Η μεγάλη διαφορά βρίσκεται στην εργασία
Ο Δωρόθεος Εμεξεζίδης είχε ήδη εργαστεί σεζόν στην Κω και αλλού πριν βρεθεί στην Ισλανδία. Η τελευταία του εμπειρία στην Ελλάδα, στη Χαλκιδική, ήταν ιδιαίτερα σύντομη, καθώς, όπως περιγράφει, οι συνθήκες εργασίας που του προτάθηκαν δεν ανταποκρίνονταν στις προσδοκίες του.
Σήμερα εργάζεται σε μπιστρό κοντά στο κέντρο του Ρέικιαβικ και υποστηρίζει ότι η μεγαλύτερη αλλαγή δεν είναι μόνο το ύψος του μισθού, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται ο εργαζόμενος.
Στην Ισλανδία, όπως εξηγεί, υπάρχουν κανόνες που εφαρμόζονται και προστατεύουν τόσο τον εργαζόμενο όσο και τον εργοδότη. Το διάλειμμα, η πληρωμή των υπερωριών και τα δικαιώματα του προσωπικού δεν αντιμετωπίζονται ως θέμα καλής θέλησης.
Ο Θωμάς Παϊπούρογλου, ο οποίος είχε επίσης εργαστεί στην ελληνική εστίαση, βλέπει κάποιες διαφορές με πιο σύνθετο τρόπο. Θεωρεί ότι η πίεση είναι μικρότερη, αλλά δεν απουσιάζουν τα προβλήματα.
Στη δική του εργασία, για παράδειγμα, δεν υπάρχει πάντα σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων. Οι εργαζόμενοι καλούνται να κάνουν πολλά διαφορετικά πράγματα και, όταν ο φόρτος αυξάνεται, η έλλειψη οργάνωσης μπορεί να δημιουργήσει ένταση.
Ο Ορέστης Αποστόλου, ο οποίος έχει εργαστεί τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, προειδοποιεί ότι η Ισλανδία δεν αποτελεί απαραίτητα έναν εργασιακό παράδεισο.
Οι συνθήκες διαφέρουν σημαντικά από επιχείρηση σε επιχείρηση. Έχει συναντήσει εργοδότες που τηρούν πλήρως τις υποχρεώσεις τους, αλλά και περιπτώσεις όπου υπήρξαν προβλήματα με τις αποδοχές.
Η εμπειρία του συμπυκνώνεται σε μια απλή διαπίστωση: μπορεί να συνεχίζεις να εργάζεσαι σεζόν, όμως αν πρόκειται να αντιμετωπίσεις τις ίδιες δυσκολίες, τουλάχιστον στην Ισλανδία η οικονομική ανταμοιβή είναι πολύ μεγαλύτερη.
Οι μισθοί μπορούν να αλλάξουν τα δεδομένα
Το οικονομικό κίνητρο αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους λόγους για τους οποίους οι τρεις Έλληνες επέλεξαν την Ισλανδία.
Ο Θωμάς υπολογίζει ότι τα μηνιαία έσοδά του μπορούν να φτάσουν περίπου τα 3.000 ευρώ, ανάλογα με τις ώρες που εργάζεται. Στόχος του είναι να αποταμιεύει σημαντικό μέρος του μισθού του.
Ο Ορέστης αναφέρει ότι οι αποδοχές μπορούν να ξεκινούν από περίπου 3.500 ευρώ και, με τις υπερωρίες και τις αυξημένες ανάγκες προσωπικού, να φτάνουν ακόμη και τα 4.500 ή 5.000 ευρώ σε ορισμένους μήνες.
Για τον ίδιο, η σύγκριση με την Ελλάδα ήταν εντυπωσιακή. Για αντίστοιχες ώρες εργασίας εκτιμά ότι στην Ελλάδα θα αμειβόταν με ένα πολύ μικρότερο ποσό.
Ο Δωρόθεος εργάζεται πενθήμερο και οκτάωρο, ενώ οι βραδινές βάρδιες αυξάνουν τις συνολικές αποδοχές του. Με τις προσαυξήσεις, αναφέρει ότι μπορεί να φτάσει περίπου στα 3.700 ευρώ τον μήνα.
Για ανθρώπους που έχουν συνηθίσει σε χαμηλότερες αποδοχές από την ελληνική αγορά εργασίας, η διαφορά είναι σημαντική.
Η Ισλανδία, όμως, δεν είναι φθηνή
Οι υψηλοί μισθοί συνοδεύονται από ένα ιδιαίτερα αυξημένο κόστος ζωής.
Η στέγαση στο Ρέικιαβικ αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές επιβαρύνσεις. Οι τρεις εργαζόμενοι έχουν επιλέξει διαφορετικές λύσεις, από συγκατοίκηση μέχρι διαμονή με τον σύντροφό τους, προκειμένου να περιορίσουν τα έξοδα.
Οι τιμές σε τρόφιμα, ποτά και υπηρεσίες είναι επίσης υψηλές. Ακόμη και μια απλή έξοδος μπορεί να κοστίσει αρκετά, ενώ ορισμένα προϊόντα που στην Ελλάδα θεωρούνται οικονομικά μπορεί στην Ισλανδία να είναι ιδιαίτερα ακριβά.
Υπάρχουν, ωστόσο, και εξαιρέσεις.
