Η λέξη «μεζές», που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής γαστρονομικής κουλτούρας και της καθημερινής μας συνήθειας, δεν είναι ελληνική. Έχει τουρκική προέλευση (από τη λέξη meze, η οποία με τη σειρά της ανάγει τις ρίζες της στην περσική maza που σημαίνει «γεύση» ή «απόλαυση»).
Η ακριβής ελληνική λέξη που αποδίδει την έννοια του μεζέ είναι το «ορεκτικό». Η λέξη έχει βαθιές ρίζες στην αρχαία ελληνική γλώσσα:
Το ρήμα ὀρέγω σημαίνει «εκτείνω, ορέγομαι, επιθυμώ», συνδέοντας έτσι το ορεκτικό με την «άνοιξη της όρεξης» (αυτό που σου προκαλεί την επιθυμία για φαγητό).
«Μεζές» εναντίον «Ορεκτικό»: Υπάρχει διαφορά;
Παρότι στην καθαρεύουσα το «ορεκτικό» είναι ο επίσημος όρος, στην πράξη η ελληνική γαστρονομία διακρίνει ελαφρώς τις δύο έννοιες:
| Όρος | Χρήση & Σημασία | Συνοδευτικό |
|---|---|---|
| Ορεκτικό | Το πρώτο πιάτο ενός πλήρους γεύματος που προηγείται του κυρίως πιάτου. | Συνήθως συνοδεύεται από κρασί ή νερό. |
| Μεζές | Μικρά πιάτα με έντονες, συχνά αλμυρές ή παστές γεύσεις, που μοιράζονται στην μέση του τραπεζιού. | Πάντα συνοδεύει αλκοολούχα ποτά (ούζο, τσίπουρο, ρακή, ρετσίνα). |