Ο όρος χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει μια γυναίκα με μεγάλα, εντυπωσιακά και εκφραστικά μάτια. Η λέξη προέρχεται από το "βοῦς" (βόδι) και το "ὤψ" (μάτι, όψη). Στην αρχαιότητα, τα μεγάλα και γαλήνια μάτια του βοδιού θεωρούνταν χαρακτηριστικό ομορφιάς, αξιοπρέπειας και επιβλητικότητας.
Σε αντίθεση με ό,τι θα μπορούσε να υποθέσει κανείς σήμερα, η λέξη δεν είχε αρνητική σημασία. Αντιθέτως, αποτελούσε κομπλιμέντο και συνδεόταν με τη θεϊκή χάρη, την ευγένεια και τη μεγαλοπρέπεια.
Η χρήση της στην αρχαία γραμματεία
Η "βοῶπις" είναι γνωστή κυρίως από τα έργα του Όμηρος, όπου χρησιμοποιείται ως επίθετο για θεότητες. Η πιο χαρακτηριστική αναφορά είναι η φράση "βοῶπις Ἥρη", με την οποία περιγράφεται συχνά η Ήρα στα ομηρικά έπη.
Ο χαρακτηρισμός αυτός υπογράμμιζε την επιβλητική παρουσία και τη θεϊκή ομορφιά της θεάς, ενώ σε ορισμένα κείμενα αποδίδεται και στην Άρτεμις.
Μια λέξη που διατηρεί τη γοητεία της
Παρότι σήμερα η λέξη δεν χρησιμοποιείται στη σύγχρονη καθημερινή ομιλία, εξακολουθεί να αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της εκφραστικότητας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Μέσα από έναν μόνο όρο, οι αρχαίοι Έλληνες κατάφερναν να αποδώσουν όχι μόνο την εξωτερική εμφάνιση αλλά και στοιχεία του χαρακτήρα, της χάρης και της παρουσίας ενός προσώπου.
Η "βοῶπις" παραμένει έτσι μια μικρή αλλά εντυπωσιακή υπενθύμιση του πλούτου και της ποιητικής δύναμης της αρχαίας ελληνικής παράδοσης.