Η ελληνική γλώσσα είναι γεμάτη λέξεις και εκφράσεις που εξακολουθούν να ακούγονται στην καθημερινότητα, αν και η σημασία τους δεν είναι πάντοτε γνωστή σε όλους. Μία από αυτές είναι το ρήμα «γκώνω», που συχνά χρησιμοποιείται σε συζητήσεις γύρω από το φαγητό, αλλά και σε πιο μεταφορικές περιστάσεις.
Πόσες φορές δεν έχετε ακούσει κάποιον να λέει μετά από ένα πλούσιο γεύμα: «Έγκωσα, δεν μπορώ να φάω άλλο»; Η φράση μπορεί να είναι οικεία, ωστόσο αρκετοί αγνοούν το ακριβές της νόημα.
Στη λαϊκή χρήση, το «γκώνω» σημαίνει ότι χορταίνω υπερβολικά, φτάνω σε σημείο κορεσμού ή μπουχτίζω από κάτι. Η λέξη συνδέεται κυρίως με την υπερκατανάλωση φαγητού, όταν κάποιος έχει φάει τόσο πολύ ώστε να αισθάνεται βαρύς και χωρίς διάθεση για συνέχεια.
Παράλληλα, χρησιμοποιείται και μεταφορικά για να περιγράψει καταστάσεις στις οποίες κάποιος έχει κουραστεί ή έχει «φορτωθεί» υπερβολικά με μια δραστηριότητα, μια υποχρέωση ή ακόμη και μια επαναλαμβανόμενη συνθήκη. Με λίγα λόγια, όταν κάποιος λέει ότι «έγκωσε», εννοεί ότι έφτασε στα όριά του και δεν αντέχει άλλο.