Πριν πεις στο παιδί «μάθε», δώσε του έναν λόγο να θέλει να μάθει
Το μεγάλο λάθος του σχολείου είναι ότι πολλές φορές ζητά προσπάθεια πριν δημιουργήσει επιθυμία – Χωρίς κίνητρο η μάθηση μετατρέπεται σε αγγαρεία, αποστήθιση και τελικά απόρριψη
Υπάρχει μια απλή ερώτηση που κάνουμε πολύ σπάνια στο σχολείο.
Γιατί να θέλει ένα παιδί να μάθει αυτό που του διδάσκουμε;
Όχι γιατί «είναι στην ύλη».
Όχι γιατί «θα πέσει στις εξετάσεις».
Όχι γιατί «πρέπει να πάρει καλό βαθμό».
Και σίγουρα όχι επειδή «αυτή είναι η δουλειά του μαθητή».
Γιατί να θέλει πραγματικά να το μάθει;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα βρίσκεται στην καρδιά της διδασκαλίας.
Γιατί μπορείς να υποχρεώσεις έναν μαθητή να καθίσει σε ένα θρανίο επί έξι ώρες. Μπορείς να του ζητήσεις να ανοίξει ένα βιβλίο, να αντιγράψει μια άσκηση, να αποστηθίσει έναν ορισμό, να εξεταστεί και να πάρει βαθμό.
Δεν μπορείς όμως να τον υποχρεώσεις να ενδιαφερθεί.
Και χωρίς ενδιαφέρον, περιέργεια, προσωπική σύνδεση ή έναν ορατό στόχο, η μάθηση πολύ εύκολα μετατρέπεται σε κάτι βασανιστικά βαρετό.
Το πρώτο ερώτημα του μαθητή είναι «πού θα μου χρειαστεί;»
Οι εκπαιδευτικοί το ακούν συνέχεια.
«Κύριε, πού θα μου χρειαστεί αυτό;»
Πολλές φορές αντιμετωπίζουμε αυτή την ερώτηση σχεδόν ως πρόκληση ή ως προσπάθεια του μαθητή να αποφύγει το μάθημα.
Κι όμως, ίσως είναι μία από τις πιο λογικές ερωτήσεις που μπορεί να κάνει.
Ο μαθητής στην πραγματικότητα ρωτά:
«Δώσε μου έναν λόγο να επενδύσω την προσπάθειά μου σε αυτό».
Και εμείς πολύ συχνά του απαντάμε:
«Γιατί είναι στην ύλη».
Αλλά η ύλη αποτελεί λόγο για το εκπαιδευτικό σύστημα.
Δεν αποτελεί αναγκαστικά λόγο για το παιδί.
Κανείς δεν προσπαθεί πραγματικά για κάτι που θεωρεί άχρηστο
Σκεφτείτε πώς μαθαίνουν οι άνθρωποι έξω από το σχολείο.
Ένα παιδί μπορεί να περάσει ώρες προσπαθώντας να μάθει ένα δύσκολο videogame.
Θα αποτύχει δεκάδες φορές.
Θα ξαναδοκιμάσει.
Θα ψάξει πληροφορίες.
Θα παρακολουθήσει βίντεο.
Θα ρωτήσει φίλους.
Θα απομνημονεύσει κανόνες, στρατηγικές και ολόκληρα συστήματα πληροφοριών χωρίς κανείς να του βάλει διαγώνισμα.
Γιατί;
Επειδή θέλει να πετύχει κάτι.
Έχει στόχο.
Έχει άμεση ανατροφοδότηση.
Βλέπει την πρόοδό του.
Αισθάνεται ότι γίνεται καλύτερος.
Και κυρίως έχει έναν λόγο να συνεχίσει.
Το ίδιο παιδί μπορεί την επόμενη ημέρα να κοιτάζει επί είκοσι λεπτά μια σελίδα σχολικού βιβλίου και να μην μπορεί να συγκεντρωθεί.
Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι τεμπέλης.
Μπορεί απλώς να μην έχει βρει καμία απάντηση στο ερώτημα:
«Γιατί το κάνω αυτό;»
Η περιέργεια προηγείται της γνώσης
Ένα από τα μεγαλύτερα λάθη της παραδοσιακής διδασκαλίας είναι ότι πολλές φορές ξεκινά από την απάντηση.
