω» ή «βρομίζω» κάποιο αντικείμενο ή χώρο.