Μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα από τις επίσημες κυβερνητικές διαβεβαιώσεις για περιορισμένη χρήση της 13ωρης απασχόλησης αποτυπώνει η πρόσφατη, μεγάλης κλίμακας επιστημονική καταγραφή των συνθηκών εργασίας στη χώρα. Η συστηματική επέκταση του χρόνου απασχόλησης, η οποία συχνά στερείται οικονομικού αντικρίσματος, αποτελεί πλέον παγιωμένο καθεστώς για την πλειονότητα των μισθωτών, αποδεικνύοντας ότι η σωματική και ψυχική καταπόνηση συνδέεται άμεσα με την οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Τα αποκαλυπτικά στοιχεία προκύπτουν από πανελλαδική έρευνα του Ινστιτούτου της ΓΣΕΕ, η οποία πραγματοποιήθηκε σε αντιπροσωπευτικό δείγμα 6.000 εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα σε 13 περιφέρειες, με τη συνεργασία των εταιρειών Alco, Metron Analysis και Prorata.
Η τάση υπέρβασης του συμβατικού ωραρίου εμφανίζεται σχεδόν καθολική. Σύμφωνα με τα ευρήματα, το 65,5% των απασχολούμενων εργάζεται από 1 έως 5 επιπλέον ώρες την εβδομάδα, το 24,1% προσφέρει 6 έως 10 ώρες επιπλέον, ενώ ένα σημαντικό 9,1% ξεπερνά τις 11 ώρες εβδομαδιαίως. Το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αν αναλογιστεί κανείς ότι το 89,1% του δείγματος αφορά υπαλλήλους πλήρους απασχόλησης.
Το πλέον ανησυχητικό εύρημα εστιάζει στις οικονομικές απολαβές αυτής της επιπλέον προσπάθειας:
- Το 34,5% των υπερωριακά απασχολούμενων δεν λαμβάνει καμία απολύτως αμοιβή.
- Το 8,9% αποζημιώνεται αποκλειστικά με έμμεσο τρόπο (ρεπό ή επιπλέον ημέρες αδείας).
- Οι γυναίκες πέφτουν θύματα της απλήρωτης εργασίας σε αισθητά υψηλότερο ποσοστό (41,1%) συγκριτικά με τους άνδρες συναδέλφους τους (29,9%).
Η πρακτική αυτή δεν περιορίζεται μόνο σε μικρές οικογενειακές δομές. Αντίθετα, οι μεσαίες επιχειρήσεις (10-249 εργαζομένων) αναδεικνύονται σε πυρήνες έντονης υπερωριακής πίεσης, με τα ποσοστά να αγγίζουν το 35,6%. Σε επίπεδο κλάδων, το εμπόριο (χονδρικό και λιανικό) ηγείται της αρνητικής πρωτιάς με 73%, ακολουθούμενο από τις υπηρεσίες (69,9%) και τις επιστημονικές δραστηριότητες (68,1%). Στον αντίποδα, η μη καταβολή νόμιμων προσαυξήσεων πλήττει σφοδρότερα τις υπηρεσίες, τις επιστημονικές ειδικότητες και τον τομέα των Μέσων Ενημέρωσης και Επικοινωνίας (39,5%).
Η εντατικοποίηση των ρυθμών μεταφράζεται άμεσα σε σωματική κόπωση. Έξι στους δέκα εργαζόμενους αναφέρουν έντονη καταπόνηση λόγω του όγκου των καθηκόντων και των πιεστικών προθεσμιών. Παράλληλα, το 58,8% αποδίδει τα προβλήματα υγείας στην παρατεταμένη ακινησία (όρθια ή καθιστική στάση) και το 31,3% στην εκτέλεση επαναλαμβανόμενων κινήσεων.
Η πίεση του χρόνου σπάει κάθε ρεκόρ στον κλάδο του τουρισμού και των μεταφορών, ξεπερνώντας το 70%. Η κατάσταση επιδεινώνεται δραματικά για όσους δουλεύουν πάνω από 11 υπερωρίες την εβδομάδα: το 86% αυτών βιώνει ακραίο φόρτο, το 56,3% αναγκάζεται να απασχοληθεί κατά τον ελεύθερο χρόνο του, ενώ το 48,8% εκδηλώνει χρόνιους μυοσκελετικούς πόνους.
Το τίμημα της εργασιακής ανασφάλειας αποτυπώνεται καθαρά στους δείκτες υγείας. Το εργασιακό άγχος αποτελεί την κυρίαρχη παθολογία, με το 42,1% των ερωτηθέντων να δηλώνει ότι εμφάνισε συμπτώματα μέσα στο τελευταίο έτος. Στην ίδια λίστα προστίθενται οι σωματικοί πόνοι (29,4%), η οπτική κόπωση και οι πονοκέφαλοι (28,9%), καθώς και η γενικευμένη εξάντληση (27,3%).
Η έρευνα αναδεικνύει τρεις κρίσιμες συσχετίσεις:
- Απλήρωτη εργασία και στρες: Το άγχος εκτινάσσεται στο 34,3% για όσους δεν πληρώνονται τις υπερωρίες τους, έναντι 22,1% για εκείνους που αμείβονται κανονικά.
- Έξαρση περιστατικών βίας: Στο περιβάλλον των απλήρωτων υπερωριών, οι αναφορές για σωματική ή λεκτική βία παρουσιάζουν κατακόρυφη αύξηση κατά 87% (από 9,4% στο 17,6%).
- Μέγεθος επιχείρησης και τάση φυγής: Οι εργαζόμενοι σε μεγάλους ομίλους (άνω των 250 ατόμων) καταγράφουν ταχύτερη επιδείνωση της υγείας τους. Παράλληλα, όσοι σκέφτονται σοβαρά να παραιτηθούν υποφέρουν από διπλάσια ποσοστά ψυχικής επιβάρυνσης (63,3%) σε σχέση με όσους νιώθουν εργασιακή ασφάλεια.