Ανοίγουμε το βιβλίο.
Δίνουμε τον ορισμό.
Παρουσιάζουμε τον κανόνα.
Ζητάμε την απομνημόνευσή του.
Και μετά βάζουμε την άσκηση.
Αλλά ο ανθρώπινος νους λειτουργεί συχνά πολύ καλύτερα αντίστροφα.
Πρώτα το ερώτημα. Μετά η ανάγκη να βρεθεί η απάντηση.
Γιατί επιπλέει ένα τεράστιο πλοίο από ατσάλι ενώ ένα μικρό μεταλλικό αντικείμενο μπορεί να βυθιστεί;
Πώς γνώριζαν οι αρχαίοι άνθρωποι την περίμετρο της Γης χωρίς δορυφόρους;
Γιατί πληρώνουμε τόκους όταν δανειζόμαστε χρήματα;
Γιατί μια ψεύτικη είδηση μπορεί να διαδοθεί γρηγορότερα από την αλήθεια;
Πώς γίνεται ένα κινητό να γνωρίζει πού βρισκόμαστε;
Τώρα υπάρχει πρόβλημα.
Υπάρχει απορία.
Υπάρχει κάτι που ο μαθητής θέλει να εξηγήσει.
Και ξαφνικά η γνώση αποκτά λόγο ύπαρξης.
Ο καλός εκπαιδευτικός δεν μεταδίδει μόνο γνώση
Εδώ βρίσκεται ίσως και μία από τις μεγαλύτερες παρεξηγήσεις γύρω από το επάγγελμα του εκπαιδευτικού.
Ο εκπαιδευτικός δεν είναι απλώς ένας άνθρωπος που γνωρίζει περισσότερα από τον μαθητή και του μεταφέρει πληροφορίες.
Αν ήταν μόνο αυτό, τότε πράγματι μια μηχανή αναζήτησης ή ένα σύστημα Τεχνητής Νοημοσύνης θα μπορούσε κάποτε να τον αντικαταστήσει.
Ο πραγματικός εκπαιδευτικός κάνει κάτι πολύ δυσκολότερο.
Δημιουργεί την επιθυμία για γνώση.
Μπορεί να πάρει ένα παιδί που μπαίνει στην τάξη αδιάφορο και, μέσα σε σαράντα πέντε λεπτά, να το κάνει να φύγει με μια απορία.
Να το κάνει να ψάξει κάτι μόνο του.
Να του δείξει μια σύνδεση που δεν είχε φανταστεί.
Να του δημιουργήσει εκείνη τη μικρή πνευματική ενόχληση που λέγεται περιέργεια.
Και όταν συμβεί αυτό, έχει ήδη πραγματοποιηθεί ένα μεγάλο μέρος της διδασκαλίας.
Το κίνητρο δεν σημαίνει ότι κάθε μάθημα πρέπει να γίνει παιχνίδι
Υπάρχει βέβαια και μια παρεξήγηση.
Το να δημιουργούμε κίνητρο δεν σημαίνει ότι κάθε μάθημα πρέπει να είναι διασκέδαση.
Η μάθηση απαιτεί προσπάθεια.
Μερικές φορές απαιτεί επανάληψη.
Άλλες φορές χρειάζεται επιμονή, πειθαρχία και δουλειά πάνω σε πράγματα που δεν είναι συναρπαστικά.
Όπως ακριβώς συμβαίνει στον αθλητισμό.
Ένας αθλητής δεν απολαμβάνει απαραίτητα κάθε προπόνηση.
Αντέχει όμως την δύσκολη προπόνηση επειδή γνωρίζει γιατί την κάνει.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο.
Το αντίθετο της βαρεμάρας δεν είναι η ψυχαγωγία.
Είναι το νόημα.
Ο βαθμός είναι κίνητρο – αλλά φτωχό κίνητρο
Το σχολείο προσπάθησε επί δεκαετίες να λύσει το πρόβλημα του κινήτρου με έναν απλό μηχανισμό:
τον βαθμό.