Η γεωθερμική ενέργεια έχει σημαντικό ρόλο στην καθημερινότητα και το κόστος για θέρμανση και ζεστό νερό μπορεί να είναι πολύ χαμηλότερο από αυτό που θα περίμενε ένας Έλληνας εργαζόμενος.
Ένας εντελώς διαφορετικός καιρός
Για όσους προέρχονται από την Ελλάδα, η προσαρμογή στο ισλανδικό κλίμα αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις.
Ο Δωρόθεος έφτασε στη χώρα τον Μάρτιο και βρέθηκε αντιμέτωπος με συνεχείς χιονοπτώσεις και πολύ χαμηλές θερμοκρασίες. Γρήγορα διαπίστωσε ότι οι Ισλανδοί έχουν οργανώσει την καθημερινότητά τους γύρω από τις καιρικές συνθήκες.
Ο Ορέστης έχει ζήσει έναν ολόκληρο χρόνο στο Ρέικιαβικ και γνώρισε τόσο τις σύντομες χειμερινές ημέρες όσο και το σχεδόν ατελείωτο καλοκαιρινό φως.
Τον χειμώνα, οι ώρες με φυσικό φως είναι ελάχιστες, κάτι που μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την ενέργεια και τη διάθεση. Το καλοκαίρι, αντίθετα, το φως διαρκεί σχεδόν όλο το εικοσιτετράωρο.
Όταν η καλύτερη δουλειά συνοδεύεται από νοσταλγία
Η οικονομική βελτίωση δεν εξαφανίζει την απόσταση από την Ελλάδα.
Ο Θωμάς μιλά καθημερινά με την οικογένεια και τους φίλους του, όμως παραδέχεται ότι υπάρχουν στιγμές που η απουσία του από την Ελλάδα γίνεται ιδιαίτερα αισθητή.
Ο Ορέστης θυμάται οικογενειακές στιγμές στις οποίες δεν μπορούσε να βρίσκεται παρών. Οι γιορτές και οι σημαντικές οικογενειακές συγκεντρώσεις κάνουν την απόσταση ακόμη πιο έντονη.
Ο Δωρόθεος, μετά από αρκετούς μήνες στην Ισλανδία, άρχισε επίσης να αισθάνεται πιο έντονα την απουσία των δικών του ανθρώπων.
Παράλληλα, όμως, έχει αποκτήσει κάτι που θεωρεί εξίσου σημαντικό: χρόνο.
Μετά τη δουλειά μπορεί να μαγειρέψει, να γυμναστεί και να ασχοληθεί με πράγματα που στην Ελλάδα δεν προλάβαινε να κάνει. Η εργασία δεν καταλαμβάνει πλέον ολόκληρη την ημέρα του.
Δεν είναι όλοι βέβαιοι ότι θα μείνουν
Η εμπειρία των τριών δεν οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα.
Ο Θωμάς δεν γνωρίζει ακόμη αν θέλει να παραμείνει μόνιμα. Η οικονομική κατάσταση είναι καλύτερη, αλλά η ζωή μακριά από την Ελλάδα και η δυσκολία του ισλανδικού χειμώνα αποτελούν παράγοντες που τον προβληματίζουν.
Ο Ορέστης δηλώνει ότι, εφόσον οι συνθήκες στην Ελλάδα βελτιώνονταν σημαντικά, θα επέστρεφε χωρίς δεύτερη σκέψη. Παρότι εκτιμά την οργάνωση και τις παροχές της Ισλανδίας, θεωρεί την Ελλάδα τον τόπο όπου θα ήθελε τελικά να ζει.
Ο Δωρόθεος, αντίθετα, βλέπει πιο θετικά το ενδεχόμενο μόνιμης εγκατάστασης. Για εκείνον, η σημαντικότερη αλλαγή είναι η αίσθηση ότι η εργασία του έχει συγκεκριμένη αξία και ότι τα δικαιώματά του γίνονται σεβαστά.
Μια γενιά που αναζητά κάτι περισσότερο
Οι Έλληνες που επιλέγουν την Ισλανδία συχνά φτάνουν εκεί μέσω γνωστών. Ένας φίλος βρίσκει πρώτος δουλειά, μεταφέρει την εμπειρία του και στη συνέχεια ακολουθούν και άλλοι.
Για ορισμένους, η μετακίνηση είναι προσωρινή. Για άλλους, μπορεί να εξελιχθεί σε μόνιμη εγκατάσταση.
Κανείς από τους τρεις δεν περιγράφει την Ισλανδία ως έναν επίγειο παράδεισο. Υπάρχουν δυσκολίες, ακριβή καθημερινότητα, μοναξιά, κρύο και μεγάλη απόσταση από την οικογένεια.
Αυτό που αλλάζει, όμως, είναι η σχέση ανάμεσα στην εργασία και στην προσωπική ζωή.
Για μια νέα γενιά Ελλήνων, η αναζήτηση στο εξωτερικό δεν αφορά μόνο έναν μεγαλύτερο μισθό. Αφορά την ανάγκη για αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, πληρωμή των υπερωριών, δικαίωμα στην ξεκούραση και χρόνο για ζωή μετά τη δουλειά.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της ιστορίας τους: δεν έφυγαν όλοι επειδή ονειρεύονταν την Ισλανδία. Κάποιοι έφυγαν επειδή αναζητούσαν κάτι που θεωρούσαν αυτονόητο, τη δυνατότητα να εργάζονται χωρίς να αισθάνονται ότι πρέπει να θυσιάσουν ολόκληρη τη ζωή τους για έναν μισθό.