Η λέξη «πικνίκ» είναι τόσο διαδεδομένη στην καθημερινότητά μας, που λίγοι αναρωτιούνται από πού προέρχεται και αν υπάρχει ελληνική απόδοση. Κι όμως, ο όρος έχει γαλλική καταγωγή, καθώς προέρχεται από τη λέξη pique-nique.
Το πρώτο συνθετικό (pique) συνδέεται με το γαλλικό ρήμα piquer, που σημαίνει «τσιμπώ», ενώ το δεύτερο (nique) παραπέμπει σε κάτι μικρό ή ασήμαντο. Έτσι, η λέξη περιέγραφε αρχικά ένα πρόχειρο και ανεπίσημο γεύμα, με μικρές μπουκιές φαγητού.
Στα ελληνικά, ο όρος διατηρήθηκε σχεδόν αυτούσιος και χρησιμοποιείται για το υπαίθριο γεύμα ή κολατσιό στην εξοχή, συνήθως κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής. Σύμφωνα με το λεξικό του Γιώργου Μπαμπινιώτη, πρόκειται για πρόχειρο γεύμα που οι εκδρομείς έχουν μαζί τους από το σπίτι και απολαμβάνουν σε ανοιχτό χώρο.
Ένα απλό «πικνίκ», λοιπόν, κρύβει πίσω του μια λέξη με μακρά γλωσσική διαδρομή, που ταξίδεψε από τη Γαλλία και καθιερώθηκε και στην ελληνική καθημερινότητα.