Διάβασε για να πάρεις 18.
Μάθε για να περάσεις.
Πρόσεχε γιατί θα γράψουμε τεστ.
Κάνε αυτή την εργασία γιατί βαθμολογείται.
Αυτό πράγματι μπορεί να κινητοποιήσει έναν μαθητή.
Αλλά δημιουργεί μια επικίνδυνη εξίσωση:
μαθαίνω = παίρνω βαθμό.
Και τότε συμβαίνει κάτι που όλοι οι εκπαιδευτικοί έχουμε παρατηρήσει.
Ο μαθητής γράφει το διαγώνισμα και λίγες ημέρες αργότερα έχει ξεχάσει μεγάλο μέρος όσων «έμαθε».
Γιατί πολλές φορές δεν τα έμαθε.
Τα αποθήκευσε προσωρινά μέχρι να εξεταστεί.
Και μετά ο εγκέφαλος έκανε το απολύτως λογικό:
τα πέταξε.
Πρέπει να ξαναδώσουμε στη γνώση την αξία της
Το μεγάλο στοίχημα για την εκπαίδευση δεν είναι λοιπόν μόνο να αλλάξουμε προγράμματα σπουδών, βιβλία, εξετάσεις, πλατφόρμες και τεχνολογίες.
Είναι να ξαναδώσουμε στον μαθητή έναν λόγο να θέλει να γνωρίζει.
Να καταλάβει ότι τα Μαθηματικά δεν υπάρχουν μόνο για τις ασκήσεις του βιβλίου.
Ότι η Ιστορία δεν είναι ένας κατάλογος ημερομηνιών αλλά ένας τρόπος να καταλάβει γιατί ο κόσμος στον οποίο ζει είναι έτσι.
Ότι η Γλώσσα δεν είναι μόνο γραμματική και συντακτικό αλλά η δύναμη να εκφράζει αυτό που σκέφτεται και να αντιλαμβάνεται πότε κάποιος επιχειρεί να τον χειραγωγήσει.
Ότι η Φυσική βρίσκεται μέσα στο αυτοκίνητο, στο κινητό, στο αεροπλάνο και στο ίδιο του το σώμα.
Ότι η Βιολογία μπορεί να τον βοηθήσει να καταλάβει τον ίδιο τον εαυτό του.
Και ότι η γνώση δεν είναι ένα εμπόδιο που πρέπει να ξεπεράσει για να πάρει ένα χαρτί.
Είναι ένα εργαλείο για να αποκτήσει μεγαλύτερη ελευθερία μέσα στον κόσμο.
«Γιατί πρέπει να το μάθω;»
Ίσως λοιπόν, την επόμενη φορά που ένας μαθητής θα ρωτήσει:
«Κύριε, γιατί πρέπει να το μάθω αυτό;»
να μην εκνευριστούμε.
Να σταθούμε λίγο στην ερώτηση.
Γιατί αν δεν μπορούμε να του δώσουμε μια πειστική απάντηση, ίσως το πρόβλημα να μην βρίσκεται στον μαθητή.
Ίσως βρίσκεται στον τρόπο που οργανώσαμε τη διδασκαλία.
Η εκπαίδευση μιλάει πολύ για ύλη, διδακτικές ώρες, εξετάσεις, αξιολόγηση, αποτελέσματα και επιδόσεις.
Πολύ λιγότερο μιλάει για επιθυμία.
Κι όμως, πριν από κάθε πραγματική μάθηση υπάρχει συνήθως κάτι πολύ απλό.
Μια απορία.
Μια ανάγκη.
Ένας στόχος.
Ένα όνειρο.
Ένα «θέλω να μπορώ».
Ένα «θέλω να καταλάβω».
Ένα «θέλω να μάθω».
Πριν λοιπόν ζητήσουμε από ένα παιδί να προσπαθήσει περισσότερο, ίσως πρέπει να κάνουμε κάτι δυσκολότερο: να του δώσουμε έναν λόγο για τον οποίο αξίζει να προσπαθήσει.
Γιατί χωρίς κίνητρο η εκπαίδευση γίνεται υποχρέωση.
Με κίνητρο, όμως, μπορεί να γίνει ανακάλυψη.